
Για την παράσταση «Άσπρο Μαύρο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι (Cormac McCarthy), σε σκηνοθεσία Αντώνη Καφετζόπουλου, στο θέατρο Επί Κολωνώ.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο θέατρο Επί Κολωνώ, το έργο «Άσπρο Μαύρο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι, σε μετάφραση, σκηνοθεσία και ερμηνεία Αντώνη Καφετζόπουλου, με συμπρωταγωνιστή τον Ζερόμ Καλούτα. Πρόκειται για το δεύτερο δημοσιευμένο έργο του ΜακΚάρθι (θέατρο Steppenwolf, Σικάγο, 18 Μαΐου 2006), οι δύο χαρακτήρες του οποίου («Λευκός» και «Μαύρος») καταθέτουν στο τραπέζι δυο διαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, σε μιαν άκρως υποβλητική παράσταση με σφιχτό ρυθμό και κλιμακούμενο ενδιαφέρον.
![]() |
|
Στην αρχή του έργου, ο «Μαύρος» έχει μόλις σώσει τον «Λευκό» από την αυτοκτονία – μια «σωτηρία» που ο «Λευκός» ουδόλως την επιθυμεί |
Το έργο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Τομ Τζόουνς με τίτλο «The Sunset Limited»: ο τίτλος προέρχεται από την ονομασία ενός επιβατικού τρένου που ταξιδεύει από τη Νέα Ορλεάνη στο Λος Άντζελες. Ο «Λευκός» είναι ένας άθεος καθηγητής φιλοσοφίας, με απροκατάληπτη ορθολογική σκέψη, προασπιστής ενός τύπου υπαρξιστικής ελευθερίας, που έχει μόλις κάνει σάλτο μορτάλε στις ράγες του συγκεκριμένου συρμού. Ο «Μαύρος» εμφανίζεται ως εκπρόσωπος μιας ευσεβιστικής ηθικής, ως αυτόκλητος πράκτορας μιας ανώτερης δύναμης. Προσώρας, έχει σώσει τον «Λευκό» από την αυτοκτονία, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είναι πρώην κατάδικος με βαρύ εγκληματικό ιστορικό. Και αυτή είναι μια «σωτηρία» που ο «Λευκός» ουδόλως την επιθυμεί. Γιατί, γι’ αυτόν, ο πολιτισμός έχει αποτύχει και η γνώση είναι περιττή, ενώ για τον «Μαύρο» εκείνο που προέχει είναι η ανθρώπινη καλοσύνη: δεν διστάζει να δηλώσει την πεποίθησή του ότι ο Ιησούς είναι παρών στη συζήτησή τους (μάλιστα απευθύνει στον Ιησού τα λόγια του, θεωρώντας ότι Εκείνος τον ακούει).
Πείσε με, ώστε να ζήσω: η βία, η ηθική και η ανθρώπινη μοναξιά
Η συναισθηματική ένταση και το φιλοσοφικό βάθος οδηγούν σε μια πύρινη διαλογική κόντρα, πίσω από την οποία διαφαίνεται κάποια αμυδρή ανάγκη του «Λευκού» να πεισθεί για την αξία τής (κατά τη γνώμη του, απόλυτα απαξιωμένης) ανθρώπινης ζωής: χωρίς προφανή αιτία, απλώς αντικρίζοντας το ζοφερό παρόν του πλανήτη, ο «Λευκός» έχει υπερβεί την απλή αυτοκτονική κατάθλιψη και έχει προβεί σε μια βαθύτερη απομυθοποίηση κάθε ηθικής, κάθε ψυχοσυναισθηματικής σύνδεσης με τους άλλους ανθρώπους, ακόμη και με την ίδια του τη μάνα (η αιώνια ζωή γι’ αυτόν θα ήταν ένας «Κάφκα με αναβολικά»). Λέει στον «Μαύρο»: «Δεν θεωρώ την ψυχική μου κατάσταση ως κάποια απαισιοδοξία για τον κόσμο. Τη θεωρώ ως τον ίδιο τον κόσμο».
