prodimosieusi holzer

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Κέρστιν Χόλζερ [Kerstin Holzer] «Ο Τόμας Μαν σε διακοπές – Ένα καλοκαίρι στη λίμνη» (μτφρ. Έμη Βαϊκούση), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πραγματικά ειδυλλιακό μέρος

Ναι – ειδυλλιακό! Αυτό λαχταρούσε εκείνο το καλοκαίρι, αυτό είχε ανάγκη μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου. Του πολέμου των Γερμανών ενάντια στον κόσμο, του πολέμου ενάντια στον αδελφό, του πολέμου ενάντια στον εαυτό του τον ίδιο.

Στο Τέγκερνζεε έφτασαν στις 15 Ιουλίου 1918. Όμως ήδη η αναχώρηση του Τόμας Μαν και των δικών του από το Μόναχο ήταν χαοτική, όπως πάντα· αναμενόμενη βέβαια, αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος αυτού του νοικοκυριού – του νοικοκυριού ενός συγγραφέα: γονείς και πέντε παιδιά από δώδεκα ετών έως τριών μηνών, μία μαγείρισσα, μία οικιακή βοηθός και μία νταντά, ένας όχι και τόσο μικρός σκύλος, συν ένα βουνό αποσκευές – ασπρόρουχα, ρούχα, βιβλία. Μέσα «στη φούρια και την αναστάτωση της αναχώρησης», η Κάτια Μαν, όπως παρατήρησε η μητέρα της, η Χέντβιχ Πρίνγκσχαϊμ, στην αποχαιρετιστήρια επίσκεψη, είχε «χάσει σχεδόν τα μυαλά της».

Κάποιο από τα πέντε παιδιά είναι πάντα άρρωστο· αυτή τη φορά ήταν η οχτάχρονη Μόνικα. Η επίμονη «ισπανική ασθένεια» –που πιθανόν να ήταν απλώς μια καλοκαιρινή γρίπη, να μην είχε δηλαδή σχέση με την παγκόσμια επιδημία ισπανικής γρίπης που θέριζε από την άνοιξη του 1918– καθήλωσε ένα μεγάλο μέρος της οικογένειας του Τόμας Μαν στο Μόναχο. Μόνο η μεγαλύτερη κόρη, η Έρικα, και η «δεσποινίς» αναχώρησαν την προκαθορισμένη μέρα με το τρένο, μαζί με όλες τις αποσκευές.

Η δωδεκάχρονη μεγάλη κόρη πίστευαν πως ήταν κάλλιστα σε θέση να αναλάβει το καθήκον της ετοιμασίας του εξοχικού και να περιμένει εκεί για λίγες μέρες την υπόλοιπη οικογένεια. Δεν είχε φανεί στα χρόνια του πολέμου πόσο ατσάλινα νεύρα είχε «αυτή η Έρι» και πόσο ικανή ήταν; Μια φορά, μετά το σχολείο, είχε βρει τους γονείς και τα αδέλφια της να κάθονται αποσβολωμένοι μπροστά στο μεσημεριανό: μια άθλια μανιταρόσουπα που δεν τρωγόταν, μέχρι που ανέλαβε εκείνη να διορθώσει την κατάσταση, ρίχνοντας απλώς μπόλικο αλάτι· το φαγητό του πολέμου μπορούσε πια να φαγωθεί. «Αυτή η Έρι να αλατίσει τη σούπα!» φωνάζει από τότε κάθε φορά στα δύσκολα ο πατέρας της.

Έφυγε λοιπόν νωρίτερα αυτό το επίμονο, λιγνό κορίτσι με τα αποφασιστικά σκούρα μάτια, η Έρικα, και ύστερα, μια μέρα, μετά από τετραήμερη καθυστέρηση, εμφανίστηκαν στην αποβάθρα και οι υπόλοιποι: ο πάτερ φαμίλιας Τόμας, η σύζυγος Κάτια, κατάκοπη, με την Ελίζαμπετ, το πάντα γελαστό μωρό των τριών μηνών στην αγκαλιά της, και με επιτακτική ανάγκη ανάπαυσης, τα αγόρια έντεκα και εννιά ετών, ο Κλάους και ο Γκόλο –ο ένας τολμηρός, ο άλλος ντροπαλός–, η Μόνι, που μόλις είχε συνέλθει εντελώς απ’ τη γρίπη, το προσωπικό της οικογένειας, ο σκύλος και οι χειραποσκευές.

