
Για την παράσταση του Χένρικ Ίψεν (Henrik Ibsen) «Ένα κουκλόσπιτο», σε σκηνοθεσία Αλκίνοου Δωρή, στη «Σκηνή Μπέκετ».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στη «Σκηνή Μπέκετ», μια πρωτότυπη, πιο εικαστικά αποδοσμένη «Νόρα» του Ίψεν από τους Loxodox, σε σκηνοθεσία του Αλκίνοου Δωρή. Η «Νόρα» («Ένα κουκλόσπιτο») του Ίψεν έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο της Κοπεγχάγης στις 21 Δεκεμβρίου 1879 και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και αντιπαράθεση. Η κριτική διείδε στο έργο του Ίψεν τον τραγικό νατουραλισμό, τη δυνατή πολεμική και την έκκληση για ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σ’ έναν ωμό κόσμο που χαρακτηρίζεται από προδοσίες και χρεωκοπίες, εκβιασμούς και τον φόβο της δημόσιας έκθεσης και κατακραυγής.
Η ιστορία του έργου στο σινεμά, την τηλεόραση και την ελληνική σκηνή
Οι κινηματογραφικές εκδοχές του 1973 ήταν το «Κουκλόσπιτο» του Τζόζεφ Λόουζι με πρωταγωνιστές την Τζέιν Φόντα, τον Ντέιβιντ Γουόρνερ και τον Τρέβορ Χάουαρντ και το «Κουκλόσπιτο» του Πάτρικ Γκάρλαντ με πρωταγωνιστές την Κλερ Μπλουμ, τον Άντονι Χόπκινς και τον Ραλφ Ρίτσαρντσον. Το 1959 το έργο διασκευάστηκε για την αμερικανική τηλεόραση σε σκηνοθεσία του Τζορτζ Σέιφερ, με τους Τζούλι Χάρις, Κρίστοφερ Πλάμερ, Χιούμ Κρόνιν, Αιλιν Χέκαρτ και Τζέισον Ρόμπαρντς. Το 1973 η νορβηγική τηλεόραση παρήγαγε μια διασκευή του «Κουκλόσπιτου» με τίτλο «Ed dukkehjem» σε σκηνοθεσία Άριλντ Μπρίχμαν και με πρωταγωνίστρια τη Λίζε Φγέλσταντ. Το 1974 ανέβηκε στη γερμανική τηλεόραση η «Nora Helmer» σε σκηνοθεσία Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ με πρωταγωνίστρια τη Μάργκιτ Κάρστενσεν. Το 1992, ο Ντέιβιντ Θάκερ σκηνοθέτησε μια βρετανική τηλεοπτική διασκευή, με την Τζούλιετ Στίβενσον, τον Τρέβορ Ιβ και τον Ντέιβιντ Κάλντερ. Τέλος, το 1989, ο Μπέργκμαν σκηνοθέτησε και εξέδωσε μια συντομευμένη μετασκευή του έργου με τίτλο «Νόρα».
Το έργο ανέβηκε και πάλι το 2023 σε σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου στο Altera Pars, ενώ περιμένουμε φέτος τον Απρίλιο την «Κουκλίτσα» της Μαρίας Πανουργιά στο κτήριο Τσίλλερ του Εθνικού.
Στη χώρα μας το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά από τον Πανελλήνιο Δραματικό Θίασο στο Θέατρον Νεαπόλεως, το 1899, με την Ολυμπία Λαλαούνη στον ρόλο της Νόρας. Τον ρόλο της Νόρας ερμήνευσαν, κατά καιρούς, η Κυβέλη (1907), η Κατερίνα (1942), η Μιράντα (1944), η Έλλη Λαμπέτη (1953) και με το Εθνικό Θέατρο (1964) η Βάσω Μανωλίδου (με τον Θάνο Κωτσόπουλο στον ρόλο του Τόρβαλντ, τον Στέλιο Βόκοβιτς στον ρόλο του Κρόκσταντ και τον Λυκούργο Καλλέργη στον ρόλο του δρ. Ρανκ). Ακολούθησαν η Αντιγόνη Βαλάκου (1975), η Εβίτα Παπασπύρου (1982) και η Κατερίνα Ραζέλου (1987), ενώ το έργο ανέβηκε τον Δεκέμβριο του 1988 από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη, το 2019 από τον Θόδωρο Τερζόπουλο στο Θέατρο Άττις (Νόρα: Σοφία Χιλλ, Κρόγκσταντ: Τάσος Δήμας Τόρβαλντ: Νίκος Ντάσης) και σε ραδιοσκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή από την ΕΡΤ (1989), με τη Ρένη Πιττακή. Σημαντικές ήταν η σκηνοθεσία του Σκεύα πριν από δέκα χρόνια, η παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων στο Καμπέρειο θέατρο στις 13/01/2020 σε σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγκανάρη, καθώς και η σκηνοθεσία του Τάρλοου στο «Πορεία» (2022), με Νόρα τη Λένα Παπαληγούρα, δρ. Ρανκ τον Κώστα Βασαρδάνη, Τόρβαλντ τον Γιώργο Χριστοδούλου και Κρόκσταντ τον Θανάση Δόβρη. Το έργο ανέβηκε και πάλι το 2023 σε σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου στο Altera Pars, ενώ περιμένουμε φέτος τον Απρίλιο την «Κουκλίτσα» της Μαρίας Πανουργιά στο κτήριο Τσίλλερ του Εθνικού.
