prodimosieysi panagopoulos

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Παναγή Παναγιωτόπουλου «Περιπέτειες της μεσαίας τάξης – Κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ελίτ, upper-μεσοαστική, ριζοσπαστική και ανέμελη

Όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, οι παγκοσμιοποιημένες κινητικές και υπερσυνοριακές ελίτ, παρότι ενοποιούνται στον λόγο εκείνης της λαϊκιστικής πολιτικής ρητορικής που απευθύνεται στο κοινό της ανασφάλειας και του εγκλωβισμού, είναι εσωτερικά διαφοροποιημένες. Οι ελίτ αυτές, πολυπληθείς και συγκροτημένες δημοκρατικά, στη βάση άτυπων ανισοτήτων και όχι τόσο θεσμικών διευκολύνσεων (είναι και ο λόγος που στην ελληνική περίπτωση δεν μπορούν να ταυτιστούν με τους ευνοημένους των δύο ζευγμάτων που περιγράψαμε) δεν συνέχονται από κάποια συγκροτημένη ιδεολογία. Μοιράζονται τρόπους ζωής, αξίες και πολιτισμικό κεφάλαιο και σίγουρα δεν οργανώνονται σε αντιπαράθεση με την όποια κοινωνική ομάδα, δεν έχουν ως προϋπόθεση της ύπαρξής τους κάποιο αρνητικό συναίσθημα προς άλλες συλλογικές δυνάμεις. Τους το απαγορεύει εξάλλου το ίδιο το αισθητικό περίγραμμα. Σε αντίθεση με τους ριζωμένους, με τους εγκλωβισμένους, δεν αναζητούν κοινωνικούς αντιπάλους και στέκονται σε απόσταση από τις εκδηλώσεις κοινωνικής εχθροπάθειας. Εντούτοις, η κουλτούρα αυτών των ελίτ δεν μοιράζεται την πολιτική αδιαφορία των ηγετικών τμημάτων της παλαιάς μεσαίας τάξης του τέλους του 20ού αιώνα. Δεν οχυρώνεται συναισθηματικά πίσω από τις αγοραίες απολαύσεις, την απολίτικη βεβαιότητα του τέλους των ιστορικών ανταγωνισμών. 

Τα μέλη της ελίτ εκείνης που αποσπάστηκε από την πρώην ενιαία μεσαία τάξη δεν θυμίζουν σε τίποτα τους λύκους της Wall Street και τη γιάπικη αδιαφορία τους για τον δημόσιο χώρο. Το σημειώναμε και στο πρώτο κεφάλαιο: καίτοι παιδί του ύστερου καπιταλισμού αυτός ο υπερ-ατομικισμός των ελίτ δεν έχει τον homo economicus ως κυρίαρχο φαινότυπο. Εκείνοι που επιβίωσαν της κρίσης της μεσαίας τάξης και αναπαρήγαγαν τον Εαυτό τους ευρισκόμενοι σε μια πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους παλιούς τους «συγκατοίκους», δεν αποδέχονται τον κόσμο «έτσι όπως είναι». Αντιθέτως, έλκονται συχνά από μορφές της καλλιτεχνικής κριτικής στο σύστημα, από τα κελεύσματα της αντιπαγκοσμιοποίησης και της αποανάπτυξης, από τον πολιτικό ριζοσπαστισμό και την εναλλακτική κουλτούρα. 

Σε αντίθεση με τον αμυντικό ναρκισσισμό των εγκλωβισμένων, η κοσμοπολιτική ελίτ μπορεί μέσα από τον κριτικό φιλελευθερισμό της και την κατάφασή της στον «κόσμο που έρχεται» να ασκεί κριτική στον κόσμο που υπάρχει εδώ και τώρα. Αυτό το φαινομενικά παράδοξο δεν θα πρέπει να ιδωθεί ως παραλογισμός ή έστω και να μας εκπλήσσει. Η επιλεκτική και κυρίως αξιακή εναντίωση στο «σύστημα» από ανθρώπους που ευνοήθηκαν από την εξέλιξη του ίδιου αυτού συστήματος είναι όρος για τη συμμετοχή σε αυτό. Και σίγουρα είναι και ένα αίτημα ενίσχυσης συγκεκριμένων πλευρών του –των πιο νεωτεριστικών και φιλελεύθερων– με την ταυτόχρονη αποδυνάμωση εκείνων που στα μάτια πολλών αντιπροσωπεύουν τον παλαιό καπιταλισμό. 