![]() |
|
Ο «Λευκός» είναι υποστηρικτής της ψυχρής λογικής, ενώ ο «Μαύρος» είναι ένας πονεμένος απολογητής των θετικών συναισθημάτων. |
Παρ’ όλα αυτά, εσωτερικά δονείται από την αδιόρατη επιθυμία να μεταπεισθεί, να αντικαταστήσει τα ορατά με τα αόρατα. Και, καθώς εκτιμά κατά βάθος τον συνομιλητή του, κάνει κάθε προσπάθεια να διαπραγματευθεί μαζί του το τελευταίο ίχνος ελπίδας και καλοσύνης που διαγιγνώσκει στα λόγια του. Ο «Μαύρος», πάλι, με μιαν ιεραποστολική αυταπάρνηση, προσπαθεί να τον μεταστρέψει αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για κάτι τέτοιο. Ο πρώτος είναι υποστηρικτής της ψυχρής λογικής, ενώ ο δεύτερος είναι ένας πονεμένος απολογητής των θετικών συναισθημάτων. Με έντονο σαρκασμό ο ένας ανατρέπει την πεποίθηση του άλλου, σ’ ένα λεκτικό πινκ-πονγκ που διακρίνεται για το βρετανικό του whit:
Λευκός: Λοιπόν, λυπάμαι, αλλά για μένα όλη η ιδέα του Θεού είναι απλώς μια ανοησία!
Μαύρος: Ω, Κύριε, ελέησον, σώσε μας Ιησού. Ο καθηγητής έχει βλασφημήσει παντού. Δεν θα σωθούμε ποτέ τώρα (γελάει)
Λευκός: Δεν το βρίσκεις κακό αυτό που λες.
Μαύρος: Ω, ελέησον! Όχι, Καθηγητά. Δεν το βρίσκω. Αλλά εσύ το βρίσκεις, ε;
Λευκός: Όχι, δεν το βρίσκω. Είναι απλώς ένα γεγονός.
Η απόλυτη απελπισία και τα επιχειρήματά της
Ο Κόρμακ ΜακΚάρθι υπήρξε, στα νιάτα του, παπαδοπαίδι: αποφοίτησε από καθολικό σχολείο, ενώ συμμετείχε και στην τέλεση της λειτουργίας της «Εκκλησίας της Άμωμης Σύλληψης» της Νόξβιλ, της πόλης όπου μεγάλωσε. Είναι φυσικό ο συγγραφέας (που θεωρείται ισάξιος με τον Φώκνερ, τον Ντε Λίλο, τον Πίντσον και τον Ροθ) να κινείται στην αναζήτηση, αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση του Θείου: για τον «Λευκό» του «Άσπρο-Μαύρο», ο Θεός είναι επινοημένος, καθώς εκφαίνεται αδιάφορος για την οδύνη και τη δυστυχία της ανθρωπότητας. Ο «Μαύρος», αντίθετα, πιστεύει ακράδαντα, ειλικρινά, αγνά και αδιαπραγμάτευτα στην καλοσύνη που εκπορεύεται από τον Θεό.
