
Για την παράσταση του Μίλο Ράου (Milo Rau) «Medea’s children» στην Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Φεστιβάλ Αθηνών, την παράσταση «Medea’s children» του ελβετογερμανού σκηνοθέτη Μίλο Ράου, τελευταία του παραγωγή με το NTGent. Το έργο αφορμάται από τη στυγνή παιδοκτονία της ευριπίδειας Μήδειας και από την ανατριχιαστική περίπτωση της Βελγίδας παιδοκτόνου Ζενεβιέβ Λερμίτ (με βάση την ίδια ιστορία, το 2012 ο Βέλγος Ζοακίμ Λαφός γύρισε την ταινία «Our children»). Η Λερμίτ συνελήφθη, κατηγορήθηκε για πέντε ανθρωποκτονίες των παιδιών της εκ προθέσεως, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, υποβλήθηκε οικειοθελώς σε ευθανασία μέσα στη φυλακή.
Ο Μίλο Ράου επιστρατεύει ανήλικους ερμηνευτές, μετά από μια κοπιώδη εργαστηριακή δουλειά και με τη συνεχή παρουσία καθοδηγητών – οι νεαροί ηθοποιοί Έμμα, Βικ, Άννα, Σάνε, Γκάμπριελ και Τζέιντ ανοίγουν μια συζήτηση «post-performance», μετωπικά καθισμένοι εκτός αυλαίας, και εξομολογούνται τις εντυπώσεις τους στον ενήλικα ηθοποιό Πίτερ Σινέβ. Αιφνιδιαστικά ανοίγει η αυλαία και το μέγεθος της κλασικής τραγωδίας «εισβάλλει» στο πλαίσιο του κοινού μύθου, παραβιάζοντας τη δομική για το αρχαίο δράμα συνθήκη η βία να διαδραματίζεται εκτός σκηνής.
Παραλληλισμός των δύο ιστοριών
Η αληθινή ιστορία: η Λερμίτ γεννιέται το 1966 στις Βρυξέλλες και γνωρίζει τον Μοκαντέμ το 1989, στη διάρκεια των σπουδών του. Ο Μοκαντέμ είναι μαροκινής καταγωγής και είναι υιοθετημένος από τον Σαάρ. Η Λερμίτ και ο Μοκαντέμ παντρεύονται και συγκατοικούν με τον Σαάρ, τον οποίο ο Μοκαντέμ θεωρεί θετό πατέρα. Το 1991 η Λερμίτ προσλαμβάνεται ως εκπαιδευτικός, ώστε να αντιμετωπίσει την επιλόχεια κατάθλιψη που ακολουθεί τις πέντε απανωτές γέννες της. Ο Σαάρ αναλαμβάνει να πληρώνει τη δόση του στεγαστικού δανείου και ο ίδιος μένει στον δεύτερο όροφο. Οι εντάσεις κλιμακώνονται ανάμεσα στη Λερμίτ και τον Μοκαντέμ όταν εκείνος αρχίζει να περνά πολλές ώρες μακριά από το σπίτι, συχνάζοντας σε ένα μπαρ και ένα κέντρο ευεξίας. Το 2007 η Λερμίτ προμηθεύεται ένα χασαπομάχαιρο και σφάζει και τα πέντε παιδιά της: τον Μαχντί, τη Γιασμίν, τη Μινά, τη Μιριάμ και τη Νορά, κι αμέσως μετά καλεί την αστυνομία λέγοντας στο τηλέφωνο: «Ελάτε γρήγορα! Έκανα κάτι φρικτό!».

Κι έπειτα, η μυθοπλασία: στο «Medea’s children» του Μίλο Ράου, ο Δρ. Γκλας έχει υιοθετήσει τον Μουνίρ και η Αμαντίν τον έχει παντρευτεί και έχει κάνει μαζί του πέντε παιδιά, αναγκασμένη να συγκατοικεί με τον Δρ. Γκλας. Με το παραστασιακό όνομα «Αμαντίν» αναπλάθεται ο χαρακτήρας της Ζενεβιέβ Λερμίτ. Υπάρχει παιδεραστικό υπονοούμενο στην κινηματογραφημένη σκηνή όπου ο μεσήλικας Δρ. Γκλας αγκαλιάζει βρεγμένο τον νεαρό Μουνίρ τη στιγμή που ο δεύτερος επιστρέφει από το παιχνίδι του με τα κύματα. Η Αμαντίν απογοητεύεται, γιατί ο Μουνίρ δεν αποκόπτεται από τον Δρ. Γκλας. Το οικογενειακό σχήμα που διαμορφώνεται με αυτόν τον «παράξενο» άνδρα δεν είναι αυτό που η Αμαντίν οραματίζεται για τη ζωή της. Υπάρχουν, πιθανόν, και κάποιες βαθιά ριζωμένες αιτίες κατάθλιψης, που κυρίως σχετίζονται με την απομάκρυνσή της από τη μάνα της. Πουθενά δεν αφήνεται κάποιος υπαινιγμός ψυχασθένειας, ενώ ο Ράου ελάχιστα μας διαφωτίζει σχετικά με τα κίνητρά της όταν σκοτώνει συστηματικά και τα πέντε παιδιά της, το ένα μετά το άλλο, και έπειτα προβαίνει σε μιαν άδοξη απόπειρα αυτοκτονίας.