Η επιλεκτική και κυρίως αξιακή εναντίωση στο «σύστημα» από ανθρώπους που ευνοήθηκαν από την εξέλιξη του ίδιου αυτού συστήματος είναι όρος για τη συμμετοχή σε αυτό. Και σίγουρα είναι και ένα αίτημα ενίσχυσης συγκεκριμένων πλευρών του –των πιο νεωτεριστικών και φιλελεύθερων– με την ταυτόχρονη αποδυνάμωση εκείνων που στα μάτια πολλών αντιπροσωπεύουν τον παλαιό καπιταλισμό.

Σε επίπεδο καθημερινών συναισθημάτων, ο «αντισυστημισμός των ευνοημένων του συστήματος» μετέρχεται της καλλιτεχνικής κριτικής, του ίδιου του ταξιδιού και της υπερσυνοριακής του αισθητικής, καθώς και εκείνης της πολιτικής ή κοινωνικής κινητοποίησης που επιδιώκει την περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της ζωής, τη σχετικοποίηση ή και πλήρη υπέρβαση όσων στοιχείων είχαν απομείνει από την εθνική-βιομηχανική εκδοχή του καπιταλισμού. Αυτές οι ειλικρινείς επιτελέσεις αντισυστημισμού, όταν συνδυάζονται, αποτελούν τους αρμούς μιας ιδιότυπης ταυτότητας που συνέχει διαφορετικά τμήματα αυτής της ελίτ και ταυτόχρονα την συγκροτεί. Η καλαισθητική ρομαντική κριτική στον κόσμο μας, η ταξιδιωτική-αποδραστική απο-αποικιοποίηση του Εαυτού και η πολιτική στράτευση σε causes που θίγουν τα κατάλοιπα της εθνικής κοινωνίας, συχνά συμβαδίζουν με τη μεθοδολογία του νέου καπιταλισμού. Ο υπερσυνοριακός εναλλακτισμός, η συμμετοχή στον Τρίτο τομέα της οικονομίας και στον ανθρωπιστικό ακτιβισμό πέραν των συνόρων, η οικονομία του διαμοιρασμού, η εργασία από το σπίτι, ο ψηφιακός νομαδισμός, η πλήρης αξιοποίηση της βιοτεχνολογίας στις ταυτότητες φύλου και στα νέα οικογενειακά πρότυπα, ο υπερτουρισμός, η βιομηχανία της πράσινης οικονομίας και της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, είναι στοιχεία ενός κοινού σύμπαντος που εμπεριέχει την ισχύ του σύγχρονου καπιταλισμού και την εναλλακτικότητα της κριτικής προς αυτόν. Είναι ακόμα το κοινωνικό-επαγγελματικό προφίλ μιας κοινωνικής τάξης που ενοποιείται από την αρετή της δημιουργικότητας και της «υπεύθυνης» και «ηθικά υπέρτερης» ζωής. Η συχνή υιοθέτηση αντικαπιταλιστικής ρητορικής, η αποδραστική άρνηση του κρατικού πλαισίου και της έννοιας του Νόμου, η ανακάλυψη μορφών πριμιτιβισμού και αντιαποικιακής αποταύτισης από την κοινοτοπία του παλιού μεσοαστικού δυτικού ανθρώπου, η αποθέωση της πολιτικής των ταυτοτήτων, οριοθετούν και τα ιδεολογικά πλαίσια αυτών των «πρωτοπόρων της ριζοσπαστικής παγκοσμιοποίησης» καθώς και την ουσιώδη διάκρισή τους από τις συμβάσεις της πάλαι ποτέ μεσαίας τάξης. 

Είναι δύσκολο να προσκομίσει κανείς αποδείξεις για την ύπαρξη ενός συγκολλητικού συναισθήματος αυτής της ελίτ, στο μέτρο που η τελευταία χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο εξατομίκευσης που καθιστά κάθε μια από τις συμπεριφορές αυτές να μοιάζει με προσωπική επιλογή και όχι με ταυτοτική συμμόρφωση. Η εθνική εκδοχή αυτού του κοινωνικού χώρου είναι βεβαίως δύσκολα περιγράψιμη, αφού ο πληθυντικός χαρακτήρας αυτής της κουλτούρας είναι συστηματικά υπερεθνικός. Και στην Ελλάδα λοιπόν, αυτή η νέα μεσοαστική κουλτούρα ακολουθεί ως σημεία ταύτισης, το δρομολόγιο της καλλιτεχνικής κριτικής και το ταξίδι. Το δικό της αλλά και των μεταναστών, το οποίο πέρα από την αντισυνοριακή πολιτισμική και πολιτική του φόρτιση διάνοιξε και έναν τομέα απασχόλησης (τον Τρίτο τομέα που για πρώτη φορά επεκτάθηκε σημαντικά στην ελληνική οικονομία) για ανθρώπους υψηλών εκπαιδευτικών προσόντων σε συνθήκες μακροχρόνιας κατάρρευσης της αγοράς εργασίας. Μέσα από αυτή τη γενική κατεύθυνση αναδύονται δύο κύριες μορφές του ελληνικού κοσμοπολιτικού ελιτισμού: η υφολογία του «ανέμελου ρομαντικού» και η συγγενής της ριζοσπαστική πολιτική αμεριμνησία.