«Επιτέλους, οι Μαν στο Τέγκερνζεε» κατέγραψε η γιαγιά Χέντβιχ Πρίνγκσχαϊμ στο ημερολόγιό της, κουνώντας το κεφάλι, «υπό απαράδεκτα ντροπιαστικές συνθήκες».

«Επιτέλους, οι Μαν στο Τέγκερνζεε» κατέγραψε η γιαγιά Χέντβιχ Πρίνγκσχαϊμ στο ημερολόγιό της, κουνώντας το κεφάλι, «υπό απαράδεκτα ντροπιαστικές συνθήκες».

Το ταξίδι με το τρένο, στη Β΄ θέση, αποδείχτηκε «σκέτη κόλαση»· ο Τόμας Μαν το φοβόταν έτσι κι αλλιώς, ήδη από πριν τον έπιανε φρίκη στην ιδέα ότι ίσως θα έπρεπε να υπομείνει όρθιος τη σχεδόν τρίωρη διαδρομή προς τους πρόποδες των βαυαρικών Άλπεων· αυτός που δεν άντεχε την παραμικρή αναστάτωση στην καθημερινότητά του.

Άσε που το ταξίδι δεν τελείωσε στον σταθμό Τέγκερνζεε, είχε και συνέχεια: από εκεί πέρασαν με το μηχανοκίνητο σκάφος Quirinus στην απέναντι όχθη της λίμνης, με κατεύθυνση το Βίσζεε, στο μικρό χωριό Άμπβινκλ. Ο τελικός προορισμός ήταν ένα απομονωμένο σπίτι στις όχθες ενός κόλπου στη νοτιοδυτική πλευρά της λίμνης Ρίνγκζεε. Από την αποβάθρα του Άμπβινκλ απέχει ακόμα μια διαδρομή με βάρκα, με άμαξα ή με γρήγορο περπάτημα.

Ας είναι. Επιτέλους έφτασαν. Στην εξοχή, για το καλοκαίρι.

Και πού θα μπορούσε να είναι ωραιότερα απ’ ό,τι εδώ; «Είναι πράγματι ένα θεσπέσιο μέρος» γράφει ο Μαν ενθουσιασμένος λίγο μετά την άφιξή του στον εξ απορρήτων του, τον φιλόλογο Ερνστ Μπέρτραμ· «δεν έχω κανέναν λόγο να είμαι απογοητευμένος».

Αυτό το κομματάκι της βαυαρικής γης είναι πράγματι ειδυλλιακό. Όταν ο Τόμας Μαν στέκεται στη βεράντα της εξοχικής του έπαυλης που δεσπόζει σε ένα μικρό ύψωμα, αντικρίζει ένα καταπράσινο λιβάδι με πικραλίδες και μαργαρίτες, θάμνους με πασχαλιές, μηλιές και ένα δασάκι που ορίζει δεξιά τον κατηφορικό δρόμο, με οργιαστική βλάστηση, σαν ζωγραφιά· πίσω απ’ αυτό, υψώνεται ένα βουνό. Προς τον νότο βλέπει μακριά τις Άλπεις, κι ακριβώς κάτω στην πλαγιά τον περιμένει το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα: η λίμνη, η Τέγκερνζεε, που λάμπει στο φως του ήλιου. Στο κτήμα ανήκει μια στενή παραλία με βότσαλα (ο Τόμας Μαν την αποκαλεί «Λίντο», ακούγεται πιο κοσμοπολίτικο), μια προβλήτα κι ένα μικρό υπόστεγο για βάρκα με κουπιά. Μια δική τους βάρκα! Τα παιδιά είναι πανευτυχή.

Για δύο ολόκληρους μήνες, από τα μέσα Ιουλίου ως τα μέσα Σεπτεμβρίου, η οικογένεια Μαν έχει νοικιάσει τη «Βίλα Ντέφρεγκερ», επάνω ακριβώς στην όχθη της λίμνης. Το 1917 πούλησαν το εξοχικό σπίτι που διατηρούσαν για αρκετά χρόνια εκεί κοντά, στο Μπαντ Τελτς, και, κατόπιν ρητής επιθυμίας του πατριώτη συγγραφέα –αχ, αχ!– επένδυσαν τα έσοδα σε πολεμικά ομόλογα.