![]() |
|
Έντονος σαρκασμός, κατά βάση καλοπροαίρετος, «για του λόγου τη χάρη», εκπορεύεται από τον χαρακτήρα του «Λευκού», όπως τον υποδύεται σε χαμηλούς τόνους ο Αντώνης Καφετζόπουλος. |
Ο πρώτος, καθώς είναι βαθύτατα προβληματισμένος και διαβασμένος, έχει καταλήξει στο ότι «ο δυτικός πολιτισμός τελικά έγινε καπνός στις καμινάδες στο Νταχάου». Ο δεύτερος τον ρωτά εάν πιστεύει πως υπάρχει βιβλίο πιο αληθινό από τη Βίβλο κι εκείνος απαντά: «Υποθέτω ότι ίσως ένα ιστορικό βιβλίο. Η παρακμή και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γίββωνα θα μπορούσε να είναι πιο αληθινό. Τουλάχιστον, τα γεγονότα εκεί θα ήταν τα πραγματικά γεγονότα. Θα ήταν πράγματα που είχαν συμβεί!». Με αποστομωτική ωμότητα, καθαρό αναστοχασμό και ευφυή κυνισμό οδηγείται στην απαρέσκεια για τη ζωή (την οποία ταυτίζει με τον πόνο και την ταλαιπωρία) και στην επιθυμία για εξαφάνιση στο απόλυτο, σιωπηρό σκοτάδι. Η αντιπαράθεση των δύο μοιάζει με ψυχρολουσία σε εναλλαγή με ζεστό φως:
Λευκός: Δεν νομίζεις ότι αυτό εδώ είναι ένα απαίσιο μέρος;
Μαύρος: Απαίσιο;
Λευκός: Ναι.
Μαύρος: Γαμώτο, καθηγητά. Αυτή δεν είναι μια απαίσια ζωή. Τι λες τώρα;
Λευκός: Αυτό το μέρος. Είναι ένα απαίσιο μέρος. Γεμάτο με απαίσιους ανθρώπους.
Μαύρος: Ω, Θεέ μου!
Ο «Λευκός» (που, παραδόξως, εκφράζει τη «μαύρη» προσέγγιση της ζωής) είναι πεπεισμένος ότι αν αντικρίσει κανείς τον κόσμο χωρίς ψευδαισθήσεις, θα διαπιστώσει αποκλειστικά πόνο και κακουργία, κι έτσι δεν υπάρχει κανένας λόγος να ζήσει μια τέτοια ζωή: «Δεν ξέρω πώς να πείσω τον εαυτό μου να πιστέψει σε έναν εξαιρετικό κόσμο, όταν ήδη ξέρω ότι τέτοιος δεν υπάρχει». Η αυτοκτονία είναι η μοναδική λύση που του ελαχιστοποιεί τον πόνο και συνιστά γι’ αυτόν πράξη υπαρξιακής ελευθερίας. Και επειδή η πίστη στον ανθρώπινο πολιτισμό έχει μέσα του καταρρεύσει, το θάρρος που του χρειάζεται για να προβεί στην αυτοχειρία εμπεριέχει την απέλπιδα διαπίστωση ότι όλα είναι εφήμερα, και ως εκ τούτου, κενά νοήματος:
Λευκός: Σου αρέσει η μουσική, σωστά;
Μαύρος: Ναι, μου αρέσει.
Λευκός: Ποιος είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης που γνωρίζεις;
Μαύρος: John Coltrane. Χωρίς αμφιβολία.
Λευκός: Πιστεύεις ότι η μουσική του θα διαρκέσει για πάντα;
Μαύρος: Λοιπόν, το «για πάντα» είναι πολύς χρόνος, καθηγητά. Οπότε, πρέπει να πω όχι. Δεν θα διαρκέσει.
Η επιλογή ή η απόρριψη της επιθυμίας για ζωή
Η διελκυστίνδα των δύο υπαρξιακών καταστάσεων αποτυπώνεται στο χρώμα δέρματος των χαρακτήρων. Το μαύρο είναι η κατάσταση της παντελούς απουσίας χρωμάτων, ενώ το λευκό είναι η ταυτόχρονη παρουσία όλων των χρωμάτων του φάσματος. Θα μπορούσε κανείς να διαβλέψει εσωτερικευμένο ρατσισμό στη φιλοτέχνηση ενός «Λευκού» χαρακτήρα, η φιλοσοφημένη ιδιοσυγκρασία του οποίου τον οδηγεί στην αυτοακύρωση, έναντι ενός «Μαύρου» χαρακτήρα που με εκλαϊκευτικό ύφος προασπίζεται την απτή χαρά της ζωής – είναι χαρακτηριστικό πως δεν αποκαλεί τους άλλους μαύρους «έγχρωμους», αλλά «αράπηδες», πράγμα που απηχεί τον απόλυτο ρεαλισμό του και την απόρριψη της πολιτικής ορθότητας. Στο τέλος, θα τα βάλει με τον συνομιλητή του Θεό: «Δεν καταλαβαίνω», θα Του πει συντετριμμένος. «Αν ήθελες να τον βοηθήσω, τότε πώς και δεν μου έδωσες τα λόγια; Εσύ τα δίνεις σε αυτόν. Κι εγώ; Δεν πειράζει... Αν δεν ξαναμιλήσεις ποτέ, ξέρεις ότι θα κρατήσω τον Λόγο Σου».