Δυο λόγια για την ηρωίδα του Ίψεν
Η Νόρα, σύζυγος του Τόρβαλντ Χέλμερ, είναι μητέρα τριών παιδιών (στην παράσταση των Loxodox τα παιδιά εμφανίζονται μόνον ως «χεράκια» σε ένα παιδικό κουκλοθέατρο). Ο σύζυγός της, πολλά υποσχόμενο στέλεχος κρατικής υπηρεσίας, του οποίου επίκειται η προαγωγή, την αντιμετωπίζει ως «κακομαθημένο πιτσουνάκι», ως σπάταλη λάτρι του χρήματος, κάτι που λειτουργεί ως καταλύτης, αποκαλύπτοντας τις δυναμικές της οικογενειακής σχέσης και τον κυρίαρχο χαρακτήρα της οικονομικής δοσοληψίας που λέγεται γάμος.
![]() |
|
Μελισσάνθη Μαυρίδου και Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου. |
Ο σύζυγος κρατά, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης του Αλκίνοου Δωρή, τα κλειδιά «της βασιλείας» (που σημαίνει: τα κλειδιά του σπιτιού, τα κλειδιά του γραφείου, τα κλειδιά των συρταριών, τα κλειδιά του σημαντικού για το έργο γραμματοκιβωτίου), και τα κραδαίνει σαν μουσικό όργανο κρουστό. Η Νόρα μεταμφιέζεται, χορεύει, παίζει ρόλους: είναι γαλιάντρα, σκιουράκι, διαβολάκι, άτακτο κοριτσάκι, περίεργο πλασματάκι, νεράιδα που τρώει μπεζέδες «μακαρόν» κρυφά. Αυτή η γευστική απόλαυση παραπέμπει στις απαγορευμένες απολαύσεις του παιδικού δωματίου. Η Νόρα είναι ακόμη ένα παιδί. Και μόνο όταν κάνει τη δική της (παράνομη, έστω) παρέμβαση μετατρέπεται, στα μάτια του Τόρβαλντ, σε «ελεεινή γυναίκα», «θεατρίνα», «ψεύτρα», «εγκληματίας», «τρελή», «άρρωστη», «μάγισσα». Μέσα σ' ένα τριήμερο της αποκαλύπτονται πτυχές του εαυτού της που της ήταν άγνωστες. Το κόστος της οικογενειακής θαλπωρής είναι πολύ βαρύ για να το αντέξει. Παρόλο που η Νόρα Χέλμερ ζει με τα ιδανικά της γυναίκας του 19ου αιώνα, εγκαταλείπει την οικογένειά της στο τέλος του έργου.
Προσεκτική δουλειά
Τους Loxodox τους παρακολουθώ εδώ και καιρό, και εκτιμώ ιδιαίτερα τη ματιά τους πάνω στο κλασικό ρεπερτόριο. Η τελική μορφή του «Κουκλόσπιτου» προέκυψε από αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών, ενώ ο Αλκίνοος Δωρής μελέτησε, με την κινησιολόγο του, Αγγελική Τσούπρα, την παραμικρή κίνηση των χεριών, τα βλέμματα, την αναδιάταξη των προσώπων ανά ζεύγη και ανά «ιψενικά» τρίγωνα, ώστε να προκύψει μια τελική μορφή που ν’ αντικατοπτρίζει, κατά το δυνατόν, την ψυχική κατάσταση των προσώπων. Στο αποτέλεσμα συμβάλλει σημαντικά η μουσική της Στέλλας Γαδέδη, που υπογραμμίζει την υπαρξιακή αγωνία, κατά περίπτωσιν το κλίμα του εορτασμού και του μπαλ μασκέ, ακόμη και τον αισθησιασμό στην προσέγγιση των σωμάτων.
