tramPatras

Το ουράνιο πέπλο πάνω απ’ την Αχαϊκή πρωτεύουσα έστεκε μετέωρο. Απ’ τη μία πλευρά, το γαλάζιο υπόστρωμα προσέδιδε τόνο ρυθμιστικό στην επαπειλούμενη σύγκρουση που μαίνονταν στο πεδίο των μαχών. Τα λευκά σύννεφα, αθώα στην όψη των, μαζεύονταν σε παρέες σχηματίζοντας μικρά γεωμετρικά σχήματα πολυγωνικής κατασκευής.

Του Αντώνη Χαριστού

Από την άλλη πλευρά, τα γκριζωπά σύννεφα πλησίαζαν ολοένα με βήμα γοργόν ενδεδυμένα βρόχινες στολές εκστρατείας. Πράγματι, η σύγκρουση ήτο σφοδρή. Το γαλάζιο σανίδι της σκηνής μαύρισε υπό το βάρος της καταιγίδας. Ο ήλιος, με τις πορφυρές έως εκείνη τη στιγμή ακτίνες του, σε περιστροφική κίνηση να αχνοφαίνεται κοπιωδώς πίσω από παραπετάσματα αποξενώσεως, βυθίστηκε στη ματαιότητα της φυσικής εναλλαγής των πραγμάτων. Μαζί του το αστικό τοπίο πλημμύρισε από μεγεθυμένες σταγόνες δροσερής αναπνοής καθώς έσκαγαν παταγωδώς στα αρχιτεκτονικά σχέδια των Πατρών. Οι δρόμοι, στις χωμάτινες απολήξεις των, εκτίνασσαν τις σκονισμένες επιφάνειές των σε κάθε άγγιγμα της βροχής, με τις εκλεπτυσμένες αισθήσεις της τελευταίας, όση ώρα τα πέλματα ανθρώπων και μηχανοκίνητων οργάνων τρεμόπαιζαν από φόβο στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια μήπως και προφτάσουν να διασώσουν το σαρκίο των. Η κοσμοπλημμύρα των προηγούμενων ωρών εν μία στιγμή καρατομήθηκε και οι διερχόμενοι, που μετά βίας απέτρεπαν τις μετωπικές των συγκρούσεις, τώρα χάθηκαν από προσώπου γης. Πνιγηρή σιωπή περικύκλωσε τα στενά δρομάκια και τη λεωφόρο του βασιλέως Γεωργίου Α΄. μοναδική συντροφιά απόμεινε ο ήχος απ’ τις σταγόνες που έγλειφαν με ζέση κάθε πτυχή του αστικού χώρου. Και καθώς η κουρτίνα του θεάτρου έκλεισε και άνοιξε από την αρχή τα σύννεφα με το βαρύ φόρτο εργασίας, εκτονωμένα με απύθμενη βαναυσότητα στο άσπιλο σώμα της πατρινής γης, απομακρύνθηκαν βουβά για άλλες πολιτείες. Στη θέση των ο ήλιος, λαμπερός και φωτεινός με απαράμιλλη χάρη, έλαμψε στην κορυφή του ορίζοντα. Τα λευκά σύννεφα ακολούθησαν καταπόδας συνοφρυωμένα απ’ την προηγηθείσα αιματοβαμμένη παραγκώνισή των. Οι γνώριμοι ήχοι του άστεως επανήλθαν στην πρότερη κατάσταση. Ομοιόμορφες φιγούρες θα γέμιζαν ασφυκτικά τους δρόμους και ιαχές απ’ τους βαρύγδουπους κρότους των πνευμόνων θα σχημάτιζαν μία σειρά από εκκωφαντικές συμφωνίες. Τα μηχανοκίνητα οχήματα, οι άμαξες με τα άλογα και οι επαγγελίες των εμπόρων κατά μήκος των κεντρικών αρτηριών υπηρετούσαν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων της ημερησίας διατάξεως των Πατρών.

Απ’ το βάθος της οδού Μεταμορφώσεως, απ’ τις προσφυγικές συνοικίες, μία νωχελική ανθρώπινη παρουσία ζωγραφίζονταν στο βάθος των οπτικών συνόρων. Ένας μεσήλικας άνδρας με αρρενωπά χαρακτηριστικά και ρυτιδιασμένο δέρμα σκαλισμένο από το πέρασμα του χρόνου έσερνε απ’ τα χαλινάρια το άλογο και μαζί του την άμαξα. Το άλογο, ο Μιχαλιός, συνόδευε τα βήματά του. Η άμαξα καθώς πλησίαζε στην πλατεία «Ελευθερίας» ολοένα αποκαλύπτονταν στην μεγαλοπρέπειά της. Στην ξύλινη από οξιά κατασκευή της δέσποζε κουβούκλιο με δερμάτινες εσωτερικές επενδύσεις και τζαμαρίες στις δύο θύρες των επιβατών. Στεφανωμένη στον εσωτερικό της διάκοσμο με ταπετσαρίες εποχής προσέδιδε κύρος και υπεραξία στην όψη της. Ο άνδρας βαστώντας τα χαλινάρια σιγομουρμούριζε. Δίχως να το καταλάβει βρέθηκε ενώπιον των υπολοίπων αμαξάδων συγκεντρωμένοι καθώς ήτο στο κεντρικό σημείο του άστεως. Σε πλήρη διαρρύθμιση του κύκλου εργασιών οι οδηγοί έστηναν τις άμαξές των τη μία πίσω από την άλλη στη σειρά. Σαν δείκτες ρολογιού ανέμεναν καρτερικά τους υποψήφιους πελάτες των. Κάθε επιστροφή από διαδρομή με την άμαξα έθετε τον οδηγό στο τέλος της σειράς έως ότου σημάνει η ώρα για νέα υπηρεσία.

«Κυρ Γιώργη, τι μουρμουράς;» διέκοψε απότομα την περισυλλογή η φωνή του Γρηγόρη.

Ο άνδρας σταμάτησε την πορεία του. Συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει στον προορισμό του. Λίγο ακόμα και θα έβγαινε στην άλλη άκρη της πλατείας.

«Καλώς μας ήρθες! Σιδερένιος! Τώρα δα ρωτούσα για σένα αν θα φανείς»
«Νιώθω καλύτερα»
«Η βροχή, τί βροχή δηλαδή, κατακλυσμός σωστός άφησε πίσω της λάσπη και κρύο»
«Δε βαριέσαι. Μετρούσα τις μέρες για να βρεθώ στην πρώτη γραμμή και τώρα που έγιαινα θα με σταματούσε η βροχή; Δε με βαστούσε το σπίτι άλλο. Ήθελα ν’ ανασάνω»
«Λάβε τη θέση σου πίσω απ’ του Βασίλη. Οι άλλοι δε φάνηκαν ακόμη».

Ο άνδρας δίχως δεύτερη σκέψη έστρεψε το άλογο και το εναπόθεσε εν πλήρει τάξη στην κατάλληλη θέση. Χάιδεψε το λαιμό του αλόγου κι έγειρε την κεφαλή όπως του απευθύνει το λόγο. Το άλογο σα σε συνεννόηση χλιμίντρησε και απ’ το κρύο που έζωνε την πλατεία ξεφούρνισε μία μάζα χνώτου διαπλασμένη σε όλο το μήκος έμπροσθέν του.

«Δε θα μείνουμε για πολύ έξω. Δεν θα ‘χει κόσμο απόψε. Μια δυο ώρες και θα γυρίσουμε στο μαχαλά» τόνισε ενοχικά μιλώντας στο ζωντανό.

Ο Γρηγόρης που έστεκε πιο πέρα βλέποντας τον κυρ Γιώργη να συνομιλεί με το άλογο χαμογέλασε και πλησίασε σιμά του. Μόλις βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής ακούμπησε την παλάμη του χεριού του στον ώμο του.

«Πάλι με το άλογο κουβεντιάζεις; Άντε, έλα να σε τρατάρω κονιάκ. Με τόσο κρύο που ‘βγάλε μόνο αυτό θα ζεστάνει τα σώματά μας»
«Μιας και δεν θα ζεσταθεί η τσέπη μας απόψε» απάντησε χαμογελώντας εκείνος.