Το νοικιασμένο κτήμα στην Τέγκερνζεε, ένα τριώροφο οίκημα με τετράριχτη στέγη, λευκά παράθυρα με καΐτια και λουλούδια στα μπαλκόνια, που του προσδίδουν αρχοντική όψη, ανήκει στον γιο του ζωγράφου Ντέφρεγκερ, που υπηρετεί στο μέτωπο· οι δύο οικογένειες γνωρίζονται από την υψηλή κοινωνία του Μονάχου. Εξάλλου η Τέγκερνζεε –πενήντα χιλιόμετρα νότια του Μονάχου– και τα βουνά που την περιβάλλουν είναι γνώριμα μέρη, οικεία, τουλάχιστον για την Κάτια, το γένος Πρίνγκσχαϊμ. Μικρή περνούσε εκεί συχνά τις διακοπές με την οικογένειά της, είχαν στείλει μάλιστα τη μητέρα της, Χέντβιχ Πρίνγκσχαϊμ, ήδη από τον Απρίλιο στο Άμπβινκλ, για να «επιθεωρήσει» τη βίλα Ντέφρεγκερ.

Ως εκατομμυριούχος και υψηλής αισθητικής ιδιοκτήτρια ενός ανακτόρου νεοαναγεννησιακού ρυθμού στην οδό Άρκις του Μονάχου –διακοσμημένου με ταπισερί Γκομπλέν και πίνακες του Λένμπαχ–, η κυρία Πρίνγκσχαϊμ έκρινε ότι η εξοχική κατοικία «βρισκόταν σ’ ένα μαγευτικό σημείο» και πως η διαρρύθμιση «ανταποκρινόταν άριστα στις ανάγκες των Μαν». Δηλαδή: η έπαυλη δεν ήταν απλώς άνετη και επιπλωμένη με γούστο (ακόμα και στο κλιμακοστάσιο κρέμονταν κομψά χαρακτικά), αλλά διέθετε και άφθονο χώρο – και για τον γαμπρό της ένα χωριστό υπνοδωμάτιο και γραφείο, με πόρτα που έκλεινε ερμητικά. Κάτι πολύ σημαντικό, αφού ο «γαμπρός Τόμι» έχει ανάγκη από ησυχία, είναι μη μου άπτου – και, γενικά, «μπαμπακόκωλος», όπως τον αποκαλεί κρυφά η ελαφρώς δηλητηριώδης πεθερά του.

Αυτό ειδικά το καλοκαίρι, η ευαισθησία του έχει φτάσει στα άκρα. Ο Τόμας Μαν, σαραντατριών χρονών τότε, διάσημος συγγραφέας της επιτυχίας-φαινόμενο Μπούντενμπροκ, και με πολυσυζητημένες νουβέλες όπως ο Τόνιο Κρέγκερ και ο Θάνατος στη Βενετία στο ενεργητικό του, περνάει περίοδο μεγάλης κρίσης.

Ανάμεσα στα πολλά και διάφορα που του προκαλούν δυσφορία είναι και το ότι, ειδικά τις πρώτες μέρες στο Τέγκερνζεε, δυσκολεύεται πολύ να μπει στον χαλαρό ρυθμό των διακοπών. Δεν τον αφήνει, παραπονιέται, η αναστάτωση που του προκαλεί η λίμνη, και κοιμάται άσχημα.

Ανάμεσα στα πολλά και διάφορα που του προκαλούν δυσφορία είναι και το ότι, ειδικά τις πρώτες μέρες στο Τέγκερνζεε, δυσκολεύεται πολύ να μπει στον χαλαρό ρυθμό των διακοπών. Δεν τον αφήνει, παραπονιέται, η αναστάτωση που του προκαλεί η λίμνη, και κοιμάται άσχημα. Νιώθει «αδιάθετος», «γιατί βιάστηκε να ξεκινήσει δραστηριότητες που καταπονούν το σώμα, δεν άφησε δηλαδή τον εαυτό του να εγκλιματιστεί πρώτα λιγάκι». Η «σωματική καταπόνηση» συνίσταται στην κωπηλασία και στους θεραπευτικούς περιπάτους, που γαληνεύουν την ψυχή και προάγουν τη σκέψη – δύο δραστηριότητες που νέος ακόμη είχε ανακαλύψει πως τον ωφελούν. Σπουδαίος κολυμβητής πάντως δεν είναι, σε αντίθεση με τη σύζυγό του.