![]() |
|
Η Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου στον ρόλο της Νόρας. |
Είναι μια παράσταση «που αφηγείται μια ιστορία μέσα από τα βιογραφικά όλων των δραματικών προσώπων. Η Νόρα δεν είναι μια εγκλωβισμένη ψυχή που σπάει κάποια αόρατα δεσμά. Είναι κάτι πιο μεγάλο. Είναι η μισή καρδιά των άλλων. Είναι η σύζυγος, η φίλη, η αγαπημένη, η συνωμότρια. Ένα αόρατο νήμα φέρνει κοντά της όλα τα πρόσωπα στο κέντρο της σκηνής. Οι ανθρώπινες κούκλες θέλουν πια να ονομάζονται άνθρωποι που πιστεύουν και ονειρεύονται μια ζωή γεμάτη πραγματικότητα, συναισθήματα και πάθη» λέει σε συνέντευξή του ο Αλκίνοος Δωρής.
Δυο λόγια για τη σκηνοθεσία/χορογραφία/σκηνογραφία
Η κυρία Λίντε μεταφέρει ραφτικά, κλωστές, βελόνες. Οι εξπρεσιονιστικές δράσεις, όπως το φτερούγισμα των δακτύλων, φαίνεται πως προέκυψαν από αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών. Η Νόρα μιμείται, στη στάση σώματος και χεριών, τις εικαστικές αναπαραστάσεις των γυναικών του 19ου αιώνα. Μέσα από το σώμα και το κοστούμι του, καθένας από τους πέντε ηθοποιούς μετατρέπεται ο ίδιος σε σκηνικό, σαν άνθρωπος-ζωγραφιά στον καμβά μιας κουρτίνας. Ο σκηνοθέτης επιχειρεί μια νέα, πιο «εικαστική» προσέγγιση του έργου, καθώς αποδομεί τη Νόρα/σύμβολο πανανθρώπινο (δηλαδή την καθολικότητα των αδιεξόδων με τα οποία έρχονται αντιμέτωπα τα έμφυλα υποκείμενα μέσα στην πατριαρχική, οικογενειακή δομή) και κατασκευάζει ένα «νοερό» κουκλόσπιτο με μικρά, φωτεινά ανοίγματα της κουρτίνας που συμβολίζουν τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν διαρκώς.
![]() |
|
Ο Νεκτάριος Σμυρνάκης |
Επί σκηνής ψυχρό φως, στα ανοίγματα «ζεστό» φως και μουσική πιάνου από τον Αλέξανδρο Λυκούρα (που ερμηνεύει υπέροχα και τον ρόλο του δρ. Ρανκ). Η Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου είναι εκπληκτική στον ρόλο της Νόρας. Στον ρόλο του δικολάβου-δανειστή Νιλς Κρόγκσταντ, ο Νεκτάριος Σμυρνάκης κατορθώνει να γίνει εφιαλτικός. Στον ρόλο της Κρίστινε Λίντε, η Μελισσάνθη Μαυρίδου εκπλήσσει με την αρμονία των κινήσεών της. Το σκηνικό των Δημήτρη Ταμπάκη και Νατάσσας Ντάβου είναι απόλυτα αφαιρετικό, μεταμορφωσιγενές: τα συναισθήματα των δραματικών προσώπων μετατρέπονται σε ένα είδος «γλυπτού», που στηρίζεται σε μιαν επισφαλή ισορροπία στο κέντρο της σκηνής, εκτεθειμένα σε αλλαγές διάθεσης, σε μεταπτώσεις, σε επιθέσεις, σε προσεγγίσεις. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για αναπαράσταση ενός κλασικού δράματος, αλλά για την ιστορία ανθρώπων που ενηλικιώνονται και, σταδιακά, απεγκλωβίζονται. Επικρατεί το κεντρικό, σχηματοποιημένο «βάθρο/σπίτι», όπου όλοι οι χαρακτήρες προσπαθούν να πλησιάσουν, να αγγίξουν, να επικοινωνήσουν με τη Νόρα, όπως κάνει κανείς με ένα άγαλμα, ένα κλασικό έργο γλυπτικής πάνω στο βάθρο ενός μουσείου.
Τα κοστούμια του Κρίτωνα Δωρή και της Ίριδας Εμιλσντοτίρ είναι εκπληκτικής ακρίβειας, εφόσον συνοψίζουν αφαιρετικά τα κύρια γνωρίσματα μιας νατουραλιστικής θεατρικής γκαρνταρόμπας του παρελθόντος.
