
Για την παράσταση «Δεσποινίς Μαργαρίτα» του Ρομπέρτο Ατάιντε (Roberto Athayde), σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαπαύλου, στο Θέατρο Αλκμήνη.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Θέατρο Αλκμήνη είδα την πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Γιώργου Παπαπαύλου, βασισμένη στο έργο «Δεσποινίς Μαργαρίτα» του Ρομπέρτο Ατάιντε. Ένα έργο που μας καθόρισε όλους, υπήρξε ερμηνευτικός σταθμός για τη Λαμπέτη και ένα σωρό άλλους (ανάμεσα στους οποίους καταλέγεται και ο Γιώργος Μαρίνος) και που, μέσα από τη σκιαγράφηση μιας παθολογικής περίπτωσης γεροντοκόρης δασκάλας, συνιστά κλασική πια αλληγορία του αυταρχισμού, της παιδαγωγικής σύνθλιψης της νεολαίας και των μικροαστικών δομών της δυτικής ζωής.
Ρωγμή στον χαρακτήρα, μετατόπιση του νοήματος
Ο Γιώργος Παπαπαύλου, επιστρατεύοντας τη σκηνική του πείρα και την ιδιότητά του ως δασκάλου, κατόρθωσε έναν άθλο: διαρρηγνύοντας τον μονόλογο του Ατάιντε και κατανέμοντάς τον σε επτά ερμηνευτές/τριες, ξέφυγε συνειδητά από τη συγκρότηση της θεατρικής αυτής περσόνας για να οικοδομήσει μια φωνή συνόλου, ώστε να απεικονίσει το «σύστημα» των μηχανισμών καταπίεσης που ρυθμίζει τη ζωή μας: καθένας από τους νέους ηθοποιούς (και πρώην μαθητές του) ενσάρκωνε και μια διαφορετική πτυχή του χαρακτήρα – την υστερική διδασκάλισσα της δεκαετίας του ’70 (που δυστυχώς επιβιώνει και στα σύγχρονα σχολεία), τη δασκάλα/αυθεντία, της οποίας ο λόγος δεν σηκώνει αμφισβήτηση, τη δασκάλα/θύμα της κοινωνικής βίας και της σεξουαλικής της στέρησης, τη δασκάλα/γυναίκα/και/κορίτσι που αποκομίζει τη συμπάθειά μας.

Στη συγκεκριμένη διασκευή και δραματουργική επεξεργασία του έργου το νόημα μετατοπίζεται, η Μαργαρίτα δεν είναι μια μονάδα, αλλά ένα συλλογικό σώμα καταπίεσης: συγκεντρώνει όλες τις «φωνές» που μας λογοκρίνουν, μας απαγορεύουν την ελεύθερη έκφραση, μας ενοχοποιούν, μας τιμωρούν στο κάθε μας βήμα – μπορεί να είναι η δασκάλα ή ο καθηγητής μας, ο διευθυντής μας, ο προϊστάμενός μας, αλλά και ο πατέρας μας, ο ιερωμένος της εκκλησίας, ο διαφημιστής, ο δημοσιογράφος ή ο πολιτικός. Όλοι όσοι αναπαράγουν, παγιώνουν και εγκαθιδρύουν στο σβέρκο μας χίλιες διαφορετικές μορφές εξουσίας. Κάθε επιμέρους μορφή χειραγώγησης βρίσκει το σύστοιχό της στην τιράντα της δεσποινίδας Μαργαρίτας, που υποτίθεται ότι πρεσβεύει το παιδαγωγικά ορθό, το Καλό, ενώ ουσιαστικά ασκεί αμείλικτα τη βία στην έσχατη μορφή της πάνω στα παιδιά του σχολείου: «Ποια είναι τα παιδάκια που οι δασκάλοι αγαπούνε;» Και η απάντηση ηχεί νευρωτικά με το χτύπημα της κιμωλίας στον πίνακα: «Είναι τα παιδάκια που υ-πα-κού-νε!».
Η τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής
Η δεσποινίς Μαργαρίτα είναι μια τραγική φιγούρα, που σαν κλόουν ταυτίζεται με τον άψυχο σκελετό του παλαιού μαθήματος της Ανθρωπολογίας, που μπογιατίζεται και ξεβάφεται άτσαλα επιδεικνύοντας θεατρικά το σώμα της σε κοινή θέα, που σπαράσσεται ανάμεσα στον παντοδύναμο ρόλο της και στη φυσική της αδυναμία να συγκροτήσει ένα σύμπαν συνεκτικό και άρτιο. Είναι μια απελπισμένη ύπαρξη που συγκεντρώνει όλο τον ζόφο της αυτοκαταστροφής, της ανάλωσης, του παραλογισμού και της υστερίας μιας ζωής που δεν ευοδώθηκε και επιδιώκει να καταστρέψει εκδικητικά και τις ζωές των άλλων. Η βία την οποία η ίδια έχει υποστεί σε τρυφερή ηλικία προβάλλεται πάνω στην τάξη των παιδιών με χυδαίο λεξιλόγιο και εκφράσεις που παραπέμπουν σε σύνδρομο Τουρέτ: η τάξη των υποτιθέμενων μαθητών με μιαν έξυπνη προβολή ταυτίζεται με το κοινό. Είναι ένας μονόλογος, η απεύθυνση του οποίου εκ φύσεως είναι διαδραστική: και σ’ αυτό το σημείο ο Βασίλης Τσιάκας προσθέτει κάποια λόγια που δεν υπάρχουν στο αρχικό κείμενο, ώστε να καλέσει το κοινό σε συμμετοχή.
Περνώντας με ταχύτητα από την υπόδυση της «πολλαπλασιασμένης» Μαργαρίτας στον ρόλο των μαθητών που κάνουν σκανταλιές και τη χλευάζουν, παίζοντας μια τον θύτη και μια το θύμα, οι επτά πρωταγωνιστές της παράστασης αναγκάζονται να επωμισθούν το τραγικό βάρος όλου του ρόλου ταυτόχρονα, αλλά και εξατομικευμένα.
Ο κατακερματισμός του ρόλου της Μαργαρίτας δημιουργεί μια σκηνική πολυφωνία γεμάτη μουσικότητα (σαν μουσική παρτιτούρα) που είναι αξιοθαύμαστα επεξεργασμένη και χωνεμένη από τους νέους ηθοποιούς, τη Φρύνη Αγραφιώτη Σπανούδη, την Αγγερού Κουλουλία, τη Νίκη Κουτελιέρη, τη Δήμητρα Λυγήρου, τη Λουκία Μεϊδάνη, τον Θάνο Ρούμπο και τον Βασίλη Τσιάκα. Περνώντας με ταχύτητα από την υπόδυση της «πολλαπλασιασμένης» Μαργαρίτας στον ρόλο των μαθητών που κάνουν σκανταλιές και τη χλευάζουν, παίζοντας μια τον θύτη και μια το θύμα, οι επτά πρωταγωνιστές της παράστασης αναγκάζονται να επωμισθούν το τραγικό βάρος όλου του ρόλου ταυτόχρονα, αλλά και εξατομικευμένα. Φαντάζομαι ότι για τον κύριο Παπαπαύλου η δυσκολία του να διατηρήσει τη δραματουργική ένταση του αρχικού μονολόγου θα ήταν ανυπέρβλητη, παρ’ όλα αυτά, με μια σειρά από σκηνικά τεχνάσματα (το πιο αποτελεσματικό από τα οποία είναι ο τρόπος με τον οποίο χορογραφεί τους ηθοποιούς του), κατορθώνει να μην διασπάσει τη ροή και τη συνεκτικότητα αυτού του παραληρηματικού κειμένου με την απαρίθμηση των επιστημών, των γραμματικών φαινομένων, του κάθε μέρους του λόγου, και να διατηρήσει τη δραματική ένταση που επιφέρει αυτή η κλιμακωτή απαρίθμηση.
Μαυροπίνακας και μαύρος φασισμός
Στις μέρες μας, όπου παρατηρούνται φαινόμενα κακοποίησης καθηγητών από τους μαθητές τους και οι ρόλοι μοιάζουν να έχουν αντιστραφεί, ίσως η Δεσποινίς Μαργαρίτα να φαντάζει μια ξεπερασμένη φιγούρα. Δυστυχώς, όμως, τα διδάγματα του έργου παραμένουν αξεπέραστα, γιατί το «σύστημα» (στο οποίο αναφέρεται η παράσταση του Παπαπαύλου) έχει επινοήσει πιο πανούργους τρόπους βίαιας καταστολής του διαφορετικού, του εξατομικευμένου, του δημιουργικού. Στις σημερινές μεθοδεύσεις του συστήματος μπορεί πια να μην εντάσσεται η παλαιομοδίτικη «θεία ράβδος» του παραδοσιακού σχολείου, όμως η πρωτοβουλία και η ελεύθερη βούληση των μαθητών συνθλίβεται με πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα: το μοντέλο του αέναου καταναλωτή, τον συντριπτικό υλισμό στις επιλογές επαγγελματικής σταδιοδρομίας, τον αλλοτριωτικό θεσμό των φροντιστηρίων, της παραπαιδείας που λειτουργεί παρασιτικά εις βάρος της δωρεάν δημόσιας παιδείας, τον αποτρόπαιο μηχανισμό αξιολόγησης και κόντρα αξιολόγησης για την εισαγωγή στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τον αμείλικτο ανταγωνισμό της αγοράς εργασίας, την καθιέρωση της αριστείας ως αξίας του καπιταλισμού και ένα σωρό άλλα.

Τότε που πρωτοέγραψε το υπέροχο έργο του, ο Ατάιντε μιλούσε για τις δικτατορίες της λατινικής Αμερικής μέσα από την αλληγορία μιας τάξης δημοτικού σχολείου. Σήμερα το έργο είναι και πάλι επίκαιρο, καθώς ο φασισμός γεννιέται σαν τον μυθικό φοίνικα από τις στάχτες ενός δυσλειτουργικού κοινοβουλευτισμού και καθώς η βία μεταμφιέζεται σε πιο βαθιά αποτελεσματικές δομές σύνθλιψης του πολίτη. Εκ νέου μπαίνει επί τάπητος η έννοια της Γνώσης, θεοποιείται η Τεχνολογία και η επιστημονική παρέμβαση στη φύση, επανατοποθετείται η έννοια της ενσυναίσθησης και της κοινωνικής ηθικής, αναζωπυρώνονται ο ρατσισμός και ο σεξισμός με μορφές καινοφανείς, ο έλεγχος πολλαπλασιάζεται και η ανθρώπινη αυτονομία θυσιάζεται στον βωμό μιας πλασματικής ευζωίας. Κανόνας, νόρμα, ευταξία, αριστεία και υποτίμηση του συνανθρώπου κερδίζουν έδαφος εις βάρος της ποιητικής ελευθερίας και της χειραφέτησης του ανθρώπινου ψυχισμού: έτσι, σήμερα, η Δεσποινίς Μαργαρίτα του Γιώργου Παπαπαύλου και των επτά θαυμάσιων νέων ηθοποιών του προσλαμβάνει νέα νοήματα και νέες προεκτάσεις.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Συγγραφέας: Ρομπέρτο Ατάιντε
Σκηνοθεσία / Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παπαπαύλου
Δεσποινίς Μαργαρίτα: Φρύνη Αγραφιώτη Σπανούδη, Αγγερού Κουλουλία, Νίκη Κουτελιέρη, Δημήτρα Λυγήρου, Λουκία Μεϊδάνη, Θάνος Ρούμπος, Βασίλης Τσιάκας
Σκηνικά: ο θίασος
Κοστούμια: Γιώργος Παπαπαύλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Κατερίνα Σαλταούρα
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Παπαπαύλου
Επιπλέον κείμενα: Βασίλης Τσιάκας
Φωτογραφίες: Δημήτρης Τσακαλάς
Βοηθος Σκηνοθέτη: Μαρία Πετρίδη
Οργάνωση Παραγωγής/Αφίσα: Αλέξανδρος Αποστολάκης
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
Παραγωγή: ΑΜΚΕ-ATHENIAN CULTURAL ASSOCIATION-ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ






