Ο νέος γέλασε και τα δόντια του πετάχτηκαν έξω από τα χείλη. Οι δυο τους κίνησαν για τον καφενέ του μπάρμπα Θόδωρα. Τέτοια ώρα, μονάχα εκείνοι και άλλα δυο πρόσωπα που ξέμειναν καπνίζοντας αρειμανίως διασάλευαν το τοπίο. Οι δυο τους κάθισαν στα τελευταία διαμερίσματα του χώρου. Μόλις ο μαγαζάτορας αντιλήφθηκε την παρουσία τους έσπευσε σιμά τους.

«Καλώς τους αμαξάδες! Δεν έχει μεροκάματο σήμερα;»
«Η βροχή βλέπεις αραίωσε τον κόσμο. Όπου να ‘ναι όλο και κάποιος ξεχασμένος της ημέρας θα ζητήσει να τον μεταφέρουμε».

Ο κυρ Γιώργης δε μίλησε. Έστεκε ασάλευτος παρατηρώντας τους δύο συνομιλητές.

«Τα νέα έρχονται και φεύγουν αλλά όλο και κάτι μαγειρεύεται στο παρασκήνιο» υπογράμμισε όλο νόημα ο μαγαζάτορας.
«Για ποιο πράγμα μιλάς»
«Για την ιταλική εταιρία που έρχεται για να κατασκευάσει ηλεκτρικό τροχιόδρομο εδώ στην Πάτρα. Τραμ, νομίζω το λένε».

Τα όμματα του κυρ Γιώργη άστραψαν αιφνιδίως. Ο φόβος και το αίνιγμα σκάλιζαν επιμελώς το πρόσωπό του. Στο ρυτιδιασμένο του μέτωπο σχηματίστηκαν βουνοκορφές απορίας κι ένα ερωτηματικό νεύμα διέκοψε τη συζήτηση.

«Ηλεκτρικό; Στην Πάτρα;»
«Μάλιστα, κυρ Γιώργη. Ο κόσμος αλλάζει καθώς φαίνεται. Οι άμαξες πια θα είναι εκθέματα στο μουσείο» έκανε ο μαγαζάτορας και γέλασε ειρωνικά.

Ο κυρ Γιώργης δαγκώθηκε. Τα χείλη του πίεσαν το εγκλωβισμένο αίμα όση ώρα οι κυνόδοντες έμπηγαν στη σάρκα των τις κοφτερές αιχμές των. Μύριες σκέψεις κατέκλυσαν μεμιάς τα εγκεφαλικά του διαζώματα. Το μέλλον έμοιαζε δυσοίωνο καθώς αχνοφαίνονταν στα λόγια του Γρηγόρη. Εκτεταμένη σιωπή εγκαθιδρύθηκε μεταξύ των παρισταμένων.

«Τι να σας φέρω;» διέκοψε την περισυλλογή ο μαγαζάτορας τοποθετώντας μία λευκή πετσέτα στον ώμο.
«Δυο ποτήρια κονιάκ να μας ζεστάνουν απ’ το κρύο»
«Αμέσως» έκανε κι έφυγε για την κουζίνα. Λίγο αργότερα θα επέστρεφε με την παραγγελία ανά χείρας.
«Ορίστε»
«Να ‘σαι καλά Θόδωρε!»
«Και δε μου λες;» έκανε ο κυρ Γιώργης καθώς τον κατάτρωγαν οι αμφιβολίες. «Πότε θα ανακοινώσουν τα έργα για τον ηλεκτρικό;» ρώτησε με φανερή διάθεση για περαιτέρω συλλογή λεπτομερειών.
«Μισό λεπτό» έκανε ο Θόδωρος καθώς κίνησε να φέρει την εφημερίδα που κείτονταν στο διπλανό τραπέζι. «Να, εδώ διάβασε. Το γράφει καθαρά».

Ο κυρ Γιώργης έμεινε ανέκφραστος. Κοκκάλωσε την κόρη του ματιού στο πρόσωπο του Θόδωρου. Με μια κίνηση αμηχανίας σήκωσε το ποτήρι με το κονιάκ κι έσπρωξε βιαίως το ποτό στον οισοφάγο. Σκούπισε το υγρό απόθεμα στις άκρες των χειλιών και ζήτησε δεύτερο ποτήρι. Ο Γρηγόρης παρατήρησε την δυσκολία στην οποία είχε περιέλθει ο κυρ Γιώργης. Μη γνωρίζοντας γράμματα ήτο αδύνατο να αναγνώσει τα τεκταινόμενα του Τύπου. Οι λέξεις έμοιαζαν απροσπέλαστα χαρακώματα αραδιασμένα στο χαρτί.

«Μη χολοσκάς κυρ Γιώργη. Φέρε σε μένα να δω τι γράφουν» και αμέσως εκείνος παίρνει στα χέρια του την εφημερίδα. Καθώς τη διάβαζε οι τριχωτές σχισμές των φρυδιών του ανεβοκατέβαιναν με τρόπο που προκάλεσαν γέλωτα στον κυρ Γιώργη.
«Ανάθεμά τους!» βροντοφώναξε συγχυσμένος ο Γρηγόρης και αυτομάτως το γέλιο κόπασε. Το πρόσωπό του είχε λάβει μία αυστηρή στάση τρεμάμενης αλήθειας.
«Μα, τί συμβαίνει;» έκανε ανήσυχα ο κυρ Γιώργης.

Ο Γρηγόρης απώλεσε φιάλες αίματος όση ώρα το χρώμα του προσώπου του λεύκαζε ολοσχερώς. Ξάφνου, σηκώθηκε απότομα από τη θέση του. Τύλιξε την εφημερίδα στην μασκάλη και εξήλθε του καφενέ αφήνοντας κέρασμα το κονιάκ.

«Πάμε, κυρ Γιώργη»
«Τί έγινε;» έκανε ο μαγαζάτορας καθώς σέρβιρε το δεύτερο ποτήρι στο τραπέζι.

Ο Γρηγόρης είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά βήματα όταν πίσω του πετάχτηκε ο κυρ Γιώργης. Πρόλαβε να βρέξει τα χείλη του με σταγόνες οινοπνεύματος προτού χαιρετίσει βιαστικά τον Θόδωρο που τους κοιτούσε με απορία. Με βήμα γοργόν εξήλθε του χώρου και με τις άκρες των ματιών του αναζήτησε τον Γρηγόρη. Ο τελευταίος είχε ήδη φτάσει στο κέντρο της πλατείας και περικυκλωμένος καθώς ήτο απ’ τους αμαξάδες μιλούσε μεγαλοφώνως για τα όσα αναλυτικά η εφημερίδα παρουσίαζε. Ανάμεσά τους σύντομα βρέθηκε και ο κυρ Γιώργης. Τα πρόσωπα σκυθρωπά είχαν στήσει την ακοή τους ώστε να ακούσουν και να κατανοήσουν όσα μελλούμενα επικρέμονταν πάνω απ’ τις ζωές των σα Δαμόκλειος σπάθη.

«Εδώ το γράφει ολοκάθαρα. Εντός των ημερών αναμένεται να εκκινήσουν οι εργασίες. Από το Δημαρχείο θα εκκινά το σταθμός του τραμ. Εκεί θα στηθούν οι πρώτοι τροχιόδρομοι και τα ηλεκτρικά καλώδια. Μέσα σε ένα μήνα θα έχει ολοκληρωθεί η σύνδεση των κεντρικών οδών της πόλεως. Όλα έχουν συμφωνηθεί και οι υπογραφές έχουν λάβει επίσημη θέση στα συμβόλαια».
«Τί σημαίνει αυτό για μας;» μια φωνή απ’ το πλήθος παρενέβει αντανακλώντας τους φόβους ολονών.
«Σημαίνει ότι σύντομα θα αποτελούμε ανάμνηση. Ποιος θα προτιμά τις άμαξες και τα άλογα όταν θα δύναται εντός ολίγων λεπτών της ώρας να βρίσκεται στον προορισμό του;» έκανε θυμωμένα ο Γρηγόρης κι ύστερα άνοιξε διάπλατα την εφημερίδα να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του. Μάταια αναζητούσε ανάμεσα στις λέξεις εκείνες τις γραμμές ελπίδας που θα ανέτρεπαν τις πρώτες εντυπώσεις και την δραματική εικόνα που είχε ήδη σχηματιστεί μεταξύ των.
«Όχι, είναι αλήθεια. Τα έργα αναμένεται να αρχίσουν την προσεχή εβδομάδα»
«Τί μας μέλλει να πράξουμε;»
«Να τους σταματήσουμε!» άναψε την σπίθα της οργής εις εξ αυτών. «Να μην τους επιτρέψουμε να μας θάψουν ζωντανούς!» συμπλήρωσε εμφατικά.

