
Για την παράσταση «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παύλου, στο θέατρο «Κάμιρος».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Πιστεύω στον ρεαλισμό, γιατί ο ρεαλισμός, για μένα, δεν είναι σχολή, είναι ουσία. Είμαι ρεαλιστής γιατί επιχειρώ με την τέχνη μου να διεισδύσω, όσο μπορώ βαθύτερα να ανακαλύψω, να αποκαλύψω, να ερμηνεύσω και τελικά να επηρεάσω τα φαινόμενα: άνθρωπος, κοινωνία, ζωή και τις σχέσεις ανάμεσά τους»
(Γιώργος Σεβαστίκογλου, «Πράξις», επιμ. Πλ. Μαυρομούστακου, εκδ. Καστανιώτη, 1992)
Είδα, στο θέατρο «Κάμιρος», τη σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώργου Παύλου στο έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου «Αγγέλα». Το έργο διαδραματίζεται στη μετεμφυλιακή Αθήνα της δεκαετίας του ’50: ένα σκηνικό ανέχειας, εσωτερικής μετανάστευσης και μεταφοράς των επαρχιακών ηθών στην πρωτεύουσα, εξωτερικής μετανάστευσης και, κυρίως, εκμετάλλευσης. Οι «δούλες» (οι οικιακές βοηθοί) μιας από τις παλιές πολυκατοικίες της αστικής τάξης, πρωταγωνιστούν, ενώ οι κύριοι/κυρίες τους ακούγονται, απλώς, «εκτός κάδρου».
Ταράτσες, ακάλυπτοι, ταβερνάκια, δρόμος
Για τις χωριατοπούλες που γίνονται υπηρετριούλες και δέχονται στο πετσί τους τη βία της δουλειάς, τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή αρθρώνονται σε έναν καμβά που εξ ορισμού τα καταργεί: μια αντεστραμμένη εκδοχή της πρωτεύουσας είναι το σκηνικό πολλών προσωπικών δραμάτων, που έχουν σαφώς ταξικό χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για τους ανδρικούς χαρακτήρες του έργου. Η πλανεύτρα πρωτεύουσα δύσκολα αφομοιώνει τα ήθη που φέρνουν οι άνθρωποι αυτοί από τον τόπο τους. Η «μεγάλη εικόνα» αφορά τους μηχανισμούς διάβρωσης και διαφθοράς μιας Ελλάδας που περνά συνεχείς δοκιμασίες: κυρίως αυτό ισχύει για τα μέλη της εργατικής τάξης (όπως θα το έκανε ένα έργο σοσιαλιστικού ρεαλισμού), όμως με τις ψυχολογικές παρατηρήσεις που αφορούν ένα ψυχόδραμα νατουραλιστικών αποχρώσεων. Κυρίαρχο είναι το σύμπλεγμα εχθρότητας προς τα «αφεντικά», ανάλογο (υπό μιαν οπτική γωνία) προς το μίσος που κινεί τη δράση στις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ.

Το σκηνικό είναι πολύ πιο διευρυμένο από εκείνο της «Αυλής των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη: ταράτσες απ’ όπου μπορείς να παρακολουθήσεις θερινό σινεμά, σκαλοπάτια στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, πολλοί όροφοι που επιτρέπουν την αυτοκτονία της Τασίας – ένας ανεξήγητος, εκ πρώτης όψεως, θάνατος, μια θέση υπηρέτριας που χηρεύει, η αντικατάστασή της από την Αγγέλα. Η ταύτιση της Αγγέλας με το πρόσωπο της αδικοχαμένης κοπέλας. Η φυλαγμένη, εξιδανικευμένη φωτογραφία και η άφιξη του αδελφού Λάμπρου, που με τη συνδρομή της Αγγέλας θα υψώσει το ηθικό του ανάστημα. Η αναζήτηση των υπαίτιων, ο επαναπροσδιορισμός του τοπίου: από την είσοδο στον δρόμο μέχρι την ταράτσα, τη μαρμάρινη σκάλα των αφεντικών και τη σκάλα υπηρεσίας πίσω, στην κουζίνα, ακόμη και στο πίσω δωματιάκι υπηρεσίας της ψυχοκόρης, διαμορφώνεται ένα κινηματογραφικό στη δομή του σκηνικό που περιλαμβάνει και ένα ταβερνάκι στην ακροθαλασσιά και μια κάμαρα φτηνού ξενοδοχείου.
Ενδιαφέρουσα είναι η αποστασιοποίηση/απεύθυνση προς το κοινό που διακόπτει τη ροή κάποιων σκηνών, για να μας φέρει στο οδυνηρό σήμερα. Η όλη παράσταση έχει ένα πρόσημο στράτευσης, χωρίς όμως να στοιχειοθετείται απόλυτα η αντιστοιχία ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Και αυτό το αποδίδω στο γεγονός ότι η σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου σήμερα έχει προσλάβει τελείως διαφορετικές διαστάσεις, έχει συγκαλυφθεί πίσω από μια κακώς εννοούμενη έννοια «παραγωγικότητας» και έχει αμβλύνει την κόψη του ξυραφιού. Οι αντίστοιχοι σημερινοί χαρακτήρες κατά πάσαν πιθανότητα θα έχουν εξαπατηθεί από κάποιο καταναλωτικό σλόγκαν, θα έχουν εκτονώσει την πικρία τους στον ψυχαναλυτή τους, θα έχουν αναστραφεί στον εαυτό τους και θα έχουν συνεχίσει την υποταγμένη ζωή τους καταπίνοντας αμάσητο το χάπι της σύγχρονης εκδοχής «ευζωίας».
Πρόσωπα που αποδίδονται σε πολλές διαστάσεις
Αντιθέτως, συνεπές προς την εποχή του, το έργο του Σεβαστίκογλου παρουσιάζει σε όλη της το μεγαλείο τη βία την εργασιακή, την οικογενειακή, την ταξική και τη σεξιστική. Οι γυναίκες, τα άμεσα θύματά της, είναι φυσικό να αναπαράγουν την τοξικότητα, τη ρουφιανιά, την εκδικητικότητα. Οι άνδρες είναι άκαμπτοι και προασπίζονται ένα είδος ανδρισμού και «τιμής», πολύ ξεπερασμένο πια, που ο σύγχρονος σκηνοθέτης δύσκολα μπορεί να «φορέσει» σ’ έναν νέο ηθοποιό. Ωστόσο, ο Γιώργος Παύλου, διαρκώς παρών επί σκηνής στον ρόλο του σκηνοθέτη/φωτιστή/κάμεραμαν, καταφέρνει να αποσπάσει το ακριβές ποσοστό ευαισθησίας των ανδρών που γίνεται πιστευτό από ένα σύγχρονο κοινό, και αυτό είναι το βασικό προτέρημα αυτής της παράστασης. Από την άλλη, παρά τη γλωσσική του αρτιότητα και λόγω της παλαιότητας της θεματικής του, το έργο του Σεβαστίκογλου δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε στερεοτυπική απόδοση των χαρακτήρων: το ζευγάρι των «κακών», ο Στράτος του υποκόσμου και η Γεωργία, η ερωτευμένη με τον γκάνγκστερ, είναι το αρνητικό διπλότυπο του ζευγαριού Λάμπρου και Αγγέλας.

Ευτυχώς, το έργο διασώζεται λόγω του χορού των γυναικών που τους περιβάλλει. Η Νέρα, η Άννα που αγωνίζεται να επιβιώσει, η Φανή που αποτολμά την έκτρωση – γεμάτες ανταγωνισμούς, ματαιώσεις και μικρότητες, οι κοπέλες αυτές απαρτιώνουν τη χαρτογράφηση ανθρώπινων τύπων που δεν είναι μονοδιάστατοι, που η αλήθειά τους αποκαλύπτεται και από την άλλη πλευρά του νομίσματος. Ακριβώς λόγω της ύπαρξης αυτών των γυναικείων «φωνών», η Αγγέλα παύει να είναι μια αγία, ο Λάμπρος παύει να είναι απόλυτα αφοσιωμένος, κι από την άλλη, ο Στράτος παύει να είναι απόλυτα διεφθαρμένος, γίνεται ερωτικός και διεκδικητικός, ενώ η Γεωργία δεν είναι μόνο φθονερή και εκδικητική, αλλά αποκαλύπτει και μια βαθύτατα ανθρώπινη πτυχή. Τέλος, η Αγγέλα του κειμένου μιλά με έναν λόγο θρυμματισμένο και ελλειπτικό, που είναι αντιπροσωπευτικός του μοντερνισμού.
Πάντως, σε αυτό το έργο τα πρόσωπα επιβάλλονται στα κίνητρα: φαντάζομαι πως ο κύριος Παύλου έλαβε σοβαρά υπ' όψιν του την παρότρυνση του Σεβαστίκογλου προς τους σκηνοθέτες να σκιαγραφούν τις αντιφάσεις των προσώπων του έργου του, κι αυτό φάνηκε στις ερμηνείες και των οκτώ ηθοποιών του που, με μικρές διαβαθμίσεις, είναι αντάξιες αυτού του δύσκολου έργου. Ο Σπύρος Σουρβίνος είναι ένας ηθοποιός που εντυπωσιάζει με τη δύναμη του λόγου του και την άρτια κίνησή του, όμως τον βρήκα υπερβολικό σε κάποια σημεία. Θα ξεχώριζα την Καλλιόπη Ανταμπούφη για τη σπάνια στόφα της ως ηθοποιού και τη Δανάη Γεωργούλα για την υποβλητική της φωνή και την ευαίσθητη σκηνική της παρουσία.
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου
Για χρόνια εξόριστος στη Ρωσία, ο Σεβαστίκογλου θήτευσε δίπλα στον Κουν, μετά με τους «Νέους» των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», κατόπιν στο θέατρο Βαχτάνγκωφ, αργότερα με τον Αντουάν Βιτέζ, στο θέατρο του Ιβρύ και στη Σορβόννη και, τέλος, μόνος με τον θεατρικό του οργανισμό «Πράξις» στο Παρίσι, μέχρι την επάνοδό του στην πατρίδα (1981) και τις μετρημένες εδώ σκηνοθεσίες του στη δεκαετία του ’80.
Σύντροφος της ζωής του από το 1945 υπήρξε η γνωστή συγγραφέας Άλκη Ζέη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Πέθανε στην Αθήνα το 1990. Έγραψε τα θεατρικά έργα: «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη», «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Να λευτερώσουμε τους Αλυσωμένους», «Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα», «Σε Μαρμαρένια Αλώνια», «Αγγέλα», «Ο Θάνατος Βασιλικού Επίτροπου». Η «Αγγέλα» ανέβηκε το 1958 στο θέατρο Βαχτάνγκωφ της Μόσχας, κι έκτοτε καταλογογραφήθηκε στα κλασικά έργα της αριστερής στράτευσης.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Συγγραφέας: Γιώργος Σεβαστίκογλου
Σκηνοθεσία/Σκηνικά/Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παύλου
Κοστούμια / Συνεργάτης στην σκηνογραφία: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου
Μουσική σύνθεση: Παντελής Πρωτοπαπάς
Βίντεο: Μαρίνα Σατανάκη, Νικήτας Φουστέρης
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Βοηθός Δραματουργίας: Χάρης Μπαλασόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτης: Ιόλη Χαραλαμποπούλου
Βοηθός Σκηνογράφου: Αγγελική Κυριακοπούλου
Ηθοποιοί: Καλλιόπη Ανταμπούφη, Δανάη Γεωργούλα, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Γιώργος Παύλου, Αλεξάνδρα Ρουβέλα, Σπύρος Σουρβίνος, Αλίνα Τσιαμπούλα, Γιώτα Χνάρη





