Κι ύστερα, ο καιρός. Στα μέσα Ιουλίου στη Βαυαρία επικρατεί αρχικά μια «βλακώδης ζέστη» (Χέντβιχ Πρίνγκσχαϊμ), κι ύστερα αρχίζουν να μαζεύονται μαύρα σύννεφα. Καλοκαίρι στην Άνω Βαυαρία σημαίνει επίσης ότι μπορεί να κάνει κρύο, ψοφόκρυο – τόσο που το απόγευμα, όταν το νερό της Ρίνγκζεε είναι πιο ζεστό απ’ ό,τι ο αέρας στους δέκα βαθμούς Κελσίου, απλώνονται από πάνω της κάτι λευκές, απόκοσμες λωρίδες ομίχλης. Καμιά φορά βρέχει κιόλας, με το τουλούμι. Δεν είναι όμως μόνο οι σύντομες μπόρες που ξεσπούν στο τέλος μιας ζεστής μέρας, όταν ανοίγουν οι ουρανοί σαν να έσπασε ξαφνικά κάποιο φράγμα – κι ύστερα την επομένη λάμπει πάλι ο ήλιος. Όχι· εδώ υπάρχει και η περίφημη «βροχή με το κορδόνι», αυτή η ύπουλη, αχνιστή, ελάχιστης έντασης βροχή, αυτή η χαλάστρα που σε κρατάει μέρες ολόκληρες κλεισμένο στο σπίτι. Ούτε τον σκύλο δεν μπορείς να βγάλεις βόλτα – σκέτη μελαγχολία.

Αλλά και η επισιτιστική κρίση απασχολεί τώρα τον οικογενειάρχη – πράγμα ασυνήθιστο, αφού με τα πρακτικά ζητήματα της ζωής κανονικά έχει ελάχιστη σχέση. Η ένδεια είναι τρομαχτική το 1918· είναι η χρονιά της πείνας. Οι Μαν, γονείς και παιδιά, έχουν αδυνατίσει πολύ. Σαν μαραμένα ξυλάκια εξέχουν τα πόδια του Κλάους και του Γκόλο από τα δερμάτινα παντελόνια, που τους είναι πια μικρά. Τις βροχερές μέρες μαζεύουν, μαζί με τις αδελφές τους, χοντρά σαλιγκάρια από το λιβάδι για να ενισχύσουν το φτωχικό γεύμα του συσσιτίου. Νόστιμα μπορεί να μην είναι τα μαλάκια, όμως η πείνα νικάει την αποστροφή. Στον Τόμας Μαν ωστόσο δεν σερβίρεται τέτοιο υποκατάστατο κρέατος. Εκείνος παίρνει πάντα το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η ικανότατη γυναίκα του, η οποία βγαίνει στη γύρα στα αγροκτήματα της περιοχής, σέρνοντας μαζί της τα παιδιά, αδύνατα, ξυπόλυτα, με πεινασμένα μάτια. Συχνά βοηθάει κι ένα χρυσό νόμισμα που προσφέρεται διακριτικά.

Οι επισιτιστικές δυσχέρειες που έφερε ο πόλεμος στην επαρχία είναι τεράστιες. Η εφημερίδα Seegeist του Τέγκερνζεε ανακοινώνει την υποχρεωτική εισφορά μούρων, καθώς ο πλούσιος σε βιταμίνες χυμός τους προορίζεται αποκλειστικά για τους τραυματίες και τους αρρώστους στα στρατιωτικά νοσοκομεία, και δημοσιεύει συνταγές με τσουκνίδες· τα τρυφερά, ανοιχτοπράσινα φύλλα τρώγονται, από τα πιο τραχιά μπορείς να υφάνεις ύφασμα. Κρέας πολύ δύσκολα βρίσκεις νόμιμα. Μέχρι και το ταπεινό λευκό λάχανο είναι πια ακόμα και για την οικογένεια Μαν –που αντέχει να πληρώσει και τιμές μαύρης αγοράς– τόσο εξωφρενικά ακριβό, ώστε ο πατέρας διαμαρτύρεται έντονα σε μια επιστολή του.

