
«Σήμερα ξύπνησα μ’ ένα αίσθημα έλλειψης. Είχα γυρίσει από ένα μεγάλο ταξίδι κι αυτό που ένιωσα ήταν ότι μου έλειπε ένας κήπος. Ήθελα να σηκωθώ και ν’ ασχοληθώ μόνο με τα τριαντάφυλλά μου». Kεντρική εικόνα: ® Josh Hild/Unsplash.
Tης Αλίκης Καγιαλόγλου
Σήμερα ξύπνησα μ’ ένα αίσθημα έλλειψης. Είχα γυρίσει από ένα μεγάλο ταξίδι κι αυτό που ένιωσα ήταν ότι μου έλειπε ένας κήπος. Ήθελα να σηκωθώ και ν’ ασχοληθώ μόνο με τα τριαντάφυλλά μου. Να κόψω τα ξερά τα φύλλα, να ανακατέψω το χώμα τους, να βάλω τα δάχτυλά μου μέσα βαθιά στις ρίζες τους και να μαντέψω τις ανάγκες τους. Μ’ αυτή τη σκέψη βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα μελαγχολικά τις λίγες γλαστρούλες που μου είχαν απομείνει από την τελευταία μετακόμιση. Τρία γεράνια, τρεις φτέρες, ένα μικρό γιασεμί, ένα φυλλόδεντρο, τρεις γαρδένιες υπό ανάπτυξη, μια Ζάκυνθος, ένας Βόλος, μια Τεργέστη. Συνήθως τα φώναζα με τα ονόματα της πόλης που τα είχα βρει ή τα ονόματα αυτών που μου τα είχαν χαρίσει γιατί έτσι κι αλλιώς δεν θυμόμουν τις αληθινές τους ονομασίες.
Από μετακόμιση σε μετακόμιση, όλο και λιγότερες κρατούσα γιατί όλο και σε μικρότερα σπίτια έμενα κι αυτό μου δημιουργούσε μια περίεργη θλίψη. Συγχρόνως, όμως, αποκτούσα και μια πιο στενή σχέση με τις εναπομείνασες γλαστρούλες. Ας πούμε, με πείραξε πολύ ο θάνατος της «Φλέρυς», ενός μικρού κάκτου με κόκκινα μικρά λουλούδια που εκείνη μου είχε χαρίσει όταν είχε έρθει να μ΄ακούσει στο ρεσιτάλ στην Πεντέλη, στη Δούκισσα της Πλακεντίας, αλλά χοροπηδούσα σαν τρελή από τη χαρά μου και χάϊδευα τρυφερά τα καινούρια φυλλαράκια ενός ξεκινήματος που έκανε ένα δεντράκι εσωτερικού χώρου που νόμιζα ότι είχε οριστικά πεθάνει. Ένα δεντράκι που είχα παρεούλα για είκοσι περίπου χρόνια, «ενθύμιον παλαιού εραστού» το είχα ονομάσει.
Η σχέση μου με τα φυτά είναι περίεργη. Μπορεί για κάμποσο καιρό να μην ασχοληθώ καθόλου μαζί τους. Αλλά μόλις βάλω τα δάχτυλά μου στο χώμα τους, ξέρω ακριβώς τι επιθυμούν. Μπορεί ο τρόπος αυτός να μου δημιουργεί λίγα προβλήματα. Σιχαίνομαι, ας πούμε, τα σκούρα σημάδια στα νύχια από το χώμα που καθόλου εύκολα δεν φεύγουν κι ανατριχιάζω στη σκέψη ότι μπορεί να συναντηθώ με κάποιο σκουληκάκι, αλλά έχω καταλήξει: είναι σωτήριος. Με αυτή την επαφή μου δείχνουν τις ανάγκες τους για φως, για νερό, για αγάπη.
Έχω περάσει ώρες ευτυχίας παρατηρώντας τις ρίζες τους μέσα στο νερό έτσι όπως τις διαπερνούν οι ακτίνες του ηλίου.
Σκέφτομαι επίσης ότι δεν μ’ αρέσει να κόβω τα λουλούδια τους όταν αυτά είναι σε πλήρη άνθιση, παρ’ όλο που κάνω ακριβώς το αντίθετο με όποιο ξένο λουλούδι βρεθεί μπροστά μου. Παλιότερα, είχα κι ένα μικρό ψαλίδι πάντα μαζί μου, γιατί πρέπει να το ομολογήσω, με βοηθάει αφάνταστα η παρουσία του στο σπίτι, μέσα στα γυάλινα βάζα που πάντα τα τοποθετώ. Έχω περάσει ώρες ευτυχίας παρατηρώντας τις ρίζες τους μέσα στο νερό έτσι όπως τις διαπερνούν οι ακτίνες του ηλίου.
Η μόνη εξαίρεση ήταν για τον μικρό μου φίλο της απέναντι πολυκατοικίας. Έμενε στο τεσσάρι του δευτέρου. Η μαμά του, μια γλυκιά πρώην γαζέλα από το Μαρόκο (είχε αρχίσει να παχαίνει επικίνδυνα) κι ο μπαμπάς του, ένας πολύ πολύ χονδρός Γάλλος, του παρείχαν όλες τις ανέσεις που κάνουν υποτίθεται διασκεδαστική τη ζωή ενός δίχρονου. Ποδήλατο στο μεγάλο μπαλκόνι και μια μεγάλη φουσκωτή πισίνα για να πλατσουρίζει γυμνούλης. Αλλά ο μικρός συχνά πυκνά κοίταζε μελαγχολικά, κρατημένος από τα κάγκελα, κάτω στο δρόμο. Παρατηρώντας τον από ψηλά -στον τέταρτο, εγώ- προφασιζόμενη ότι θα του φτιάξω το κέφι, με κωμικές χειρονομίες αλλά και με τη βοήθεια των λουλουδιών που του πέταγα και που ποτέ δεν έφταναν σ’ αυτόν, άρχισα όλο και πιο συχνά να βγαίνω στο μπαλκόνι. Κι όλο και πιο συχνά, να κοιτάζει ο μικρός ψηλά.
Σιγά σιγά, κάτι λεξούλες άρχισαν ν’ ακούγονται, λίγες ήξερε ο μικρός, λίγες άλλωστε κι εγώ, στα γαλλικά. Μία από αυτές έγινε και το σημείο αναφοράς μας. Του έγνεφα να έρθει σε μένα κι εκείνος, με τη φωνούλα του, μου απαντούσε «mais non». Εγώ του ξαναφώναζα «mais oui» και ξανά «mais non» και ξανά «mais oui» και μόνο μ’ αυτή τη φράση που λέγαμε και είκοσι φορές, ξεκινούσε ένα ατέλειωτο παιχνίδι που μας έκανε να γελάμε χωρίς να χρειάζεται απολύτως τίποτε άλλο.
Όλα αυτά τα σκεφτόμουν σήμερα που μου ΄λειπε ο κήπος. Κι όπως βγήκα στο μπαλκόνι, έπεσε το μάτι μου στον δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας. Μια κυρία, εντελώς άγνωστη, λεπτή και κομψή, ακουμπούσε στα κάγκελα, κι από πίσω της, ορθάνοιχτες πόρτες έδειχναν ένα απίστευτα άδειο διαμέρισμα. «Main non» φώναξα. «Mais oui», ξαναείπα χαμηλά και μπήκα μέσα.
Θυμήθηκα ότι ήθελα να του χαρίσω έναν από τους δύο ανεμόμυλους που είχα στο μπαλκόνι, κι όλο «αύριο» έλεγα.
Συχνά νομίζω ότι ο χρόνος «είναι με το μέρος μου».
H Aλίκη Καγιαλόγλου είναι τραγουδίστρια με διεθνή σταδιοδρομία. Μελέτησε αρχικά τραγούδι ως υπότροφος του Ωδείου Αθηνών με τη Μαρία Καλφοπούλου και τι αργότερα με τους Φραγκίσκο Βουτσίνο και Σπύρο Σακκά. Συνεργάστηκε με δύο από τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Εμφανίζεται από το 1982 σε ρεσιτάλ σε Ελλάδα και εξωτερικό. Εχει ερμηνεύσει Σεφέρη, Ελύτη, Καβάφη, Ρίτσο, Αναγνωστάκη, Γκάτσο, Λόρκα, Φερέρ κι άλλους. Κόρη της είναι η γνωστή σοπράνο Ελένη-Λυδία Σταμέλλου. Τελευταία συνδημιουργεί και συμμετέχει σε παραστάσεις βασισμένες σε μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Παπαδιαμάντης ή στο προσεχές διάστημα ο Πεσσόα.






