Σε συνέντευξή του, ο Μίλο Ράου αναφέρει:
«Ας στοχαστούμε πάνω στην ίδια την τραγωδία, μέσα από τη λεγόμενη "σοφία των παιδιών". Υπάρχει ένα είδος θετικής αποστασιοποίησης όταν χρησιμοποιείς παιδιά. Δημιουργεί την αίσθηση ότι κοιτάζεσαι σε έναν καθρέφτη του Παραλόγου που αντικατοπτρίζει τη δική σου συμπεριφορά. Πολύ συχνά, το θέατρο με παιδιά αντιμετωπίζεται με τη λογική: ας τα αφήσουμε να παίξουν, ας τα αφήσουμε να δημιουργήσουν όμορφα και αστεία πράγματα, ας απολαύσουμε την ποίησή τους.
»Εμένα όμως πάντα με ενδιέφερε περισσότερο η κοινωνική και σωματική βία ως μια οριακή εμπειρία. Και η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά λατρεύουν να παίζουν αυτές τις σκηνές ακραίας βίας και αιματοχυσίας. Είναι δύσκολο για το κοινό, αλλά για τα παιδιά είναι οι αγαπημένες τους σκηνές. Το κοινό βλέπει τα χαριτωμένα παιδιά, την οικογένεια, το σπιτάκι, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι το πιο βίαιο μέρος της κοινωνίας μας είναι το αστικό σαλόνι. Από έναν πόλεμο πιθανόν και να επιβιώσεις – αυτή είναι η πραγματικότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, χάνουν τη ζωή τους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Κι εγώ το δείχνω αυτό με απόλυτη σαφήνεια, χρησιμοποιώντας μια κάμερα που εισχωρεί στο σπίτι -το οποίο λειτουργεί ως παλάτι- για να δούμε τι συμβαίνει στο εσωτερικό του.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή: τα παιδιά επανέρχονται στη ζωή και στοχάζονται πάνω σε όσα συνέβησαν. Πρόκειται για ένα έργο που ακολουθεί μιαν απρόσμενη, "λάθος" πορεία. Πιστεύω ότι κάθε γενιά γεννιέται μέσα σε μια κατάσταση "μετά την ιστορία" και "μετά τη συζήτηση", όπου της εξηγούν πώς έχουν τα πράγματα. Μας υπόσχονται ότι δεν θα συμβεί τίποτα, κι όμως το κακό επαναλαμβάνεται. Αυτή είναι η πραγματική βία: το γεγονός ότι δεν ξέρουμε πώς να ξεφύγουμε. Εδώ έγκειται το κοινωνιολογικό και φιλοσοφικό επίπεδο αυτού που αναπαρίσταται στο έργο μου».
Η σκληρή όψη της βίας: στρέφοντας τα μέσα έξω
Ο ηθοποιός Πίτερ Σινέβ-ως καθοδηγητής των παιδιών- αποτυπώνει με χιούμορ τη διάδρασή του μαζί τους: στιγμές τρυφερότητας με την Άννα, εκνευρισμός με τις παρεμβάσεις του Βικ για τον Ευριπίδη, αγανάκτηση με τον Γκάμπριελ που ασχολείται με το κινητό του, καθώς τα παιδιά επιλέγουν να «παίξουν» ακόμη και στη splatter σκηνή της σφαγής. Ο Rau δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί γραμμικά τη δολοφονία, με αρχή, μέση και τέλος: με εναλλαγή παρελθόντος και αφηγηματικού παρόντος αναφέρεται στις «εσφαλμένες συνδέσεις» που κάνουν οι άνθρωποι καθώς αναζητούν απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Για παράδειγμα, η μητέρα της Αμαντίν βιώνει την τραγωδία υπό το πρίσμα του αποχωρισμού από την κόρη της, που τη σοκάρει εξίσου με την απώλεια των πέντε εγγονιών της.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ανήλικα παιδιά για να ενσαρκώσουν και να αναπαραστήσουν το έγκλημα, αφού θέσουν ερωτήματα για την Τέχνη, για τη μητρότητα, για τη μοναξιά και για τα αδιέξοδα της εποχής μας. Η Τζέιντ -η οποία υποδύεται τη Μήδεια στην τελευταία πράξη- καλεί την Έμα, τον Βικ, τον Γκάμπριελ, την Έμα και τη Σάνε μέσα στο σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιμένουν καθισμένα σ’ έναν κύκλο και γνωρίζοντας τι μέλλει γενέσθαι. Με την κάμερα στον ώμο, ο Seynaeve κινηματογραφεί τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της δολοφονίας πέντε παιδιών με τρόπο ωμά ρεαλιστικό: στόχος είναι να καταδειχθεί το γεγονός ότι η τραγωδία και ο παραλογισμός συνεχίζονται και στις μέρες μας.