Μαζί του άπαντες συμφώνησαν με μια φωνή. Το λόγο έλαβε ο κυρ Γιώργης, ο γηραιότερος απ’ τους παρισταμένους.

«Ήμουν επτά ετών όταν ο αείμνηστος πατήρ μου με τράβηξε μια Κυριακή πρωί μετά τον εκκλησιασμό στην άμαξα. Φέραμε έξι επτά γύρες τη Σμύρνη. Έκτοτε δεν έλειψα ούτε μέρα από την άμαξα. Συν τω χρόνω αγοράσαμε καινούργιο άλογο. Τον ονόμασα Μιχαλιό. Και τί δεν ζήσαμε αντάμα. Το κυριότερο, τον ξεριζωμό και την καταστροφή. Κι εδώ που φτάσαμε, με ένα πανταλόνι και μία πουκαμίσα, είχα συντροφιά την άμαξα και τον Μιχαλιό. Πουλήσαμε όλα μας τα υπάρχοντα ίνα σώσουμε την άμαξα και το άλογο. Δεν θα τον άφηνα. Μαζί του θα πέθαινα αλλά δεν θα τον άφηνα μονάχο. Από την φλεγόμενη Σμύρνη περάσαμε στην Αθήνα και από κει μας μετέφεραν στην Πάτρα. Πόσες αντιξοότητες, πόσα βάσανα, πόσες δυσκολίες κι όμως με τον Μιχαλιό δε μείναμε ποτέ ο ένας δίχως τον άλλο. Και από τότε περάσαν ήδη δεκατρία χρόνια. Η άμαξα πήρε όνομα ξακουστό στους δρόμους των Πατρών. Συνταγματάρχες, δικαστές, τοπικοί άρχοντες και λογιών λογιών κόσμος κάθισε αναπαυτικά στις μεταξωτές του θέσεις. Και ο Μιχαλιός να τραβά δίχως σταματημό την άμαξα με καμάρι. Τώρα; Τώρα μας φέρνουν τον διάολο. Ηλεκτρισμός σημαίνει διάολος μεταμορφωμένος. Μέσα στις πόλεις τί θωρούν οι ράγες;»
«Όπως τα λέει ο κυρ Γιώργης είναι» συμφώνησαν οι υπόλοιποι.
«Κι εμείς τί θ’ απογίνουμε; Φέρανε το διάολο στα σπίτια μας. Ούτε ημείς ούτε τα ζωντανά μας θα ‘χουν αξία από δω και πέρα. Οι περισσότεροι εξ ημών θρέφουμε με ψίχουλα τις οικογένειές μας. Πώς θα τα βγάλουμε στο εξής;»
«Πρέπει να το σταματήσουμε! Εν ανάγκη να αποταθούμε στο Δήμαρχο και στους πολιτευτές του τόπου» υποστήριξαν με θέρμη άλλοι.
«Αύριο κιόλας, πρωί πρωί, να επισκεφτούμε το Δήμαρχο. Να του μιλήσουμε. Γνωριζόμαστε χρόνια τώρα. Δεν μπορεί, θα μας καταλάβει. Να βρεθεί μια λύση να σωθεί το σπιτικό μας»
«Η μόνη λύση είναι να ακυρωθεί εν τοις πράγμασι το σχέδιο για τροχιόδρομο στην Πάτρα. Σε τούτο δω τον τόπο δεν χρειαζόμαστε ηλεκτρικό. Οι άμαξες ημών χρόνια τώρα υπηρετούν τους πολίτες με απαράμιλλο ζήλο και σεβασμό. Ουδείς εξέφρασε ποτέ το παραμικρό παράπονο» υποστήριξε με πάθος ο Γρηγόρης.
«Αύριο πρωί πρωί στον Δήμαρχο» τόνισε εκ νέου ο κυρ Γιώργης και άπαντες συμφώνησαν μαζί του.

Απ’ το απέναντι κτήριο της χωροφυλακής εξήλθε βιαστικός ο διοικητής. Κάθε βράδυ μετά το πέρας της υπηρεσίας ζητούσε απ’ τον κυρ Γιώργη να τον μεταφέρει στην οικία του. Ήτο η πλέον δύσκολη στιγμή στην ημερήσια εργασία του αμαξά καθώς σπανίως τον πετύχαινε στην πρώτη σειρά της αναμονής με αποτέλεσμα να παρακάμπτει τους υπολοίπους. Οι τελευταίοι αν και ένιωθαν θιγμένοι δεν κάκιωναν με τον κυρ Γιώργη. Ενώπιον του διοικητού ουδείς τολμούσε όπως εκφράσει φανερά τη δυσαρέσκειά του. Με τη στολή και τις δάφνες στο πέτο πλησίασε στο σημείο που βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οι αμαξάδες.

«Κυρ Γιώργη! Κυρ Γιώργη!» έκανε αναζητώντας τον ανάμεσα στο πλήθος.
«Εδώ, κύριε διοικητά!» αναφώνησε εκείνος καθώς έβγαζε το καπέλο του όπως χαιρετίσει τον διοικητή.
«Σε παρακαλώ, είναι ώρα να πηγαίνουμε. Έχω αργήσει και η κυρά θα βάνει τις φωνές»
«Αμέσως, κύριε διοικητά. Σελώνω τον Μιχαλιό και φεύγουμε»

Ο κυρ Γιώργης έτρεξε στην άμαξα με τον Μιχαλιό σταθερό έμπροσθεν αυτής. Μόλις ασπάσθηκε την μυρωδιά του χλιμίντρισε από χαρά.

«Έλα κατεργάρη και δεν σε λησμόνησα. Ήπια δυο δυο ποτηράκια κονιάκ, αυτό είναι όλο κι όλο» κι έπιασε τα γκέμια καθώς ανέβαινε στην άμαξα. Σκούντησε το ζωντανό και τα τέσσερα πέλματα κινήθηκαν ρυθμικά, προσπερνώντας τα υπόλοιπα που ανέμεναν τη σειρά τους. Εκείνος σε αυστηρή στάση επιθεώρησε την άμαξα με το βλέμμα του.
«Όλα στην εντέλεια» είπε επιδοκιμαστικά και επιβιβάστηκε.

Ο κυρ Γιώργης μαστίγωσε το άλογο και ο Μιχαλιός, σα χάδι στα πλευρά, τέντωσε τους μύες πολλαπλασιάζοντας την ταχύτητα. Λίγες στιγμές αργότερα χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Διέσχισε τη λεωφόρο του Αγίου Γεωργίου και στο τέρμα της διαδρομής είδε την κατοικία του διοικητού να ξεχωρίζει σε όγκο και επιβλητικότητα. Κάθε βράδυ το ίδιο δέος κατέκλυζε την ψυχή του καθώς μίκραινε όσο πλησίαζε στο οίκημα. Ο διοικητής χωράτευε το φόβο του αμαξά.

«Μη φοβάσαι κυρ Γιώργη, δεν θα σε καταπιεί» και το γέλιο συνόδευε τη φιγούρα του καθώς χάνονταν ανάμεσα στους θάμνους της επαύλεως που κυριαρχούσαν στην πρόσοψή της.

Ο κυρ Γιώργης κατέβηκε απ’ την άμαξα. Μέτρησε τις δραχμές που παταγωδώς φωνασκούσαν στις παλάμες του. Χάιδεψε τον Μιχαλιό. Έπιασε τα γκέμια και άρχισε να βαδίζει σταθερά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Του είχε μείνει αμανάτι η συζήτηση που προηγήθηκε με τους αμαξάδες για τα περιβόητα σχέδια της ιταλικής εταιρίας. Η αυριανή μέρα του φόρτωνε περιττό βάρος στους ώμους. Νέες βροντές και μουγκρητά που ακούστηκαν απ’ το τελευταίο διάζωμα τ’ ουρανού προμήνυαν καταιγίδα.