Εντυπωσιακή είναι πράγματι η καλαισθητική επάρκεια των ελληνικών νεανικών κινητικών ελίτ όπως και η προσαρμοστικότητά τους στις πιο απαιτητικές προσδοκίες της urban life κουλτούρας και του εναλλακτικού –στην φόρμα του– και κυρίαρχου –στη διάδοσή του– αισθητικού προτύπου. Η συμμετοχή της Αθήνας στο συμβολικό και υλικό σύστημα της υπο-καταναλωτικής νέας κουλτούρας της flânerie και η μετατροπή της, μετά τις καταστροφές της περιόδου 2008-2013 και την προσφυγική κρίση του 2015 σε αστικό γεγονός, σε νέα Αρκαδία του ριζοσπαστικού τουρισμού, μαρτυρά για τον δυναμισμό των εγχώριων διανοούμενων κινητικών κοινωνικών μερίδων. Και για την ικανότητά τους να συντονίζονται με τις αντίστοιχες παγκόσμιες ελίτ. Το late gentrification του κέντρου της πόλης και η λατρεία των ερειπίων, αλλά και η επί ίσοις όροις συμμετοχή του ελληνικού χώρου σε μεγάλες καλλιτεχνικές πλατφόρμες, είναι ακόμη δείγματα αυτή της ροπής. Όλες αυτές οι εκδηλώσεις πρέπει να τοποθετηθούν μέσα σε ένα συναισθηματικό-πολιτισμικό φάσμα το οποίο οργανώνει μια χαλαρή αλλά διακριτική ταυτότητα που δεν είναι άλλη από εκείνη της ανεμελιάς. Εκείνη που ουσιαστικά μετουσιώνει μορφές της ατομικιστικής και υπαρξιακής αναζήτησης, που εργάζεται πάνω σε ματαιωμένους ναρκισσισμούς της υπερνεωτερικότητας και τον συναφή υπαρξιστικό κυνισμό, που έχει ενίοτε ως αγωγό την εύπλαστη θρησκευτικότητα και εν γένει όλο το οπλοστάσιο της κουλτούρας αμφισβήτησης των ’60s, όπως την εγκολπώνονται πλέον τα ανώτερα μεσαία στρώματα. Μια ανεμελιά που στρέφεται κατά όσων περιγράφονται ως τεχνοκρατικός πολιτισμός ή κανονικοποίηση καθώς και σε εκείνα που παραπέμπουν στις βιομηχανικές αρχές οργάνωσης των νεωτερικών κοινωνιών του 20ού.

Ασπαζόμενες την παράδοση των κινημάτων αντιπαγκοσμιοποίησης και μια αντι-φιλελεύθερη συνθηματολογία που επιτελεστικά παραγνωρίζει τα οικονομικά δεδομένα και τους συσχετισμούς ισχύος («ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», «οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς»), οι ελίτ αυτές συντάχθηκαν εν πολλοίς με τους αντιμνημονιακούς πειραματισμούς τα χρόνια της κρίσης και ειδικότερα την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Σε πολιτικό επίπεδο, αυτές οι νεανικές –κατά κύριο λόγο– ελίτ μεταφράζουν την ανεμελιά σε ένα είδος αμεριμνησίας. Εκφράστηκαν δε ιδανικά μέσα από τον ήπιο αντισυστημισμό μιας κοινότοπης συνωμοσιολογίας η οποία είναι συνυφασμένη με την άρνηση του πραγματικού. Το τελευταίο παρουσιάζεται ως επιβεβλημένη κατασκευή από τον φιλελεύθερο οικονομισμό. Ασπαζόμενες την παράδοση των κινημάτων αντιπαγκοσμιοποίησης και μια αντι-φιλελεύθερη συνθηματολογία που επιτελεστικά παραγνωρίζει τα οικονομικά δεδομένα και τους συσχετισμούς ισχύος («ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», «οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς»), οι ελίτ αυτές συντάχθηκαν εν πολλοίς με τους αντιμνημονιακούς πειραματισμούς τα χρόνια της κρίσης και ειδικότερα την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα συμβιώνουν εν πολλοίς με το entrepreneurial zeitgeist της κυβέρνησης Μητσοτάκη και τη σαφή του προσήλωση στα μοντέλα πολιτισμικής εξωστρέφειας παρότι το rebranding της χώρας που επωάζεται μπορεί να φέρει ρήξη στο πολιτισμικό αυτό συνεχές. 