Αλλά εδώ που τα λέμε, το διάστημα αυτό ο Τόμας Μαν δεν μπορεί να μασάει άνετα έτσι κι αλλιώς. Εδώ και μέρες τον ταλαιπωρεί ο αριστερός κοπτήρας! Αυτό πια ήταν το κερασάκι στην τούρτα.

Η μεγαλύτερή του έγνοια ωστόσο αφορά την πατρίδα, και συγκεκριμένα τον ρόλο που έχει ως συγγραφέας ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει ταχθεί πλήρως στην υπηρεσία της. Διότι από τη στιγμή που η στρατιωτική ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διαφαίνεται πλέον ξεκάθαρα, θεριεύει μέσα του ο φόβος ότι σύντομα θα βρεθεί και ο ίδιος –ως συγγραφέας– στο στρατόπεδο των ηττημένων. Τότε ακριβώς, δηλαδή τον Οκτώβριο, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο Στοχασμοί ενός απολιτικού – ένα αντιδραστικό, εξακοσίων σελίδων πολεμικό κείμενο, που ίσως η ίδια η Ιστορία πετάξει κατευθείαν στον κάλαθο των αχρήστων.

Το 1914, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Τόμας Μαν παρασύρθηκε κι αυτός από τον γενικό ενθουσιασμό που σάρωσε ολόκληρη τη Γερμανία. «Πόλεμος! Αυτό που νιώθαμε ήταν κάθαρση, απελευθέρωση, μια τεράστια ελπίδα. Μόνο γι’ αυτό μιλούσαν τότε οι ποιητές, μόνο γι’ αυτό» έγραφε. Όλη η αρετή και η ομορφιά της Γερμανίας, υποστήριζε εκείνη την εποχή, «ξεδιπλώνονται πραγματικά μόνο μέσα στον πόλεμο».

Κι επειδή δεν κλήθηκε ο ίδιος να πολεμήσει στο μέτωπο –είχε κριθεί ακατάλληλος λόγω ευαισθησίας στο στομάχι και στο νευρικό σύστημα–, καθόταν κάθε πρωί στο γραφείο του, στην έπαυλη της οικογένειας στην Πόσινγκερ Στράσε του Μονάχου, για να επιτελέσει γενναία «στρατιωτική υπηρεσία με όπλο το πνεύμα»: στο γραφείο του, φορώντας ένα γκρι σακάκι τύπου λιτέβκα, απομίμηση στρατιωτικού αμπέχονου, γεμάτος ελπίδα για μια ένδοξη γερμανική νίκη – που θα ήταν και δική του. Αυτός, ο λογοτέχνης, νικητής στον δημόσιο λόγο! Έτσι θα έκλεινε επιτέλους τα στόματα όσων τον λοιδορούσαν, όπως παλιότερα ο κριτικός Άλφρεντ Κερ, που τον είχε αποκαλέσει «εύθραυστη ψυχούλα», καταπιεσμένο, ας πούμε χωρίς ανδρισμό.

Για τους Στοχασμούς ενός απολιτικού ο Τόμας Μαν είχε διακόψει το 1915 ακόμα και το ξεκίνημα του μεγάλου μυθιστορηματικού του σχεδίου, του Μαγικού βουνού. «Θέλω τη μοναρχία» διακήρυττε αντ’ αυτού στο πολιτικό του μανιφέστο· η πιο ευπρεπής μορφή ζωής ήταν, κατά τη γνώμη του, εκείνη του γαιοκτήμονα, ενώ ο γερμανικός εθνικός χαρακτήρας ήταν η ενσάρκωση της ηθικής τελείωσης. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να ισχυριστεί ότι η εγγύτητα του θανάτου στον πόλεμο είναι στην πραγματικότητα κάτι το μεγαλειώδες, γιατί εξευγενίζει τον άνθρωπο. «Συμπάθεια προς τον θάνατο» είναι το ριζοσπαστικό απόσταγμα μιας στάσης που θέλει να υπερασπιστεί πάση θυσία τον γερμανικό πολιτισμό.