«Να βιαστούμε Μιχαλιό. Να βιαστούμε γιατί έρχεται μπόρα» και έσυρε τα γκέμια με δύναμη. «Μη θυμώνεις. Αύριο πάλι. Ποιος θα ‘ρθει με βροχή;» ρωτούσε το άλογο καθώς προχωρούσε σκεφτικός και συνέχισε απτόητος «Τ’ άκουσες τα νέα που γράφουν οι εφημερίδες; Πού να ‘κούσεις! Εσύ το μυαλό σου στο σανό. Άκου, λοιπόν, να μαθαίνεις. Λένε ότι ιταλική εταιρία θέλει να φέρει τον ηλεκτρικό, τραμ δηλαδή, στην Πάτρα. Χρόνια τώρα μας ζαλίζουν με κούφια λόγια και πράξεις δεν είδαμε. Μα τώρα κάτι σα να άλλαξε. Χρόνια μας φοβέριζαν με το διάολο ετούτο μα τώρα τα σχέδια λένε θα γίνουν πραγματικότητα. Κι εμείς; Τί θ’ απογίνουμε εμείς Μιχαλιό; Από το 1883 αμαξάς».

Ο άνδρας σταμάτησε απότομα τον βηματισμό. Τα πρώτα δάκρυα συσσωρεύονταν στα χείλη των ματιών και μετά βίας συγκρατούνταν. Στην τελευταία στροφή της σκέψης του, ωστόσο, ξεχύθηκαν επιθετικά δίχως να συναντήσουν στο διάβα τους περιττά εμπόδια. Μια θάλασσα από δάκρυα πλημμύρισε τα στενωπά διαμερίσματα του προσώπου. Κάθε σπιθαμή γης στο ρυτιδιασμένο δέρμα εμποτίστηκε με δροσερό υγρό μελτέμι. Τα γόνατά του δεν άντεξαν το βάρος της ιστορίας. Λύγισαν σαν τη χωμάτινη στεριά που πνίγεται άδοξα στον κυματισμό της θαλάσσης. Έπεσε στο δρόμο με τον Μιχαλιό να παρακολουθεί πίσω του αδιάφορα. Το κλάμα του θύμισε μοιρολόι σε στερνό αποχωρισμό. Όταν σφούγγισαν οι τελευταίες σταγόνες, σκούπισε τους κρουνούς με το μανίκι του πουκαμίσου και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό αναφώνησε, «Θεέ μου, λυπήσου με».

Οι πρώτες ακτίνες του ηλίου φόρεσαν τα γιορτινά τους ενδύματα βουτηγμένα στο κιτρινωπό χρώμα της ημέρας. Περπάτησαν το γαλάζιο σκηνικό τ’ ουρανού και με φωνές λαμπερές, γεμάτες σφρίγος και ζωντάνια, καρφίτσωσαν την παρουσία των στο κέντρο του κάδρου πάνω απ’ την κεφαλή της Αχαϊκής πρωτευούσης. Η κίνηση στους δρόμους έδινε το δική της ρυθμό. Στην πλατεία «Ελευθερίας», οι αμαξάδες από κοινού με τις συζύγους και τα τέκνα των, σχημάτιζαν ένα πρωτόγνωρο για την πολιτεία σμήνος ανθρώπινης παρουσίας. Με αγωνιστικές προθέσεις οι μεταξύ των συζητήσεις άναψαν για τα καλά το χορό των αιτημάτων. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκε ο κυρ Γιώργης με το Μιχαλιό. Άμα τη αφίξει του έγινε δεκτός με φωνές επιδοκιμασίας και ενθουσιώδους προσφωνήσεων. Μονομιάς απέκτησε δυσεύρετη υπεραξία, τέτοια που όμοιά της δεν είχε γνωρίσει άλλος απ’ το συνάφι τους. Οι συγκεντρωμένοι κρέμονταν κυριολεκτικώς από τα χείλη του. Με τον Μιχαλιό να απολαμβάνει αφειδώς τις φροντίδες των παιδιών ο κυρ Γιώργης βρέθηκε στο κέντρο της πλατείας. Επεξεργάστηκε τις φωνητικές του χορδές, έγλειψε με τη γλώσσα τα χείλη ίνα τα βρέξει με γλιστερό σάλιο όπως διευκολυνθούν τα λόγια να διέλθουν του στόματος και χτένισε με τις άκρες των χεριών του τις ελάχιστες τρίχες μαλλιών που διέθετε στην καλογυαλισμένη του κεφαλή.

Οι συγκεντρωμένοι κρέμονταν κυριολεκτικώς από τα χείλη του. Με τον Μιχαλιό να απολαμβάνει αφειδώς τις φροντίδες των παιδιών ο κυρ Γιώργης βρέθηκε στο κέντρο της πλατείας.

«Μαζί θα βαδίσομε στο Δημαρχείο. Τα αιτήματά μας είναι πολλά και δεν επιδέχονται συζητήσεως. Να σταματήσει κάθε σκέψη για την εγκατάσταση τροχιόδρομου στην Πάτρα. Οι αμαξάδες υπηρετούν τις ανάγκες των πολιτών δεκαετίες τώρα. Τούτος δω ο διάολος μόνο κακό θα κάμει στην πόλη και τις ζωές ημών» εξήγγειλε και τα ένστικτα επιβιώσεως ταυτίστηκαν σε ομόνοια με τα λόγια του. «Ας ξεκινήσουμε λοιπόν!» πρόσταξε και η πλατεία «Ελευθερίας» μετατράπηκε αίφνης σε κύμα απεργιακής κινητοποιήσεως. Σύσσωμη η ανθρώπινη μάζα κατευθύνθηκε ενωμένη, με μπροστάρη τον κυρ Γιώργη και πίσω του τον Μιχαλιό, που καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι στα όμματα των περαστικών οι οποίοι σταματούσαν για να αξιολογήσουν το πρωτοφανές, για τα δεδομένα της Πάτρας, γεγονός. Συμφώνησα μεταξύ των όπως καμία άμαξα να μην εξυπηρετεί τους πολίτες του άστεως έως ότου ικανοποιηθούν πλήρως τα αιτήματά των. Λίγα λεπτά της ώρας αργότερα βρέθηκαν έξω από το Δημαρχιακό Μέγαρο. Ο Δήμαρχος, Νικόλαος Κοντογιώργης, συσκέπτονταν με τους στενούς του συνεργάτες όταν ο γραμματέας εισήλθε απότομα στην αίθουσα.

«Μα, τί συμβαίνει;» έκανε εμφανώς ενοχλημένος απ’ την απρεπή συμπεριφορά του υπαλλήλου.
«Να με συμπαθάτε κύριε Δήμαρχε αλλά συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό» απάντησε απολογητικά εκείνος.
«Τί είναι τέλος πάντων;»
«Οι αμαξάδες βρίσκονται έξωθεν του Δημαρχείου μετά των οικογενειών των διαμαρτυρόμενοι για την κατασκευή ηλεκτρικού τροχιόδρομου στην Πάτρα. Απαιτούν να σας δουν πάραυτα»
«Χμμμ…ας περάσουν. Δυο τρία άτομα από δαύτους. Θα είμαι στο γραφείο μου» και απευθυνόμενος στους συνεργάτες του είπε «Με συγχωρείτε κύριοι. Ήτο μία συνάντηση την οποία λογάριαζα από καιρό. Ήλπιζα να την αποφύγω αλλά ας όψεται» έκανε με βαριεστημάρα και σηκώθηκε με κατεύθυνση του γραφείο του.