Για να επιστρέψουμε, όμως, στην αμεριμνησία των νέων κοσμοπολιτικών ελίτ και δη των νεανικών τους τμημάτων, θα λέγαμε ότι ο κίνδυνος δραχμικής χρεοκοπίας αντιμετωπιζόταν ως εξουσιαστικός εκφοβισμός της συστημικής εθνικής και ευρωπαϊκής καταπίεσης. Ως τεχνητή απειλή που δεν μπορούσε να κλονίσει παγιωμένες κανονικότητες του low cost αεροπορικού και καλαισθητικού νομαδισμού. Ο στίχος από το τραγούδι του Γιάννη Αγγελάκα «σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ» συμπύκνωνε χαρακτηριστικά την πολιτική της αμεριμνησίας μέσα από τις αντισυμβατικές φόρμες μιας σκληρής ροκ και την εξαίσια απόγνωση της φωνής του συγκεκριμένου δημιουργού. 

Θα ήταν, όμως, λαθεμένη η εντύπωση ότι η νέα αυτή ελίτ, ο κόσμος που αποσπάστηκε πολιτισμικά από αυτό που θα ονομάζαμε «ποπ κουλτούρα ευρέως φάσματος» είναι πολιτικά οριοθετημένη στον αριστερό αντισυστημισμό. Ασφαλώς και δεν μοιράζεται την ιδεολογία της νεο-συντηρητικής δεξιάς σε ό,τι αφορά την αξία των συνόρων και γενικότερα της εδαφικής-εθνικής αναφοράς. Είναι, όμως, συναφής με την κοσμοπολίτικη θέαση του κόσμου που υπάρχει στον φιλοευρωπαϊκό πολιτικό φιλελευθερισμό και στη δικαιωματική του ατζέντα. Ταυτόχρονα, συναντιέται με όλες τις μεσοαστικές κουλτούρες της ευζωίας, ενώ αντανακλάται στα αντι-ιεραρχικά οικοσυστήματα των start-up και εν γένει στο πνεύμα του νέου καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, ενυπάρχει σε όλους τους (κλασικούς ή άτυπους) πολιτικούς χώρους που αντιλαμβάνονται την κοινωνία ως μια σειρά εξειδικευμένων projects τα οποία υπερβαίνουν εκείνο που προσφυώς είχε ονομαστεί «μεγάλες αφηγήσεις».

Η νέα εθνική και ανασφαλής λαϊκότητα 

Απέναντι στο σύμπαν των απόκοσμων, ανέμελων και παγκοσμιοποιημένων, εκείνων που ανήκουν σε αυτό που θα ονομάζαμε «σφαίρα του νέου κοσμοπολιτισμού», διαγράφεται με σαφήνεια μια άλλη συλλογική ταυτότητα και ένα συναισθηματικό πλαίσιο αναφοράς, η ανασφαλής εθνική λαϊκότητα. 