Τρία χρόνια παιδευόταν με αυτό το βιβλίο. Εύκολο δεν πρέπει να ήταν το ότι εκεί ενέκρινε ρητά ακόμα και τη βύθιση του βρετανικού επιβατηγού πλοίου Lusitania από γερμανικές τορπίλες. Χίλιοι εκατόν ενενήντα οχτώ άνθρωποι έχασαν τότε τη ζωή τους, ανάμεσά τους ενενήντα τέσσερα παιδιά· πολλά παγιδεύτηκαν στα χαμηλότερα καταστρώματα, όπου στάθηκε αδύνατο να φτάσουν οι γονείς τους την ώρα που το πλοίο βυθιζόταν. Κι ενώ στο γραφείο της Πόσινγκερ Στράσε ένας συγγραφέας με γκρίζο, ψευδοστρατιωτικό αμπέχονο ενέκρινε αυτή την τραγωδία αθώων, ίσως άκουγε πίσω από την κλειστή πόρτα τις φωνές και τα γέλια των δικών του παιδιών.

metaixmio holzer o thomas mann se diakopes


Λίγα λόγια για το βιβλίο

Τέγκερνζεε, καλοκαίρι του 1918. Ο Τόμας Μαν και η οικογένειά του περνάνε τις διακοπές τους στη λίμνη. Τα παιδιά κολυμπούν και ψαρεύουν κοκκινόψαρα, ο Τόμας Μαν κάνει κωπηλασία, πηγαίνει βόλτες και ανεβαίνει για πρώτη φορά σε βουνό, η σύζυγός του φροντίζει το νεογέννητο μωρό, ενώ ο Μπάουσαν, ο σκύλος, χουζουρεύει στη σκιά, την ώρα που ο συγγραφέας τον μετατρέπει σε λογοτεχνικό ήρωα. Όλα μοιάζουν ειδυλλιακά, ο Τόμας Μαν όμως κατατρύχεται από ανησυχίες. Η ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι προ των πυλών και είναι πλέον φανερό πως ο συγγραφέας, με τους Στοχασμούς ενός απολιτικού –που οδήγησαν και στη σύγκρουση με τον αδερφό του–, βρίσκεται στη λάθος πλευρά. Στο τέλος του καλοκαιριού και με τον παλιό κόσμο γύρω του να καταρρέει, ο Μαν θα έχει μάθει πολλά για τους σκύλους και την κωπηλασία, θα έχει ανακαλύψει την έκσταση της πατρικής αγάπης, και θα βρίσκεται στον δρόμο που θα τον οδηγήσει στο αριστούργημά του, το Μαγικό βουνό.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Kerstin Holzer (Κέρστιν Χόλζερ, γεν. 1967) σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και ζει στο Μόναχο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε έντυπα όπως Focus, Suddeutsche Zeitung, Madame. Έχει γράψει το μπεστ σέλερ Elisabeth Mann Borgese και Monascella – Monika Mann und ihr Leben auf Capri. Το βιβλίο της Ο Τόμας Μαν σε διακοπές βρέθηκε για πολλές εβδομάδες στη λίστα ευπώλητων του Spiegel και αναδείχθηκε σε αναπάντεχο μπεστ σέλερ.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ζακ Λε Γκοφ [Jacques Le Goff] «Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» (μτφρ. Ελευθερία Ζέη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Νοεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόλη και δημοκρατία;

...
«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη «αλλά|ΖΩ – από την λέξη στην πράξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Key Books.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόσες φορές έχεις πει στον εαυτό σου ότι θέλε...

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» (εισαγωγή – μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόσφατα βρέθηκ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Ειδήσεις και ειδησάρια από τον χώρο του βιβλίου, σχόλια, τάσεις και συρμοί και, πού και πού, κάποιες σκέψεις... βιβλιοφαγικές.

Γράφει ο Βιβλιοφάγος

Βικτόρια και Μανώλης

Το νέο βιβλίο της Βικτόρια Χί...

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

Για τον τόμο με δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς [György Lukács] «Τόμας Μαν» (μτφρ., σχόλια, επιμέλεια Μαρία Ηώς Δούκα, Νίκος Φούφας, εκδ. Ήτωρ). Κεντρική εικόνα: Ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Τόμας Μαν όταν συναντήθηκαν για μια και μοναδική φορά στο Hotel Imperial της Βιέννης, πιθανότατα στις 17 Ιανουαρίου 1922». 

Γρά...

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των e...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Παιδικές σκηνές ...

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μα...

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock

Επιλογή-παρουσίαση: Χ...

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