Ο γραμματεύς λουσμένος στον ιδρώτα και με τη γλώσσα αφυδατωμένη ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους ότι ο Δήμαρχος θα δεχόταν μία αντιπροσωπία ελαχίστων ατόμων. Μεταξύ των ενδιαφερομένων έλαβε χώρα μία σύντομη διαβούλευση. Αποφασίστηκε ο κυρ Γιώργης να τεθεί επικεφαλής υπό τη συνοδεία δύο ακόμη ανδρών. Με βήμα αποφασιστικό διήλθαν τις θύρες του Δημαρχείου. Με τον γραμματέα να τους καθοδηγεί βρέθηκαν ενώπιον του Δημάρχου. Ο τελευταίος παρέμεινε στη θέση του ανέκφραστος. Οι τρεις άνδρες στάθηκαν μπροστά του σαν σε λοχαγό του πρωινού εγερτηρίου. Τη δεσπόζουσα σιωπή διέρρηξε ο γραμματεύς επαναλαμβάνοντας το λόγο παρουσίας των.

«Κι έπρεπε να διαταραχθεί η τάξης της πόλεως και να απορρυθμιστεί η κοινωνική ζωή του τόπου ίνα μου μεταφέρετε τα αιτήματα υμών;» είπε με τόνο επικριτικό και εν πολλοίς ειρωνικό.
«Απορρυθμίζεται η ζωή ημών και των οικογενειών μας, κύριε Δήμαρχε» απάντησε με θάρρος ο κυρ Γιώργης.

Το ύφος του Δημάρχου μετεβλήθει άρδην. Πάμπολλες φορές είχε χρησιμοποιήσει τόσο ο ίδιος όσο και μέλη της οικογενείας του την άμαξα του κυρ Γιώργη. Έμενε σκεφτικός όση ώρα χτυπούσε τα ακροδάχτυλα στο τραπέζι του γραφείου εξετάζοντας εξονυχιστικά τους παριστάμενους. Μετά από λίγο σηκώθηκε από τη θέση του. Έκανε ένα βήμα δεξιά και καθώς απελευθερώθηκε από τον περιορισμένο χώρο του γραφείου προχώρησε στο κέντρο του δωματίου. Άναψε ένα σιγαρέτο και άρχισε να το φουμάρει όλη τη δύναμη των πνευμόνων του. Η καύτρα του καπνού ξεμύτιζε αδιακρίτως κυριεύοντας κάθε σπιθαμή οξυγόνου. Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν στατικοί.

«Κυρ Γιώργη, σας σέβομαι, τόσο εγώ όσο και ολάκερη η Πάτρα, απεριόριστα. Οι υπηρεσίες σας τόσα χρόνια υπήρξαν απαράμιλλης ευθύνης».

Τα λόγια έδειχναν να κολακεύουν τις αισθήσεις προτού τα μαντάτα συγκεντρωθούν πάνω απ’ την νεκρολογία των αιτημάτων.

«Ωστόσο, η πρόοδος, αυτή η μαγική λέξη και από κοντά ο εκσυγχρονισμός της αστικής ημών ζωής, δεν επιδέχονται αναβολές και πισωγυρίσματα. Είναι προσταγή της φύσεως. Οτιδήποτε αντιστέκεται στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό συνθλίβεται. Το τραμ ήρθε για να μείνει. Θα δείτε. Καθώς οι συνθήκες στα αστικά κέντρα διαρκώς βαίνουν πολυπλοκότατες με ρυθμούς πρωτοφανούς ταχύτητος ημείς δεν δυνάμεθα να μείνουμε τελευταίοι στο προσκλητήριο των καιρών. Οι ρυθμοί, βλέπετε, οι ρυθμοί της οικονομίας καθορίζουν κάθε πτυχή της καθημερινότητας των πολιτών. Υμείς δεν αποτελείται εξαίρεση. Ήτο θέμα χρόνου να έρθει ο ηλεκτρικός τροχιόδρομος και στην Πάτρα. Κατανοώ τους φόβους και τις αγωνίες σας αλλά αρκετά καθυστερήσαμε το τραίνο της προόδου στο τόπο μας. Η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου είναι αποφασισμένη να εκσυγχρονίσει τις δομές απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Είναι η κατάλληλη ώρα όπως τραβήξουμε μπροστά».

«Κι εμείς, τί θ’ απογίνουμε; Δεν υπάρχει δρόμος για εμάς!» έκανε εις εκ των ανδρών με τον κυρ Γιώργη να έχει βουβαθεί σε σκέψεις οδυνηρές.
«Μα, ελάτε! Δείτε το χάρτι και τα σχέδια τα οποία μας έστειλε η αρμόδια εταιρία».

Άπαντες τέντωσαν την κεφαλήν των όπως δουν ευκρινώς τις αλλαγές που θα λάμβαναν χώρα στο πολεοδομικό συγκρότημα των Πατρών. Με κόκκινη γραμμή υποδεικνύονταν οι κεντρικές αρτηρίες απ’ τις οποίες το τραμ θα όριζε την ημερήσια διαδρομή του.

«Μα, αυτή είναι όλη η Πάτρα» έκανε με σφιγμένη αναπνοή ο Βασίλης.
«Ναι, αλλά δείτε εδώ. Το πίσω μέρος της πόλεως, δίπλα στα νεκροταφεία, δεν είναι υπογραμμισμένο. Με δεδομένη την απαγόρευση κυκλοφορίας άλλων οχημάτων πλην του τραμ μένει αρκετός χώρος ελεύθερης χρήσης για τις άμαξες υμών»
«Από αυτές τις οδούς δεν διαβαίνει ούτε γάτα ούτε κουνούπι κύριε Δήμαρχε. Είναι βρώμικες και υποβαθμισμένες. Ουδείς τις χρησιμοποιεί. Κι εξάλλου αφορούν μία ευθεία δρόμου, δίχως δυνατότητα για αλλαγή κατεύθυνσης. Αποκοβόμαστε οριστικά από το σύνολο των Πατρών. Γεμάτοι λακκούβες και κακόφημες συνοικίες. Σε ποιους να προσφέρουμε τις υπηρεσίες ημών;»
«Οι ρυθμοί, βλέπετε, οι ρυθμοί της ζωής μάς επιβάλουν καταστάσεις όχι πάντα σύμφωνες με την επιθυμία και τις δυνατότητες ημών» έκανε διστακτικά.
«Είναι σα να μας σκοτώνετε» είπε ο κυρ Γιώργης και αμέσως δάγκασε τη γλώσσα του τρομοκρατημένος απ’ την αναίδεια του λόγου που ξεστόμισε.

Ο Δήμαρχος έδειχνε προσβεβλημένος. Προτού εκφράσει την οργή του παρενέβει ο τρίτος της αντιπροσωπείας.

«Ζητούμε να σταματήσουν τα έργα ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν τόσο έως ότου βρεθεί μια λύση και για μας. Δεν μας ενημέρωσε ουδείς για τα όσα συμφωνήθηκαν. Ειδάλλως, θα αποταθούμε στον πρωθυπουργό» υπογράμμισε όλο νόημα.
«Ηρεμήστε, κύριοι, ηρεμήστε. Την συμφωνία την υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση υπό την εποπτεία του ιδίου του πρωθυπουργού. Υπάρχει σαφής πρόβλεψη για όσους ζημιώνονται από τις νέες συνθήκες. Εγκαταλείποντας τις τρέχουσες εργασίες υμών θα εξασφαλίσετε θέσεις στην εταιρία με σταθερούς μισθούς. Σίγουρα, τέτοια πρόβλεψη δεν θα την είχατε κατά νου. Έχετε χρόνο να το σκεφτείτε. Εξάλλου, η επένδυση δεν θα υλοποιηθεί από τη μία μέρα στην άλλη. Χρειάζεται χρόνος. Επιστρέψτε, τώρα, ειρηνικά στις εργασίες σας και η πολιτεία θα φροντίσει για τα υπόλοιπα σε αγαστή συνεργασία με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη» είπε και ρούφηξε τον καπνό με ικανοποίηση.
«Δεν θα ‘χουμε παρόν και μέλλον μόλις ο διάολος πατήσει το ποδάρι του στην πόλη» έκανε απότομα ο κυρ Γιώργης, όντας σιωπηλός έως εκείνη την ώρα και συνέχισε «Είμαι αγράμματος. Η μόνη τέχνη που ‘μαθα είναι να κρατώ τα γκέμια και το καμτσίκι. Σα με σπρώξεις στο γκρεμό θα πέσω. Δεν δύναμαι να πιαστώ από πουθενά» και με τις τελευταίες τούτες λέξεις απώθησε το βλέμμα του απλανές στο χρυσελεφάντινο χαλί κεντημένο στα βάθη της Περσίας που διακοσμούσε το γραφείο του Δημάρχου. Οι άλλοι δύο αλληλοκοιτάχτηκαν και με μια φωνή στράφηκαν προς το μέρος του κυρίου Κοντογιώργη.
«Δεν θα ‘χουμε μέλλον ούτε ημείς ούτε τα παιδιά ημών».
«Σας παρακαλώ κύριοι. Ηρεμήστε. Δεν χρειάζεται τόσο δράμα. Σας εγγυώμαι εγώ προσωπικώς ότι ουδείς εξ υμών θα πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων. Αν είναι δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα. Παρακαλώ, παρακαλώ. Διαλυθείτε ησύχως και επιστρέψτε στις εργασίες σας».

