
Για την παράσταση «Ας περιμένουν οι γυναίκες – Μια κωμωδία βασισμένη στην ταινία του Σταύρου Τσιώλη», σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Λάσκαρη, στο «Θέατρο Ψυρρή».
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Είδαμε την απολαυστική, έντονα διασκεδαστική παράσταση του «Ας περιμένουν οι γυναίκες», δημιουργμένη με βάση την ομώνυμη, ωραία, σατιρική, cult ταινία του Σταύρου Τσιώλη, σε εμπνευσμένη σκηνοθεσία Βαγγέλη Λάσκαρη. H θεατρική παράσταση παίζεται τώρα στο «Θέατρο Ψυρρή» (Σαχτούρη 4), στου Ψυρρή Αθήνας, αλλά ξεκίνησε επιτυχώς από τη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Φαργκάνη. Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», που χάρισε στο ελληνικό κοινό ατάκες-σταθμούς και στιγμές ξεκαρδιστικού σουρεαλισμού, αποκτά νέα, δηλαδή θεατρική, πνοή, με ένα καστ καλών ηθοποιών.

Ο Σταύρος Τσιώλης, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων του, ασχολήθηκε πολύ με το θέατρο και το πλάσιμο του σκηνικού λόγου. Έγραψε τα θεατρικά έργα «Τα κοκκινομπλέ πατίνια» (2006), σε τρία κωμικά επεισόδια, το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» (2011), για έναν ταλαίπωρο, νεαρό οπαδό του ΠΑΟΚ που κατεβαίνει με το τρένο στον Πειραιά για να δει την αγαπημένη του ομάδα κόντρα στον Ολυμπιακό στο στάδιο Καραϊσκάκη· την τολμηρή, ποιητική, λαϊκή «Πόρτα ή ο σωρός των φασολιών» (2012), που ανέβασε με μεγάλη έμπνευση κι ευαισθησία ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και οι ηθοποιοί του· και μερικά ωραία μονόπρακτα όπως τη «Γυναίκα του αστροναύτη» και τη «Δημοπρασία» (2015), η οποία παίχτηκε με τον Αργύρη Μπακιρτζή στον μοναδικό ρόλο και είναι μεταφορικά μια πράξη αποχαιρετισμού. Όλα τα θεατρικά και τα σενάρια του Τσιώλη, με το ιδιαίτερο ύφος του, συνδυάζουν την κωμωδία με το δράμα, τη νοσταλγία, την ανθρώπινη ματιά και την υπαρξιακή αμηχανία (ή πόνο), τη δραματική αλλά και την κωμική πλευρά των ηρώων του.
Μεταφέροντας την «τσιωλική» αίσθηση στη σκηνή
Η παράσταση του «Ας περιμένουν οι γυναίκες» είναι καλοσκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Λάσκαρη, καλοκουρδισμένη, με ρυθμό, με πολλή λαϊκή μουσική και καλά χρησιμοποιημένη (αρκετά δημοφιλή σκυλάδικα και λαϊκά τραγούδια). Απολαύσαμε τους σπαρταριστούς, κωμικούς διαλόγους του Σταύρου Τσιώλη, που τους θαυμάσαμε και στο σινεμά. Το κείμενο και η παράσταση έχουν καυστικό χιούμορ, ελληνικό σουρεαλισμό και πολλές κριτικές αναφορές κι αιχμηρά σχόλια για την πολιτική, ιδιαίτερα για την πελατειακή πολιτική. Το έργο έχει ουσία, ζουμί και ειρωνικό κοινωνικοπολιτικό και έμμεσο πολιτιστικό σχολιασμό. Η σκηνοθεσία προβάλλει την ανεπιτήδευτη και βαθιά ελληνική και λαϊκή ψυχή του έργου του Τσιώλη. Η θεατρική μεταφορά επιχειρεί και κατορθώνει να μεταφέρει αυτή τη μοναδική «τσιωλική» αίσθηση στη σκηνή, με φρεσκάδα αλλά και σεβασμό προς το πνεύμα και την παρακαταθήκη του αυθεντικού δημιουργού, προκαλώντας μας συγκίνηση και ανεπιτήδευτο γέλιο.