Η τελευταία έχει και αυτή την εσωτερική της κλιμάκωση. Οι αγωνίες για την έκπτωση των συνόρων, ο βαθμός έκθεσης στους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης, η ικανότητα προσαρμογής στις μεταβολές του οικονομικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος, ποικίλλουν εντός αυτής της ομάδας. Η αναδίπλωση στην εικονολογία της λαϊκότητας, σε μια μονοσήμαντη εθνική αναφορά και η «μετατόπιση» του συνόρου –από πολιτική έννοια– σε μέγιστη φαντασίωση προστασίας από κάθε τι επικίνδυνο, δεν είναι στάσεις που αφορούν στον ίδιο βαθμό όλους τους μετέχοντες. Στην Ελλάδα αυτό έχει εμποδίσει προς το παρόν την εμφάνιση ενιαίας πολιτικής έκφρασης αυτής της ταυτότητας. Μπορούμε, όμως, να υποθέσουμε ότι οι δυσφορούντες και ανασφαλείς αντιδρούν σε ένα αρκετά συγκεκριμένο δίπολο, ή καλύτερα στον τρόπο που ο σύγχρονος κόσμος προσδιορίζει ό,τι ορίζεται εντός αυτού του διπόλου. Αντιδρούν, με άλλα λόγια, σε ό,τι ασχολείται με το ταυτοτικό ζήτημα και το κοινωνικό ζήτημα. Ενδεχομένως να αντιδρούν νιώθοντας ότι το κοινωνικό ζήτημα εγκαταλείπεται –από τις ιθύνουσες τάξεις και τους ριζοσπάστες του κοσμοπολιτισμού– σταδιακά υπέρ μιας πολιτικής των ταυτοτήτων. Επειδή, με άλλα λόγια, η έννοια της κοινωνικής εγγύτητας καθίσταται δευτερεύουσα προς όφελος μιας διαχείρισης που αφορά εν πολλοίς υπαρξιακά και ατομικά ζητήματα μα όχι τη συλλογική μας μοίρα. 

panagopoulos exΟι πολιτικές της Διαφοράς, η θεσμική και πολιτική υιοθέτηση της ατζέντας των δικαιωμάτων, η ιδεολογία της πολυπολιτισμικότητας και η μεταναστευτική-προσφυγική κρίση, η εισαγωγή της gender αποδόμησης του εθνικού-φαλλοκεντρικού σχήματος της νεωτερικότητας, μοιάζουν να λειτουργούν, σε Ευρώπη και Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά το 2015, ως αντιστάθμισμα της κοινωνικής έκπτωσης των μεσαίων στρωμάτων. Έχουν αντικαταστήσει, με άλλα λόγια –μέσα και από μια συνθήκη αδιόρατης επικοινωνίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς με το φιλελεύθερο κέντρο– ζητήματα όπως είναι η αναδιανομή των πόρων, η μείωση των κοινωνικών αποστάσεων, η ανοδική κινητικότητα. Όλα δηλαδή όσα απασχολούσαν το πολιτικό σύστημα και εν γένει τη δημόσια σφαίρα την εποχή όπου υπήρχε μια ισχυρή –παρότι ανομολόγητη–κοινή κουλτούρα των μεσοστρωμάτων και μια αίσθηση του ανήκειν σε μια σχετικά συμπαγή εθνική κοινότητα. 

Τα παραδείγματα των αντιθέσεων ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες είναι αρκετά στη σημερινή Ελλάδα. Ο νέος ελληνικός εθνο-μακεδονισμός που –εύκολα– πυροδοτήθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών, από τη μια, και η ανάπτυξη του κινήματος lgbt+ για τα δικαιώματα, από την άλλη, μπορούν να τοποθετηθούν αντικριστά λόγου χάρη, ως δύο παραδειγματικές εκδηλώσεις αυτής της διαίρεσης. Η πρώτη συσπείρωση δείχνει να λειτουργεί μετωνυμικά για την κοινωνική δυσφορία του έκπτωτου «μεσοαστισμού». Μα και η δεύτερη, ενώ εδράζεται σε πραγματικά αιτήματα ανθρώπινων ομάδων που βρίσκονται σε ένα είδος περιθωρίου, ελκύει κατά κανόνα τα πιο δυναμικά, ευαίσθητα και λειτουργικά ενσωματωμένα τμήματα της παλιάς μεσαίας τάξης. 

Το ίδιο ισχύει και για τις τοποθετήσεις γύρω από το Ισλάμ και την παρουσία του στην Ελλάδα. Το ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας και εν γένει της σύγκρουσης γύρω από τις ταυτότητες, όπως είπαμε, δεν παράγει σήμερα συντεταγμένες και δομημένες κοινωνικές ταυτότητες ή πολιτική εκπροσώπηση. Αποκτά, όμως, μιαν άλλη αξία στο μέτρο που μεταφέρει, άτσαλα και ανολοκλήρωτα βεβαίως, τη θεματολογία του εδάφους και των συνόρων. Οι δύο μείζονες κοινωνικοί φαινότυποι που καταγράψαμε μπαίνουν σε ανταγωνιστική σχέση μέσα από την επιλογή δυο αντίπαλων στρατηγικών: τη ρευστότητα του συνόρου του ανέμελου κοσμοπολιτισμού και το φάντασμα μιας επιστροφής στην περιχαράκωση με κλασικούς εθνοκρατικούς όρους.