![]() |
|
Ο Ζερόμ Καλούτα είναι ορμητικός, εκρηκτικός και βαθύτατα εκφραστικός, ένας ηθοποιός που με το βαρύ δέμας του επιβάλλεται επί σκηνής. |
Tα σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου είναι μίνιμαλ (ένα τραπέζι, δυο πιάτα, λίγο ψωμί και τυρί, μια κρεμάστρα για ένα μπουφάν που, όταν φορεθεί, θα καθορίσει την εξέλιξη των πραγμάτων και μια πόρτα που, όταν ξεκλειδωθεί, θα εκδιπλώσει την ελευθερία μπροστά στα μάτια μας). Τα κοστούμια της Μαρίας Αναματερού και οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου ταιριάζουν στις ιδιοσυγκρασίες των δύο χαρακτήρων, που τους αποδίδουν θαυμάσια οι δυο ηθοποιοί της παράστασης. Ο Ζερόμ Καλούτα είναι ορμητικός, εκρηκτικός και βαθύτατα εκφραστικός, ένας ηθοποιός που με το βαρύ δέμας του επιβάλλεται επί σκηνής. Ερμηνεύει τον ρόλο του «Μαύρου» με απολαυστικές εκρήξεις και διαχειρίζεται άψογα ένα κείμενο με έντονα στοιχεία προφορικότητας και οξυδερκές χιούμορ.
Έντονος σαρκασμός, κατά βάση καλοπροαίρετος, «για του λόγου τη χάρη», εκπορεύεται από τον χαρακτήρα του «Λευκού», όπως τον υποδύεται σε χαμηλούς τόνους ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Η απολυτότητα -σκληρότητα, ίσως- που υιοθετεί στον ρόλο του είναι κατάλληλη ώστε να αναμοχλεύσει όλες τις εν ύπνω βεβαιότητες του κοινού και να δώσει το έναυσμα για ατελείωτες συζητήσεις. Το κείμενο είναι δύσκολο, πολύ επεξεργασμένο λεκτικά, ενώ τα επιχειρήματα των δύο ηρώων, καθώς αντιπαρατίθενται δυναμικά, αφενός σκιαγραφούν το χάος που χωρίζει τις δυο προσεγγίσεις κι αφετέρου βάζουν τον θεατή σε διλήμματα. Είναι, λοιπόν, αξιοθαύμαστο το μεταφραστικό εγχείρημα του κύριου Καφετζόπουλου, ενός κειμένου που χωρίς εξωραϊσμούς και λυρικές εξάρσεις απευθύνει ύμνο στην ανθρώπινη ελευθερία, συνειδησιακή και υπαρξιακή.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Αντώνης Καφετζόπουλος
Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Μαρία Αναματερού
Φωτιστής: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Παίζουν: Αντώνης Καφετζόπουλος, Ζερόμ Καλούτα
Οπτική επικοινωνία και ταυτότητα: Λουκάς Ζιάρας, LOOX
Social Media: LOOX MEDIA
Υπεύθυνοι επικοινωνίας παράστασης: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας
Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Θέατρο Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94


