Άπαντες τέντωσαν την κεφαλήν των όπως δουν ευκρινώς τις αλλαγές που θα λάμβαναν χώρα στο πολεοδομικό συγκρότημα των Πατρών. Με κόκκινη γραμμή υποδεικνύονταν οι κεντρικές αρτηρίες απ’ τις οποίες το τραμ θα όριζε την ημερήσια διαδρομή του.

Οι τρεις άνδρες, με τη χαρακτηριστική συνοδεία του γραμματέως, εξήλθαν του Δημαρχιακού Μεγάρου με συγκεχυμένες εντυπώσεις και αβάσιμες βεβαιώσεις. Στον προαύλιο χώρο το πλήθος κόσμου που ανέμενε καρτερικά έσπευσε να τους περικυκλώσει. Εναγωνίως ανέμεναν τις πρώτες εκφράσεις στα πρόσωπά τους προκειμένου να σχηματίσουν γνώμη για όλα όσα έλαβαν χώρα στο γραφείο του Δημάρχου.

«Λοιπόν; Τί έγινε;» με μια φωνή πλημμύρισαν τους αντιπροσώπους.

Ο κυρ Γιώργης σάστισε. Η ήττα, που σαν ταφόπλακα υμνήθηκε στα χείλη του Δημάρχου, δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας. Έπρεπε, ωστόσο, να αποκαλύψει το άτοπο των ελπίδων. Μα την ύστατη στιγμή η γλώσσα δέθηκε κόμπο. Δέθηκε τόσο σφιχτά λες και φοβόταν, ενδόμυχα, μην τυχόν και καμιά λέξη ξεπροβάλει στα οδοντωτά τείχη της στοματικής κοιλότητας άνευ προειδοποιήσεως και εξουσιοδοτήσεως. Οι οφθαλμοί, περιπλανώμενοι στα βλέμματα του κόσμου, θαμπώθηκαν απ’ την προσμονή και κατέπεσαν ανενεργά να θωρούν τα κυπαρίσσια του αυλόγυρου τα οποία και δέσποζαν κραταιά και υπερήφανα. Την πνιγηρή ησυχία εμβόλισε εις εκ των τριών ανδρών.

«Ο Δήμαρχος μας καθησύχασε. Για όλους θα ‘χει δουλειά η ιταλική εταιρία. Αλλά και για όσους επιθυμούν να συνεχίσουν στις άμαξες υπάρχει μέριμνα μέσα στην πόλη. Συγκεκριμένοι οδοί θα αφορούν αποκλειστικά τα άλογα και δεν θα πατήσει πόδι το ηλεκτρικό. Να γυρίσουμε στις εργασίες μας και όταν θα ‘ρθει η ώρα θα μας ειδοποιήσουν. Έχει την έγκριση και του Βενιζέλου» υπογράμμισε διαστρεβλώνοντας τα όσα ειπώθηκαν στιγμές πρωτύτερα στο γραφείο του Δημάρχου γεγονός το οποίο προκάλεσε έκρηξη ενθουσιασμού στους υπολοίπους.

Ο κυρ Γιώργης τον κοίταξε προσβεβλημένα, μα δε μίλησε. Εξουθενωμένος καθώς ήτο άφησε την ένταση της χαράς να υπερχειλίσει στις ενέργειες των γυναικών και των παιδιών που καρτερούσαν τα μαντάτα.

«Δηλαδή να μην ανησυχούμε;» αποτάθηκε άλλος από το πλήθος στον κυρ Γιώργη.
«Μας το διεμήνυσε καθαρά. Καμιά ανησυχία. Ουδείς εξ ημών θα ζημιωθεί» επανέλαβε με πείσμα ο δεύτερος των αντιπροσώπων κοιτώντας όλο νόημα τον κυρ Γιώργη που σώπαινε.

Απ’ το ανθρώπινο ποτάμι που κατέκλυσε σπιθαμή προς σπιθαμή το Δημαρχείο ξεχύθηκε ένα βουβό κύμα ανακούφισης. Από το βάθος του περιβόλου μία φωνή έσπειρε πανδαιμόνιο.

«Ήρθαν! Ήρθαν ιταλικά πλοία στον λιμένα! Ξεφορτώνουν ράγες!» αναφώνησε και τα βλέφαρα ολονών τεντώθηκαν με έκπληξη.

Σα σε στρατιωτική διάταξη, σύσσωμη η πληθώρα των ανθρώπων έστρεψε το βλέμμα της απευθείας στο σημείο που ακούστηκε ο κρότος , ο οποίος και τάραξε τις συνειδήσεις των.

«Στο λιμάνι! Γρήγορα στο λιμάνι!» πρόσταξε ο κυρ Γιώργης και άπαντες υπάκουσαν μηχανικά στο σύνθημα.

Άνδρες, γυναίκες, παιδιά και άλογα συντάχθηκαν σε ενιαίο μέτωπο. Τα μέτρα που χώριζαν την απόσταση μεταξύ του Δημαρχιακού Μεγάρου και του λιμένος Πατρών εποπτεύονταν από τις ακάματες ακτίνες του ηλιακού φωτοστέφανου καθώς δημοσιογραφούσε τις επίγειες σκοπεύσεις. Το πλήθος έφτασε στο λιμάνι. Ενώπιόν του αποκαλύφθηκε θέαμα αλλόκοτο. Δεκάδες εργάτες προσέφεραν τις μυώδεις επάλξεις των σωμάτων τους όπως αποβιβαστούν όγκοι από ατσάλι στην προβλήτα. Τόνοι από δαύτο σχημάτιζαν ευθείες και καμπυλωτές γραμμώσεις πάνω στις ράγες σχηματίζοντας ένα τείχος ανυπέρβλητων στα αθώα όμματα των παιδιών. Οι ερωτήσεις για το ποιόν τούτου δα του φορτίου πολλαπλασιάζονταν σε κάθε κρότο που ακούγονταν από την εκφόρτωση του υλικού. Ο κυρ Γιώργης έντρομος πλησίασε τις πρώτες δέσμες που είχαν λάβει τη θέση των έμπροσθεν του πλοίου. Έμεινε να κοιτάζει απορημένος το αποτέλεσμα της πλάνης στο οποίο ολοκληρώνονταν το διάβα της ζωής τους καθώς οι εργάτες συντόνιζαν την εκφόρτωση του επόμενου υλικού. Ξάφνου τα μηνίγγια του άρχισαν να σφυροκοπούν. Τα εγκεφαλικά του κύτταρα εκτονώνονταν στο τοιχώματα του σώματος και οι καρδιακοί παλμοί μπλέχτηκαν σε μία διαπάλη αιμάτινων αποκρίσεων δίχως σταματημό. Άρχισε να χτυπά με τις γυμνές του παλάμες τις ράγες. Σα να πίστευε πως με μια του κίνηση θα έθαβε οριστικά τα σχέδια της προόδου και θα διέσωζε το παρόν και το μέλλον των αμαξάδων. Τόσο σφοδρά υπήρξαν τα χτυπήματα ώστε οι παλάμες άνοιξαν πληγές και το αίμα καρφώνονταν με λύσσα στο σίδερο αφήνοντας αποτυπώματα. Οι άνδρες που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του πλήθους έτρεξαν προς το μέρος του. Έπιασαν τα χέρια του και τον απομάκρυναν από το σημείο έως ότου οι δυνάμεις του εξαντλημένες παραδόθηκαν ολοσχερώς στη ματαιότητα. Ντροπιασμένος σωριάστηκε χάμω και σα παιδί τυλίχτηκε γύρω στα χέρια του κλαίγοντας με πόνο ψυχής. Οι παριστάμενοι έπεσαν και τον αγκάλιασαν. Καθείς με τον τρόπο του αφουγκράζονταν τις συνέπειες του φορτίου που απλώνονταν περήφανα στον λιμένα Πατρών. Τον σήκωσαν και βαστάζοντάς τον από τους ώμους τον μετέφεραν στη θαλπωρή των υπολοίπων. Ο Μιχαλιός πιο κει παρακολουθούσε αμέτοχος τα τεκταινόμενα. Μετά τη διακοπή που προκάλεσε στις εργασίες η απρόσμενη αντίδραση του κυρ Γιώργη ο επιστάτης έδωσε εντολή και οι ενέργειες των εργατών συνεχίστηκαν με την ίδια ένταση και την ίδια ομοιόμορφη αντιγραφή κινήσεων. Το άδοξο τέλος της διαμαρτυρίας σκόρπισε το πλήθος εξ ων συνετέθη.