Οι πρώτοι είναι κινητικοί και καταναλωτές νομαδισμού. Ταξιδεύουν και αξιοποιούν τα «νέα υπερεθνικά αυτονόητα» της ταξιδιωτικής πλατφόρμας, τους φθηνούς ναύλους και το Airbnb, τη γλωσσομάθειά τους και τις πολιτισμικές δεξιότητες αποτύπωσης της εμπειρίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αξιοποιούν υπέρ τους και την ανοικτή παγκόσμια αγορά εργασίας μετακινούμενοι. Είναι αυτοί που στην ανάγκη μπορούν να φύγουν από τη χώρα για να διεκδικήσουν καλύτερες αμοιβές ή μια εργασία που να τους εκφράζει και να ικανοποιεί την προσδοκία της αυτοπραγμάτωσης. 

Η ικανότητα παράκαμψης του εθνικού συνόρου και των περιεχομένων του οδηγεί και σε μια σχετικοποίησή του για τους εισερχόμενους. Πρόκειται για τη θετική στάση απέναντι στο μεταναστευτικό φαινόμενο που φτάνει ενίοτε στην υιοθέτηση των αιτημάτων του κινήματος No Borders. Πέραν της παραδοσιακής αντιρατσιστικής δέσμης ιδεών, αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις υιοθετούν –άτυπα και ενίοτε σε λανθάνουσα μορφή– το πολυπολιτισμικό μοντέλο υποδοχής των μεταναστών. Είναι το σημείο όπου οι αντιλήψεις περί ταυτοτήτων ως διαφορές οργανωμένων ομάδων-κοινοτήτων και της ετερότητας ως μηχανής αμφισβήτησης παραδοσιακών εθνοκρατικών δομών –και όχι ως ατομικό μπρικολάζ στο πλαίσιο μιας ευρύχωρης κουλτούρας εξατομίκευσης– συναντώνται στην προσφυγική κρίση που ξεκίνησε το 2015 και αναζωπυρώνεται το 2019. Οι πολιτικές της ετερότητας δεν προκύπτουν μόνον από πολιτισμικές μήτρες φιλελεύθερης ανοχής και ιδεολογικού κοσμοπολιτισμού, αλλά ενέχουν ενίοτε και αρκετά σαφή ορθολογικά κίνητρα. Στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη, η φροντίδα του μεταναστευτικού πληθυσμού ανοίγει και έναν οικονομικό κύκλο ή εγκαινιάζει αυτό που είναι γνωστό και ως Τρίτος τομέας της οικονομίας. Στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης, η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα –και ειδικότερα άνεργοι νέοι με υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα– μπόρεσε να έρθει σε επαφή με μια σχετικά προστατευμένη εργασία –που δεν υπόκειται στην ελληνική ιδιωτική αγορά– και ικανοποιητικές αμοιβές, μια και αυτές αναφέρονται σε ευρωπαϊκές κατά κύριο λόγο «τιμές», όπως και η χρηματοδότηση των περισσότερων σχετικών δράσεων.

Στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης, η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα –και ειδικότερα άνεργοι νέοι με υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα– μπόρεσε να έρθει σε επαφή με μια σχετικά προστατευμένη εργασία –που δεν υπόκειται στην ελληνική ιδιωτική αγορά– και ικανοποιητικές αμοιβές, μια και αυτές αναφέρονται σε ευρωπαϊκές κατά κύριο λόγο «τιμές», όπως και η χρηματοδότηση των περισσότερων σχετικών δράσεων.

Με τον ίδιο τρόπο που για κάποιους η κατάφαση στα ρευστά σύνορα παρέχει μια σαφή συναισθηματική και πολιτισμική διάκριση –και υπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα– κάποιοι άλλοι οχυρώνονται πίσω από τη μάταιη προσδοκία της ανάκτησης του παλιού συνόρου. Ένα σύνορο που φαντασιώνονται ως ανάκληση μιας ιστορικά πεπερασμένης εθνικής οικονομίας ικανής να συμπεριλαμβάνει και να εγκλωβίζει παραδοσιακές ή/και μοντερνιστικές νοηματοδοτήσεις του κόσμου. 

Αξίζει, πάντως, να επιμείνουμε ότι η διαμάχη για τη διαπερατότητα των συνόρων δεν είναι μόνο μια αφαίρεση ή μια μετάφραση ιδεολογικών συντεταγμένων της προοδευτικής-κοσμοπολίτικης κουλτούρας, από τη μία, και της παρωχημένης και αταβιστικής εθνικιστικής έξης, από την άλλη. Για να αποκτήσει το συνοριακό ζήτημα αυτή τη μετωνυμική του διάσταση χρειάζεται να έχει και μια σαφή υλική πλευρά. Είτε αυτή είναι οικονομικά μετρήσιμη είτε έρχεται να συμβολίσει αγωνίες και βιωμένους φόβους, ο κοινωνικός ανταγωνισμός για τα σύνορα δείχνει να εξειδικεύεται στο έδαφος. 