«Σώθηκα, Νόρα, σώθηκα!»
Όταν, πριν από τη δεξίωση, η Νόρα προβάρει τη χαρακτηριστική ταραντέλα με την κατακόκκινη σικελιώτικη φορεσιά/στολή «κούκλας» και το ναπολιτάνικο τραγούδι, ο εφιάλτης κορυφώνεται. Σε αυτό συμβάλλει ουσιαστικά η σκόπιμα αμήχανη χορογραφία της ταραντέλλας από την Tia Williams. Και, όταν ο Τόρβαλντ ανοίγει την επιστολή του Κρόγκσταντ, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν πρόκειται για ένα ενοχοποιητικό ερωτικό γράμμα αλλά για ένα πλαστογραφημένο συμφωνητικό χρηματικού δανείου και αναφωνεί, ανακουφισμένος: «Σώθηκα, Νόρα, σώθηκα!», το κακό έχει ήδη συντελεσθεί. «Οκτώ χρόνια ζούσα εδώ μ’ έναν ξένο», θα πει τελεσίδικα η Νόρα. «Δεν μπορώ να περάσω τη νύχτα στο σπίτι ενός ξένου». Παρά τον παραπειστικό τρόπο με τον οποίον έχει οικοδομήσει τον ρόλο της ως τώρα, παρά τα συσσωρευμένα ψέμματα με τα οποία έχει παρατείνει τον ρόλο της ως «γαλιάντρας» και ως «κουκλίτσας» του Τόρβαλντ (μια «φυσιολογία του γάμου» που στην εποχή του Ίψεν θεωρούνταν απολύτως φυσιολογική), τώρα η Νόρα αίφνης πυρπολεί το «κουκλόσπιτο» με το πάθος της, λέγοντας ξεκάθαρα την αλήθεια.
![]() |
|
Ο Αλέξανδρος Λυκούρας |
Σκηνικά αυτό αποδίδεται με την εκδίπλωση του κυτίου που συμβολίζει το σπίτι, με μια ανάγλυφη, σαν σχισμή φωτεινή, κάθετη ρήξη του σκηνικού: αυτή είναι η πολυσυζητημένη «ενδόρρηξη» του «Κουκλόσπιτου», εάν δεχτούμε πως η κατασκευή στο κέντρο του άδειου, κρατημένου στα αναγκαία, σκηνικού αντιπροσωπεύει το σπίτι.
Τα κοστούμια του Κρίτωνα Δωρή και της Ίριδας Εμιλσντοτίρ είναι εκπληκτικής ακρίβειας, εφόσον συνοψίζουν αφαιρετικά τα κύρια γνωρίσματα μιας νατουραλιστικής θεατρικής γκαρνταρόμπας του παρελθόντος. Μικρές παρεμβάσεις ολοκληρώνουν το σκηνικό, όπως ένα χέρι που βγαίνει από την κουρτίνα, ένα κλοπιμαίο βλέμμα στο χριστουγεννιάτικο δεντράκι πίσω από την κουρτίνα, στο καθοριστικής σημασίας γραμματοκιβώτιο που αποδίδεται υπαινικτικά πίσω από την κουρτίνα – όλα, μα όλα πίσω από την κουρτίνα.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο: Henrik Ibsen
Σκηνοθεσία-Μετάφραση: Αλκίνοος Δωρής
Σκηνογραφία: Δημήτρης Ταμπάκης
Μουσική: Στέλλα Γαδέδη
Επιμέλεια Κίνησης: Αγγελική Τσούπρα
Κοστούμια: Κρίτων Δωρής
Σχεδιασμός φωτισμών: Θωμάς Οικονομάκος
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Βοηθός Σκηνογράφου: Νατάσσα Ντάβου
Έργο αφίσας – Κατασκευή αντικειμένου φωτογράφισης: Ισμήνη Ασημάκη
Χορογραφία Ταραντέλας: Tia Williams
Σύμβουλος ενδυματολογίας: Iris Emilsdottir
Φωτογραφίες παράστασης- τρέιλερ: Σιδέρης Νανούδης
Παραγωγή: Loxodox AMKE
Πιάνο: Αλέξανδρος Λυκούρας
Παίζουν: Γιάννης Ιωάννου, Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, Αλέξανδρος Λυκούρας, Μελισσάνθη Μαυρίδου, Νεκτάριος Σμυρνάκης

























