
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη μελέτη του Κώστα Μίχου «Παναής Κουταλιανός – Ο παλαιστής, ο αρσιβαρίστας, ο θρύλος», η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ήταν Κυριακή του φράγκικου Πάσχα του έτους 1868. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της Μπόκα γλεντούσαν την Ανάσταση του Χριστού κι αυτός ο κακόμοιρος με το στομάχι άδειο, την τσέπη τρύπια, ξυπόλυτος και ξεσκούφωτος, χωρίς σουρτούκο, παρά μόνο φορώντας ένα λερωμένο πουκάμισο κι ένα φθαρμένο παντελόνι γεμάτο μπαλώματα –ακριβώς όπως τριγυρνούσαν οι φτωχοί Ναπολιτάνοι εκείνους τους καιρούς στην Αργεντινή– συλλογιζόταν περίλυπος ότι δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Τα χέρια του ήταν κατραμωμένα και τα πόδια του γεμάτα χρώματα και πίσσες. Σαν την αρκούδα γύριζε μόνος, πεινασμένος, απελπισμένος, ψάχνοντας στο λιμάνι μήπως κι απαντούσε κάνα συμπατριώτη του καπετάνιο που θα τον έπαιρνε στη δούλεψή του, αλλά μάταια.
Την άλλη μέρα βγήκε πάλι στο σουλάτσο προς αναζήτηση εργασίας. Παρατηρώντας διέκρινε επιτέλους μετά από ώρες ένα γαλανόλευκο σημαιάκι που στο κέντρο του έφερε την επιγραφή «Grecia Sola» δηλαδή «Ελλάς μόνη». Έστω κι αν αυτό το σημαιάκι βρισκόταν κάτω από μια μεγαλύτερη ιταλική σημαία, που υποδείκνυε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν Ιταλός, είχε το προαίσθημα ότι εκεί μέσα θα μπορούσε να βρει συμπατριώτες του. Χωρίς να διστάσει λοιπόν ανέβηκε στο άδειο κατάστρωμα. Ο απρόσκλητος επισκέπτης φώναξε δυο τρεις φορές, ώσπου ένας ναύτης έκανε την εμφάνισή του ρωτώντας τον:
— Τι κάνεις, Παναγή;
— Από πού με ξέρεις; Απόρησε…
— Δεν θυμάσαι; Στη Μαρσίλια! Με είχες στη δούλεψή σου στο ξενοδοχείο, στη λοκάντα. Μια μέρα σου ‘σπασα κάτι πιάτα και συ, αφού μου ‘σπασες τα μούτρα, με πέταξες έξω με τις κλωτσιές… και, ενώ τα έλεγε αυτά, έτρεμε απ’ τον φόβο ο κακομοίρης ο Γιάννης μήπως και ξαναπροκαλέσει τον θυμό του Παναγή.
— Καλά, καλά… Άστα τώρ’ αυτά… Φέρε μου κάτι να βάλω στο στόμα μου, διότι έτσι θεονήστικος που είμαι μπορώ να φάω και σένα!
Ο Γιάννης είχε μείνει «κόκκαλο» και τον κοιτούσε αδρανής.
— Ρε! Δεν ακούς τι λέω; Μην τρέμεις! Εξακολούθησε ο Παναγής. Οι Γραικοί σαν συναντιούνται στα ξένα γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Φίλεψέ με λίγο φαγί, γιατί πεινάω σα λύκος.
Ο έρμος ο Γιάννης ξεπέρασε τους φόβους του και τον περιποιήθηκε πράγματι τον Παναγή σαν αδερφό του, γεγονός που εκείνος ουδέποτε ξέχασε και μάλιστα κάποτε έτυχε να του το ανταποδώσει. Τον ναύτη εκείνο που τον έλεγαν Ιωάννη Τρινιόλλα και καταγόταν απ’ τον Μαρμαρά, το κεφαλονήσι του συμπλέγματος των Προικοννήσων· ο Παναγής του είχε ρίξει δυο καλές γροθιές που του άφησαν κουσούρια και τραυματικές αναμνήσεις, μιας και για να συνέλθει πέρασε καιρός. Καπετάνιος του καραβιού εκείνου ήταν κάποιος Βούλγαρος ονόματι Ιωάννης Τσιτσιρινέλας (ή Τσιρινέλλας) απ’ τις Σαράντα Εκκλησιές και το πλοίο ανήκε σε έναν Υδραίο ονόματι Ιωάννη Κούπα (ή Κέππα).
Ο Τρινιόλλας, παρά το ξύλο που είχε φάει απ’ τον Παναγή, δεν κρατούσε κακία κι έσπευσε με προθυμία να εξυπηρετήσει το παλιό του αφεντικό. Του ‘φερε ψωμί, τσάι, κρεμμύδια, ένα κοφίνι γαλέτα κι ένα μπακαλιάρο που τον καψάλισε στα γρήγορα. Όταν ο Παναγής είδε τα φαγητά, έπεσε πάνω τους με αχόρταγη λύσσα κι άρχισε να τα καταβροχθίζει χωρίς καν να τα μασήσει. Ο Τρινιόλλας που τον κοιτούσε με κατανόηση, του είπε ότι μέσα σε μια σουπιέρα στην κουζίνα υπάρχουν και κάτι μπιφτέκια, αλλά δεν τα ‘φερε, γιατί ήταν κρύα.
— Τράβα φέρτα μάνι-μάνι και μη σε μέλει για τη κρυάδα τους, όταν πάνε πάνω κάτω θα ζεσταθούν θέλουν δε θέλουν. Έτρεξε ο ναύτης να του φέρει και τα μπιφτέκια, και για να μη μακρηγορούμε, άπαντα τα κομισθέντα αγαθά καταναλώθηκαν με λουκούλλεια βουλιμία και χωρίς τη μεσολάβηση μαχαιριών και πιρουνιών, τα οποία η περίσταση… δεν σήκωνε.