Οι παγκοσμιοποιημένες ελίτ είναι κατ’ ουσίαν αποεδαφικοποιημένες τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε εμπειρικό επίπεδο. Ο νομαδισμός δεν τους μετατρέπει βέβαια σε ριψοκίνδυνους New Age Travellers του ’60 και του ’70. Οι ιθύνουσες αυτές κοινωνικές δυνάμεις σχετίζονται με τη γη και την ιδιοκτησία με άλλους όρους από τον συμβατικό μικρο-ιδιοκτήτη του σπιτιού του. Σε καμία, πάντως, περίπτωση το τμήμα αυτό των μεσαίων στρωμάτων που αποσπάται από τον παλιό κορμό της μεσαίας τάξης δεν ζει την υπερσυνοριακή ζωή του απόκληρου ή του άσωτου. Είναι νομάδες από επιλογή. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η υπερσυνοριακή τους ιδεολογία ενίοτε –ειδικά για την Ελλάδα της εκτεταμένης μικροϊδιοκτησίας, συχνά και της δεύτερης κατοικίας–χρηματοδοτείται από τη δραστηριότητα-ιδιότητα του μικρού-land-owner.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η συγκεκριμένη κοινωνική πόλωση είναι παιδί της πάλαι ποτέ ενιαίας μεσαίας τάξης. Και ενίοτε καθρεπτίζει ή εδράζεσαι σε ανισότητες που προϋπήρχαν στο εσωτερικό της. Η ανάκτηση μέρους του απολεσθέντος εισοδήματος λόγω της βαριάς φορολογίας ακινήτων και της απαξίας της γης στα χρόνια της κρίσης (ΕΝΦΙΑ) μέσα από το Airbnb αφορά, π.χ., ανθρώπους που έχουν αξιοποιήσιμη περιουσία πέραν της ιδιοκατοίκησης και αποκλείει εκείνους που έχουν μόνο την ιδιόκτητη κατοικία τους, ζουν στο ενοίκιο ή ως νέο νοικοκυριό προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν από την οικογενειακή ακίνητη περιουσία. Για τους πρώτους, εκείνους που εκτός από την κύρια κατοικία τους διαθέτουν και ένα δεύτερο τουλάχιστον ακίνητο προς ενοικίαση, η συμμετοχή στην οικονομία του παγκοσμιοποιημένου διαμοιρασμού σημαίνει και μια νέα αντίληψη για την πόλη και τους τόπους ζωής γενικώς. Καθιστά την πόλη πλατφόρμα εξατομικευμένης επιχειρηματικότητας και τόπο εκμάθησης σε μια εκδοχή απολαυστικού νομαδισμού και αστικού τουρισμού. 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Σύγχρονα κάτοπτρα της ελληνικότητας, της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη (προδημοσίευση)

Σύγχρονα κάτοπτρα της ελληνικότητας, της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη «Σύγχρονα κάτοπτρα της ελληνικότητας – Ιδέες και Ιδεολογήματα στον 20ο αιώνα», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«…επιχειρώντας, έτσι, μια συνοπτικ...

Συγχώρεση – Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, Συλλογικός τόμος (προδημοσίευση)

Συγχώρεση – Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, Συλλογικός τόμος (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τον συλλογικό τόμο «Συγχώρεση – Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση», σε επιμέλεια του Ιωάννη Βαρτζόπουλου, που κυκλοφορεί στις 16 Απριλίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είναι στη φύση του ανθρώπου η δυνατότ...

Τεχνητή νοημοσύνη: Μια διακριτική απομυθοποίηση, του Γιώργου Γιαννακόπουλου (προδημοσίευση)

Τεχνητή νοημοσύνη: Μια διακριτική απομυθοποίηση, του Γιώργου Γιαννακόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Γιώργου Γιαννακόπουλου «Τεχνητή νοημοσύνη: Μια διακριτική απομυθοποίηση», το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Απριλίου από τις εκδόσεις Ροπή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τεχνητή νοημοσύνη και επιβίωση της ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Μαξ Φρις: «Η ζήλια είναι ο φόβος της σύγκρισης»

Μαξ Φρις: «Η ζήλια είναι ο φόβος της σύγκρισης»

Μια μέρα σαν σήμερα, 15 Μαΐου 1911, γεννήθηκε στη Ζυρίχη ο Μαξ Φρις, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής γερμανόφωνης λογοτεχνίας. 