Στο «Ας περιμένουν οι γυναίκες» (σε σενάριο γραμμένο περίπου το 1998), ο Τσιώλης αφηγείται το αστείο και επεισοδιακό οδοιπορικό στη Βόρεια Ελλάδα τριών μπατζανάκηδων, τριών αντρών που έχουν παντρευτεί τρεις δύσμοιρες αδελφές. Σκοπεύουν να καθυστερήσουν να επιστρέψουν στις γυναίκες τους που τους περιμένουν παραθερίζοντας στη Θάσο. Κωμικό έργο διαδρομής με πολλές στάσεις, λόγω ερωτικών εμπλοκών και κουβεντών, στη λίμνη της Βόλβης και σε ένα τοπικό ΚΑΠΗ. Οι σαραντάρηδες ήρωες επιθυμούν να ανασάνουν πιο ελεύθερα και άνετα, μακριά από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, της βιοπάλης και της στενής, στενάχωρης οικογένειας, γι’ αυτό παίζουν, διασκεδάζουν, λογομαχούν, κάνουν πλάκες, ερωτεύονται νεότερές τους γυναίκες, ζουν πλατωνικούς ή σαρκικούς έρωτες και τσακώνονται για τα πολιτικά. Ζουν την ανεμελιά και την ηδονή των τυχαίων γεγονότων της ζωής, μες στη μέθη του σταματήματος του χρόνου. Στην πορεία και στην κουβέντα των τριών φίλων βγαίνουν στη φόρα μυστικά και αμήχανες στιγμές. Οι γυναίκες τους, όπως και τα οικογενειακά καθήκοντά τους, μπορούν να περιμένουν, όχι όμως για πολύ... Κάποια στιγμή πρέπει να αναλάβουν πάλι τις ευθύνες τους και να επιστρέψουν στη βάση τους, αφού έζησαν ένα απολαυστικό, αν και γλυκόπικρο, διάλειμμα.
Έργο με τσουχτερό χιούμορ
Το έργο του Σταύρου Τσιώλη κλείνει μέσα του αυθορμητισμό και τσουχτερό χιούμορ. Είναι ταυτόχρονα περιγελαστικό, κοινωνικό και ποιητικό, αποκαλυπτικό, χαριτωμένο, διαυγές και καυστικό. Οι ήρωες, τρεις τυπικοί λαϊκοί Έλληνες, γκροτέσκοι καμποτίνοι, ρεμπελεύουν, ονειροπολούν, αποφεύγουν τις κοινωνικές υποχρεώσεις τους και κυνηγάνε τις γυναίκες, το εύκολο χρήμα και τον... ίσκιο τους. Λίγο πολύ αποτυχημένοι επαγγελματίες, με εξαίρεση το κομματικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ που έχει ευκαιρίες να ματσωθεί και να τύχει κάποιας αναγνώρισης. Η καλή παράσταση υπογραμμίζει και αναδεικνύει τα δύο κεντρικά πρόσωπα, τον Πάνο και τον Μιχάλη, φτωχούς βιοτέχνες στη βιομηχανική ζώνη της Θεσσαλονίκης, που καθυστερούν το ταξίδι τους για τη Θάσο όπου παραθερίζουν οι σύζυγοί τους. Η παράσταση αναδεικνύει τους χαρακτήρες και τις τραγελαφικές καταστάσεις.
Σκηνική ιδιαιτερότητα αποτελεί ο ρόλος της μουσικής
Το χιούμορ στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους σπινθηροβόλους και σαρκαστικούς διαλόγους, καθώς επίσης στις χειρονομίες και στην κίνηση των ηθοποιών. Το έργο και η παράσταση του Βαγγέλη Λάσκαρη συνδυάζουν την αμεσότητα και τη ζωηρότητα με μια στιβαρά οργανωμένη μουσική σκηνοθεσία με στέρεους ρυθμούς, γουστόζικη κι εκφραστική ηθοποιία και χειμαρρώδεις διαλόγους. Σκηνική ιδιαιτερότητα αποτελεί ο ρόλος της μουσικής, σε επιμέλεια Μιχάλη Χατζηαναστασίου και βέβαια του σκηνοθέτη, ειδικότερα τα επιλεγμένα λαϊκά τραγούδια που (υποτίθεται πως) παίζει το CD της ευτραφούς, μεσόκοπης θαυμάστριάς τους, που υπογραμμίζουν και σχολιάζουν live, πάντα με σκωπτικό τρόπο, τα γεγονότα της ζωής των τριών πρωταγωνιστών.

Δεν μπορούμε να μην κάνουμε μνεία στα σχόλια και στις παρατηρήσεις του Τσιώλη και των ηρώων του -και τα δυο κρυμμένα πίσω από μια επιφανειακή επιπολαιότητα- για τις γυναίκες και την πολιτική. Για τη γοητεία και τις απαιτήσεις των γυναικών και για τις απαιτήσεις μιας πιο ελεύθερης ερωτικής ζωής. Και κυρίως, τα σχόλια για την κομματοκρατία, την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, την εξάρτηση των απλών ανθρώπων από τους κομματάρχες, την ψηφοθηρία, τις ρεμούλες των στελεχών και των πολιτικών...
Την τελική γεύση δίνουν τα πλούσια βιώματα, η «τσιωλική» ευαισθησία, η ευφορία, η ηθελημένη αφέλεια και ο χλευασμός. Η τρέλα και η σαγήνη του κωμικού και όμως τόσο αληθινού σύμπαντος του Σταύρου Τσιώλη, του Βαγγέλη Λάσκαρη και των ηθοποιών του, των Πέτρου Λαγούτη, Τάσου Τζιβίσκου, Νικόλα Βασιλειάδη, Νικίτα Ηλιοπούλου, Μαγδαληνής Μπεκρή και Μαρίας Γράμψα (συμμετέχει live, με πολύ μπρίο, η τραγουδίστρια Αλεξάνδρα Μάγκου).
Αξίζει να δείτε τη γοητευτική, κεφάτη και σκαμπρόζικη παράσταση που διατηρεί το λαϊκό, προσιτό, ανοιχτό και ανυπότακτο πνεύμα του Τσιώλη, μεταξύ άλλων για να ξαναθυμηθείτε τον σημαντικό καλλιτέχνη, μακαρίτη φίλο μας Σταύρο.
* Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).
Κείμενο: Σταύρος Τσιώλης
Διασκευή - Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Σκηνογραφία: Κατερίνα Παπαγεωργίου
Κατασκευή σκηνικών: Kolossaion Productions, Αλέξανδρος Κωνσταντινίδης, Ειρήνη Αγιανίτη
Μουσική σύνθεση - επιμέλεια: Μιχάλης Χατζηαναστασίου
Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Γιάννης Κυρατζής
Ενδυματολογική Επιμέλεια: Βαγγέλης Λάσκαρης, Μυρτώ Μητσοπούλου
Φωτογράφιση: Καλφαμανώλης Γιώργος
Φωτογραφίες παράστασης: Νάκης Γιώργος
Γραφιστικά - αφίσα: Ναταλία Μπουτάση
Σκηνοθεσία trailer: Παναγιώτης Κουντουράς
Πρόγραμμα παράστασης: Εκδόσεις Πανοπτικόν
Οργάνωση παραγωγής: Παναγιώτης Μητσόπουλος
Παραγωγή: Kolossaion Productions / Πολιτεία Πολιτισμού
Παίζουν: Πέτρος Λαγούτης, Τάσος Τζιβίσκος, Νικόλας Βασιλειάδης, Νικίτα Ηλιοπούλου, Μαγδαληνή Μπεκρή και Μαρία Γράμψα
Μαέστρος επί σκηνής: Μιχάλης Χατζηαναστασίου
Τραγούδι: Αλεξάνδρα Μάγκου





