Άρχισε να χτυπά με τις γυμνές του παλάμες τις ράγες. Σα να πίστευε πως με μια του κίνηση θα έθαβε οριστικά τα σχέδια της προόδου και θα διέσωζε το παρόν και το μέλλον των αμαξάδων. Τόσο σφοδρά υπήρξαν τα χτυπήματα ώστε οι παλάμες άνοιξαν πληγές και το αίμα καρφώνονταν με λύσσα στο σίδερο αφήνοντας αποτυπώματα.

Ο ήλιος είχε ήδη βουτήξει στα νερά του πατραϊκού κόλπου κι ένα ολόλευκο φεγγάρι έλαβε τη θέση του. Το δροσερό μελτέμι που ξεσηκώθηκε απ’ τον αφρό της θαλάσσης έγδαρε τις απελπισμένες σκέψεις του κυρ Γιώργη. Δίπλα του παράστεκε ο Μιχαλιός γευόμενος τη φύση καθώς οργίαζε. «Αυτό ήταν Μιχαλιό. Ξοφλήσαμε. Και τώρα;» Το άλογο σε συναισθηματική αποστροφή στράφηκε προς το μέρος που κείτονταν ο σανός. Άρχισε να μασουλά αμέριμνα το γεύμα του.

Κάθε μέρα που περνούσε ολοένα και λιγόστευαν οι αμαξάδες στην πλατεία «Ελευθερίας». Οι εργασίες εγκαταστάσεως το ηλεκτρικού τροχιόδρομου προκάλεσαν φρενίτιδα ενθουσιασμού στους πολίτες της Πάτρας που συνόδευαν με επιφωνήματα χαράς κάθε μέτρο της ηλεκτροφόρου συνδέσεως. Όσοι από τους αμαξάδες παρέμειναν στις θέσεις των, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού, έβλεπαν τους πελάτες να μειώνονται με μαθηματική ακρίβεια. Όταν δε μαθεύτηκε ότι η εταιρία προσέλαβε πρώην συναδέλφους τους με πολλαπλάσιες αποδοχές εκλείψαν και οι τελευταίοι. Τα άλογά τους πωλούνταν σε τιμή ευκαιρίας στα λατομεία και οι άμαξες καταστρέφονταν στα σιδηρουργεία. Μέρες αργότερα ο κυρ Γιώργης με το Μιχαλιό έμειναν μονάχοι στο μετερίζι της πλατείας, εκτεθειμένοι στα επικριτικά βλέμματα και τα ειρωνικά σχόλια των περαστικών. Σαν απολιθωμένη πέτρα που ο χρόνος την ξέβγαλε στα ρηχά της ιστορίας έμοιαζε η άμαξα του κυρ Γιώργη. Ακόμη και ο διοικητής της χωροφυλακής είχε καιρό να χρησιμοποιήσει το Μιχαλιό. Φάνηκε μονάχα τη στιγμή κατά την οποία οι εργάτες είχαν επεκτείνει τις ράγες του τροχιόδρομου έως την πλατεία «Ελευθερίας». Η συνέχιση των εργασιών δεν προχωρούσε και αιτία στάθηκε ο κυρ Γιώργης καθώς αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψει το σημείο στο οποίο στάθμευε την άμαξά του και από το οποίο θα περνούσε ο ηλεκτρικός.

«Δεν εγκαταλείπω» ήτο η μόνιμη απάντηση που διέθετε στα χείλη στις εκκλήσεις των υπευθύνων. Μετά από άκαρπες προσπάθειες σύσσωμη η πολιτειακή αρχή του τόπου έσπευσε στο σημείο. Ο Δήμαρχος, ο Διοικητικής της χωροφυλακής και ο Μητροπολίτης με τους ακολούθους των εκστράτευσαν μάζα οργισμένων πολιτών. Ανάμεσά των ξεχώριζαν οι φιγούρες πρώην αμαξάδων που ένιωθαν πλέον τις αγκάλες της νέας εποχής στις μισθώσεις της ιταλικής εταιρίας. Μεταξύ αυτών και ο Γρηγόρης.

«Έλα στα συγκαλά σου άνθρωπέ μου!» φώναξε ο Δήμαρχος και κούνησε απειλητικά το δάκτυλο του δεξιού του χεριού. «Οι καιροί άλλαξαν!» συμπλήρωσε.

Μιλιά δεν απελευθέρωνε από το στόμα του ο κυρ Γιώργης. Ένιωθε όμως το μένος του κόσμου να σφίγγει σα θηλιά γύρω του.

«Τέκνο μου, ο Θεός ημών είναι μεγάλος. Για όλους μεριμνά» συμπλήρωσε ο Μητροπολίτης καθώς τακτοποιούσε τα χρυσοκέντητα μετάλλια με τον εσταυρωμένο στο στήθος.

Ούτε τότε υπέκυψε ο κυρ Γιώργης. Από τη στιγμή κατά την οποία έγινε ευρέως γνωστό ότι η εκκλησία μεσολάβησε όπως διευκολυνθούν οι υπογραφές για τη σύμβαση του έργου δεν κοινώνησε έκτοτε.

«Έλα με το καλό κυρ Γιώργη» τόνισε απειλητικά ο Διοικητής και το βλέμμα του στρώθηκε βλοσυρό πάνω του. Ήτο η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της οργής. Ο Διοικητής έστεκε σαν βυζαντινός αυτοκράτορας ανάμεσα στους επισήμους, ονειρευόμενος δάφνες δόξης. Στην σταθερή άρνηση του κυρ Γιώργη να υπακούσει εγκατέλειψε τους τίτλους ευγενείας και σύρθηκε στον διάλογο πεζοδρομίου. Έριξε από την άμαξα τον άνδρα και άρχισε να το ραπίζει στο πρόσωπο και να του χτυπά με μανία το σώμα στα πλευρά. Το έναυσμα του Διοικητού σαν σπίθα στον κάμπο έβαλε φωτιά στην συσσωρευμένη αντίδραση του πλήθους. Πρώτος ο Γρηγόρης και άλλοι πρώην αμαξάδες ρίχτηκαν εναντίον του ανήμπορου να υπερασπιστεί εαυτόν κυρ Γιώργη. Οι αρχές του τόπου έμεναν απαθείς στο θέαμα βίας που εκτυλίσσονταν. Άλλοι έσπασαν τα τζάμια της αμάξης και εισερχόμενοι έσκισαν με αιχμηρά αντικείμενα τα δερμάτινα καθίσματα. Οι κουρτίνες και τα μεταλλικά επιχρυσωμένα αντικείμενα που κοσμούσαν την άμαξα λεηλατήθηκαν. Ο κυρ Γιώργης βασανίστηκε μέχρι αναισθησίας. Τότε, ο Διοικητής και δυο άνδρες της χωροφυλακής επενέβησαν όπως περισώσουν το σαρκίο του ανδρός. Σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω του προστατεύοντάς τον απ’ τις αλλεπάλληλες επιθέσεις. Στιγμές αργότερα θα μεταφέρονταν στο τμήμα της χωροφυλακής. Ο Μιχαλιός έμεινε μονάχος. Τα γκέμια κόπηκαν και μεμιάς βρέθηκε να σέρνεται στους δρόμους της πόλης αιμόφυρτο με τα άκρα κομμένα και με εμφανή τα σημάδια κακοποίησης. Τον τράβηξαν έως την έξοδο της πόλεως και τον πέταξαν στα παρακείμενα χωράφια. Ήτο ζωντανός όταν του έριξαν μία γιγάντια πέτρα και του συνέθλιψαν την κεφαλή. Σμήνος από μύγες περιφρουρούσε τώρα το απρόσμενο γεύμα.