Του Λεωνίδα Καλούση

Ο Μαξ Φρις μεγάλωσε στη Ζυρίχη με τον πατέρα του, Φραντς Μπρούνο Φρις κ...

Ημέρα της μητέρας, της Νέλε Νόιχαους (προδημοσίευση)

Ημέρα της μητέρας, της Νέλε Νόιχαους (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Nele Neuhaus «Ημέρα της μητέρας» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής), το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Κάθε φτυαριά κοσκινιζόταν σχολαστικά, τα αντικε...

Πέρα από την Επιστήμη και τη Θρησκεία

Πέρα από την Επιστήμη και τη Θρησκεία

Για τον συλλογικό τόμο «Πέρα από την Επιστήμη και τη Θρησκεία – Νέες φιλοσοφικές και ιστορικές προσεγγίσεις» (Επιμελητές τόμου: Σωτήρης Μητραλέξης, Paul Tyson, Peter Harrison, επίμετρο: Αθανάσιος Σ. Φωκάς, εκδ. Ροπή). Κεντρική εικόνα: Γαλιλαίος: «Κι όμως γυρίζει».

Του Μύρωνα Ζαχαράκη

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Ημέρα της μητέρας, της Νέλε Νόιχαους (προδημοσίευση)

Ημέρα της μητέρας, της Νέλε Νόιχαους (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Nele Neuhaus «Ημέρα της μητέρας» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής), το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Κάθε φτυαριά κοσκινιζόταν σχολαστικά, τα αντικε...

Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, της Έλενας Χουζούρη (προδημοσίευση)

Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, της Έλενας Χουζούρη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Έλενας Χουζούρη «Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού – Μια παλιά ιστορία», το οποίο κυκλοφορεί στις 20 Μαΐου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ι ...

Σύγχρονα κάτοπτρα της ελληνικότητας, της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη (προδημοσίευση)

Σύγχρονα κάτοπτρα της ελληνικότητας, της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη «Σύγχρονα κάτοπτρα της ελληνικότητας – Ιδέες και Ιδεολογήματα στον 20ο αιώνα», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«…επιχειρώντας, έτσι, μια συνοπτικ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Οκτώ καλά αστυνομικά μυθιστορήματα

Οκτώ καλά αστυνομικά μυθιστορήματα

Επιλογή οκτώ μεταφρασμένων αστυνομικών μυθιστορημάτων από τις πρόσφατες κυκλοφορίες.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

...

Τσερνομπίλ: 35 χρόνια μετά, οκτώ βιβλία

Τσερνομπίλ: 35 χρόνια μετά, οκτώ βιβλία

Ήταν Σάββατο του Λαζάρου 26 Απριλίου 1986 όταν σημειώθηκε το μεγαλύτερο, μέχρι τότε, πυρηνικό δυστύχημα στην ιστορία. Μια σειρά εκρήξεων προκάλεσε την καταστροφή του αντιδραστήρα 4 του Πυρηνικού Σταθμού Παραγωγής Ενέργειας στο Τσερνομπίλ της τότε Σοβιετικής Ένωσης και σημερινής Ουκρανίας. Τριάντε πέντε χρόνια μετά, ...

Κακοποίηση: Βιβλία για παιδιά κι εφήβους που μιλούν ανοιχτά

Κακοποίηση: Βιβλία για παιδιά κι εφήβους που μιλούν ανοιχτά

Πώς μιλάμε στα παιδιά για τη σεξουαλική κακοποίηση; Για τη βία που βιώνουν συνομίλικοί τους, για τα τραύματα, την οδυνηρή και μοναχική πορεία των θυμάτων μέχρι που ορισμένα, λίγα, παιδιά καταφέρνουν να βρουν το κουράγιο και τα λόγια για να μιλήσουν; Πώς αποτυπώνουν οι συγγραφείς βιβλίων για παιδιά και για εφήβους τη...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

22 Απριλίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Αυτά είναι τα έξι βιβλία που διεκδικούν το International Booker Prize 2021

Ανακοινώθηκαν τα έξι βιβλία μεταφρασμένης πεζογραφίας στα αγγλικά, τα οποία διεκδικούν το International Booker Prize 2021. Δείτε ποια βιβλία έχουν μεταφραστεί στα

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