Όταν κατάλαβε ότι χόρτασε ο Παναγής, πήρ’ ένα μπουγέλο και τράβηξε προς την εκβολή του ποταμού που έχυνε το γλυκό νερό του στον κόλπο. Εκεί το γέμισε κι, αφού ήπιε άφθονο νερό για να ξεδιψάσει, βούτηξε μέσα ολόκληρο το κεφάλι του. Μετά απ’ αυτά ο Τρινιόλλας του πρότεινε να μείνει στο πλοίο, διότι ο καπετάνιος είχε ανάγκη από ναύτη, αλλά ο Παναγής δεν είχε όρεξη ν’ ακούσει…
— Τρινιόλλα μακαντάση, του είπε, άσε με, αγάπη μου, να πάρω έναν υπνάκο και τα κουβεντιάζουμε ύστερ’ αυτά…
— Eντάξει, όπως επιθυμείς, δευτερολόγησε ο Τρινιόλλας. Να γνωρίζεις όμως ότι ο πλοίαρχος είναι ιδιότροπος.
— Όσο γι’ αυτό μη χαλιέσαι, ότι και να’ ναι θα βρω τρόπο να τον διορθώσω.
Έπειτα πήγε στην πλώρη ο Παναγής κι, αφού τύλιξε «κουλούρα» ένα τμήμα της αλυσίδας του καραβιού, το ’βαλε προσκεφάλι του και κοιμήθηκε βαριά. Σαν ξύπνησε, ο Τρινιόλλας τού σέρβιρε καφέ και του ’πιασε την κουβέντα. Ανάμεσα στα πολλά, είπε πως ο μισθός του ανερχόταν στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των εκατόν πενήντα ταλίρων. Τούτο αποτέλεσε δέλεαρ για τον Παναγή, ώστε να σκεφτεί λίγο καλύτερα την παραμονή του στο πλοίο, δεδομένου άλλωστε ότι προς το παρόν τουλάχιστον, δεν είχε και πού αλλού να πάει.
Εν τω μεταξύ εμφανίστηκε κι ο καπετάνιος, που πράγματι προσέλαβε τον Παναγή. Τώρα το πλήρωμα ανερχόταν σε πέντε άτομα, δηλαδή τους τρεις προαναφερόμενους κι άλλους δύο, έναν Βασιλείου από το Κρανίδι και κάποιον ονόματι Ξηροτρίφτη από την Κύμη. Με το πλοίο αυτό ο Παναγής πραγματοποίησε περί τα δεκαοχτώ ταξίδια κι, επειδή βρισκόταν σε πραγματική ανάγκη ένδυσης και υπόδησης, ζήτησε απ’ τ’ αφεντικό του ορισμένα χρήματα προκειμένου ν’ αγοράσει σωβρακοφάνελα κι άλλα ρούχα, όμως εκείνος του αρνήθηκε. Παρά ταύτα, σ’ όποιο λιμάνι έφταναν οι αραμπατζήδες που κουβαλούσαν τα μπαμπάκια και τ’ άλλα εμπορεύματα έμεναν με το στόμα ανοιχτό βλέποντάς τον να σηκώνει μόνος, με το βίτζι του χεριού του, τους τεράστιους πάκους που ζύγιζαν από 300 ως 400 οκάδες για να τους φορτώνει στο καράβι…

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ποιος ήταν πραγματικά ο άντρας που λύγιζε τα σίδερα με γυμνά χέρια; Από το μικρό νησί της Κούταλης στην Προποντίδα, ένας φτωχός ναύτης ξεκινά ένα απίστευτο ταξίδι. Κυνηγημένος από τη μοίρα, μεταμορφώνεται στον ανίκητο αθλητή που κατακτά τα μεγάλα λιμάνια του κόσμου. Από τις παλαίστρες της Γαλλίας και τις αρένες ταυρομαχιών της Λατινικής Αμερικής, μέχρι τα ρινγκ των Ηνωμένων Πολιτειών, παλεύει με άγρια θηρία, κανόνια εκπυρσοκροτούν στηριγμένα στην πλάτη του και αποθεώνεται από χιλιάδες θεατές. Όμως, πίσω από τους θριάμβους και τη μυθική αντοχή, κρύβεται μια ευαίσθητη ελληνική ψυχή.
Η μελέτη του Κώστα Μίχου στηριγμένη σε αξιόπιστες πηγές ξετυλίγει το νήμα της ζωής του Κουταλιανού και παρασέρνει τον αναγνώστη σε ένα επικό ταξίδι στα τέλη του 19ου αιώνα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται μια ζωή γεμάτη θυελλώδεις έρωτες, περιπέτειες, αλλά και μια συνεχή, βαθιά νοσταλγία για την πατρίδα. Και κάπου εκεί κρύβεται και η μεγαλύτερη αλήθεια για τον Παναγή Κουταλιανό: Το μυστικό της δύναμής του δεν βρισκόταν στους μυς, αλλά στην ατσαλένια του θέληση.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κώστας Μίχος είναι απόφοιτος του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Δι-ιδρυματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Εκπαίδευτικης Τεχνολογίας και Ανάπτυξης Ανθρώπινων Πόρων, το οποίο λειτουργεί υπό την αιγίδα της συνεργασίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Παράλληλα είναι εικαστικός καλλιτέχνης, με κύρια μέσα έκφρασης τη ζωγραφική και τη γλυπτική.





