Στο τμήμα ο κυρ Γιώργης σα συνήλθε αναζήτησε τον Μιχαλιό. Παραμιλούσε ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο με τη σπασμένη γνάθο να μαρτυρά τη βαναυσότητα της ανθρώπινης μάζας που προηγήθηκε.

«Το άλογό μου!» έλεγε και ξανάλεγε. «Πού είναι ο Μιχαλιός;» φώναζε καθώς ψήνονταν στον πυρετό.

Η ιστορία είχε ήδη ξεγράψει τον κυρ Γιώργη απ’ τα κατάστιχά της. Η άμαξά του κατεστραμμένη καθώς ήτο πετάχτηκε στη χωματερή. Άλλα απ’ τα συντρίμμια της πετάχτηκαν στη θάλασσα. Ο κυρ Γιώργης δεν είδε ξανά το φως του ηλίου. Κλείστηκε με άσυλο ανιάτων με τις υπογραφές και τις γνωματεύσεις σύσσωμης της πολιτειακής αρχής. Απεβίωσε είκοσι έξι μέρες αργότερα. Οι εργασίες για την τοποθέτηση του ηλεκτρικού τροχιόδρομου συνεχίστηκαν απρόσκοπτα. Σε δημόσια τελετή ολάκερη η Πάτρα γιόρτασε την έναρξη λειτουργίας του τραμ.

FOTINI TENTIInfo
O Αντώνης Χαριστός γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ο τελευταίος του μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών αφορούσε το πρόγραμμα «Δημιουργικής Γραφής» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Ακολούθησε διετή κύκλο σπουδών στην δημοσιογραφία, στο Μητροπολιτικό Κολέγιο με ειδίκευση στον τομέα «πολιτικής σύνταξης, αρθρογραφίας και σύγχρονων μέσων». Παρακολούθησε δύο εξαμηνιαία προγράμματα με αντικείμενο την «ψυχιατρική και δικαστική ψυχοπαθολογία» και την «διαπαιδαγώγηση στην παιδική ηλικία» στο ΕΚΠΑ, αντίστοιχα. Ιδρυτικό μέλος της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης από το Μάιο του 2018. Έχει εκδώσει τέσσερα έργα πεζογραφίας: τις νουβέλες «Τέσσερις ανάσες ελευθερίας» (εκδ. Άλλωστε, Αθήνα, 2016) και «μποστάνι Δημοκρατίας» (εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2021) καθώς και τα μυθιστορήματα «Μέρες νηστείας» (εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη, 2018) και «Οι μαστοί των Αθηνών» (εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2021). Παράλληλα έχει εκδώσει θεωρητικά έργα και μελέτες λογοτεχνίας. Τελευταίο του έργο, το «Ιστορία και ταυτότητα στη λογοτεχνική κίνηση του '30. Ο ρόλος του Άγγελου Τερζάκη» (εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2021). 

  

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 30 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο γιος του δασκάλου επιστρέφει στο νησί (διήγημα)

Ο γιος του δασκάλου επιστρέφει στο νησί (διήγημα)

Καθόταν στη σάλα. Κοιτούσε σκεφτικός από το φινιστρίνι. Στο σύθαμπο ενός πρωταπριλιάτικου ουρανού αρμένιζε η μικρή πολιτεία∙ κοντά και πιο κοντά και πιο κοντά.

Διήγημα του Παντελή Αδαμίδη

...
Ο Τάκης (διήγημα)

Ο Τάκης (διήγημα)

Μας έφερε καρπούζι. Είπε στη μαμά να το κόψει και να το βάλει στο ψυγείο. Θα το φάμε στη θάλασσα, είπε. Η μαμά μάζεψε το ρούχο της στον λαιμό και τον κοίταξε, εκείνος είπε: Ερημιά είναι, μόνο εμείς οι τέσσερις θα είμαστε.

Του Νίκου Αδάμ Βουδούρη

Μετά π...

Στο Μπάγκειο με βροχή (διήγημα)

Στο Μπάγκειο με βροχή (διήγημα)

Έσταζε το ταβάνι πάνω στα λινά, λευκά κοστούμια τους, έπεφτε το νερό στα λεκανάκια, αλλά η αίθουσα του παλιού νεοκλασικού κρατούσε ακόμα την αίγλη της, και καθώς το φως έμπαινε με δυσκολία από τα κουφωμένα παντζούρια, οι άσχημες λεπτομέρειες της ετοιμόρροπης κεντρικής σάλας κρύβονταν ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων 2020: Οι βραχείες λίστες

Βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων 2020: Οι βραχείες λίστες

Ανακοινώθηκαν οι βραχείες λίστες για τα βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων. Η τελετή απονομής θα γίνει την Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου. 

Επιμέλεια: Book Press

Η Εταιρεία Συγγραφέων έχει θεσπίσει τα Βραβεία «Γιάννης Βαρβέρης» και «Μένης Κουμανταρέας...

Το μαύρο βιβλίο, το αριστούργημα του Ορχάν Παμούκ

Το μαύρο βιβλίο, το αριστούργημα του Ορχάν Παμούκ

Για το μυθιστόρημα του Orhan Pamuk «Το μαύρο βιβλίο» (μτφρ. Στέλλα Βρετού, εκδ. Πατάκη).

Της Νίκης Κώτσιου

Ένα από τα πιο συζητημένα και πολυδιαβασμένα βιβλία της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας, το Μαύρο βιβλίο (1990) του νομπελίστα Ορχάν Παμ...

Οι επόμενοι εμείς, του Αλέκου Λούντζη (κριτική)

Οι επόμενοι εμείς, του Αλέκου Λούντζη (κριτική)

Για την ποιητική συλλογή του Αλέκου Λούντζη «Οι επόμενοι εμείς» (εκδ. Στιγμός).

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου

Συζητώντας την ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα προσπαθώ πάντα να μην την προσεγγίσω καθ’ εαυτή αλλά να την τοποθετήσω σε ένα διεθνές πλαίσιο κι ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη βιογραφία της Simone de Beauvoir «Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), της Kate Kirkpatrick που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Για τη...

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χριστίνας Πουλίδου «Χωρίς πυξίδα», που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2025

«Βρομοκατάσταση» συνόψισε ο Μορ...

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Δημήτρη Ινδαρέ «Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες. Με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι του Μοριά», το οποίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ι. ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΡΙΖΕΣ

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα που μας εισήγαγαν στον 21ο αιώνα. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο σοκαριστική αλληλουχία τρομοκρατικών ενεργειών που έγινε ποτέ, με μερικά λεπτά διαφορά: οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, και στο Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Α...

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Οι περισσότεροι από τα τίτλους που παρουσιάζονται εδώ έφτασαν στα χέρια μας πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα βιβλία που στην πλειονότητά τους πέρασαν «κάτω από τα ραντάρ» των βιβλιοπροτάσεων για το καλοκαίρι. Ιδού μερικά από τα καλύτερα. 

Ε...

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα βιβλία ιστορίας, εθνολογίας, σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων για τους εναπομείναντες στην πόλη αλλά και για όσους ακόμη αναζητούν βιβλία για τις διακοπές τους που να αξίζουν το βάρος τους.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

20 Οκτωβρίου 2021 ΕΛΛΗΝΕΣ

Το Φανταστικό στην Ελλάδα: Ο λόγος στους εκδότες του

«Η Άγνωστη Καντάθ», «Αίολος», «Οξύ», «Φανταστικός Κόσμος», «Anubis», «Sελίνι»: Έξι εκδοτικοί οίκοι που αγαπούν την Επιστημονική Φαντασία, το Fantasy και τον Τρόμο τοποθ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