Σε ποιον βαθμό εμπλέκεται ο θεατής
Η αληθινή τραγωδία (σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική ομόλογό της) στερείται δομής, νοήματος και κάθαρσης. Βασικό αίτημα του Υπαρξισμού είναι να της αποδώσουμε εμείς νόημα, κρατώντας από τον αρχαίο μύθο τα απολύτως απαραίτητα: να αντικρίσουμε την κλοπή του Χρυσόμαλλου Δέρατος ως πάλη με έναν αστείο δράκοντα, να βρεθούμε στη νέα πατρίδα της Μήδειας σαν να βρισκόμασταν σε μια παγερή ακτή της Οστάνδης, να εισχωρήσουμε στον «οίκο» του Ιάσονα στην Κόρινθο μπαίνοντας οπτικά σ’ ένα ημιτελές σκηνικό κτίσμα που φωτίζεται εγκάρσια και αποκαλύπτει το εσωτερικό του, ενώ στρεφόμενο αναπαριστά τον εξωτερικό τοίχο ενός σύγχρονου βελγικού σπιτιού. Η σκηνογραφία της Καρολίεν Ντε Σέπερ και του Κριστόφ Ένγκελς γεμίζει τη σκηνή με άμμο, ενώ τα κινηματογραφημένα μέρη συνδυάζονται με τα θεατρικά.
Η αναφορά στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» παραπέμπει στο αίσθημα ξενότητας της παιδοκτόνου απέναντι στο περιβάλλον της, με την ίδια αντιστοιχία με την οποία η Μήδεια περιγράφει τον εαυτό της ως «ξένη σε ξένο τόπο». Με τη βοήθεια της δραματουργού Κάτιε Ντε Χέιστ, ο Μιλο Ράου διαλέγεται με την έννοια του Παραλόγου του Μπέκετ, ενώ η Έμμα παίζει πιάνο επί σκηνής. Η παράσταση εκτυλίσσεται μέσα στη χρονικότητα μιας παρατεταμένης αναδρομής του πένθους. Το πένθος παράγει την ενοχή, και έτσι εξηγείται η επιλογή της «ηδονοβλεπτικής» συμμετοχής του θεατή στο αποτροπιαστικό δρώμενο. Ο τελικός μονόλογος, που η Αμαντίν ζητάει να απαγγείλει, αποστρέφει την προσοχή του θεατή από τη βία και τη στρέφει στην απόγνωση και στην υπαρξιακή μοναξιά. Η όμορφη μουσική επένδυση είναι του Έλια Ρέντιγκερ -ιδιαίτερα η επιλογή του τραγουδιού «Two birds on a wire» της Ρεγκίνα Σπέκτορ και του τραγουδιού «Les yeux de ma mère» του Arno- και αφήνει ανοιχτή μια χαραμάδα ανάσας σ’ αυτό το ασφυκτικό (και, περιέργως, πανέμορφο) έργο.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συγγραφέας-Δραματουργός: Kaatje De Geest
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Milo Rau
Πρωταγωνιστούν: Peter Seynaeve /Lien Wildemeersch, Anna Matthys / Juliette Debackere, Emma Van de Casteele / Ella Brennan, Jade Versluys / Bernice Van Walleghem, Gabriël El Houari / Aiko Benaouisse, Sanne De Waele / Helena Van de Casteele, Vik Neirinck / Elias Maes
Σχεδιασμός σκηνικών: ruimtevaarders (Karolien De Schepper, Christophe Engels)
Σχεδιασμός φροντιστηριακών αντικειμένων: Joris Soenen
Σχεδιασμός κοστουμιών: Jo De Visscher
Σχεδιασμός φωτισμών: Dennis Diels
Σχεδιασμός βίντεο: Moritz von Dungern
Σχεδιασμός ήχου: Elia Rediger





















