
Για την παράσταση του Σέρχιο Μπλάνκο (Sergio Blanco) «Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. © εικόνας: Ελίνα Γιουνανλή
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, το έργο του Σέρχιο Μπλάνκο «Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας», το δεύτερο μέρος της τριλογίας αυτομυθοπλαστικών διαλέξεων Εξομολογήσεις («Θεία επινόηση ή ο εορτασμός του Έρωτα», «Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της Βίας» και «Memento Mori ή ο εορτασμός του Θανάτου»). Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα, τον οποίον υποδύεται η συγκλονιστική Δέσποινα Σαραφείδου, που έχει μεταφράσει και το έργο στα ελληνικά. Μετά από την Ελλάδα, την Αργεντινή και την Ιταλία, η παράσταση θα περιοδεύσει στη Βραζιλία, στη Σιγκαπούρη, στην Κολομβία και στην Ιαπωνία, σε πολλαπλές συνεργασίες.
«Εξομολογήσεις» σχετικά με τη βία
Το κείμενο του Σέρχιο Μπλάνκο ξεκινά από το «εγώ», με στόχο να το εξακοντίσει σε μεγάλα μήκη και πλάτη μυθοπλασίας. Αντλεί από επεισόδια προσωπικών εμπειριών του συγγραφέα τα οποία κινούνται από το Μοντεβιδέο έως τη Βαρκελώνη και τα οποία τροποποιεί, διαμορφώνοντας πολλούς καλειδοσκοπικούς «εαυτούς» και, τελικά, εξαφανίζοντας το ατομικό βίωμα πίσω απ’ το συλλογικό. Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν το 2018 και παρουσιάζονται υπό μορφή διάλεξης, με μόνιμη προβολή, στο φόντο, του πίνακα του Ρέμπραντ «Η τύφλωση του Σαμψών από τους Φιλισταίους», όπου συνυπάρχουν η φρίκη και η αισθητική απόλαυση: καθώς το φρικτό μαχαίρι του Φιλισταίου τυφλώνει τον Σαμψών, εμείς προσέχουμε τη λάμψη της πανοπλίας, τις φωτοσκιάσεις και τις συσπάσεις των μυών που μαρτυρούν την ανθρώπινη φύση, την απόδοση του χρυσού χρώματος, την τρομαγμένη έκφραση της Δαλιδάς στο βάθος. Η οπτική ψευδαίσθηση αντιστοιχεί στην παραγωγή κειμενικής ψευδαίσθησης, κάτι που διαφοροποιεί το έργο το Μπλάνκο από το βιόδραμα, το divised theatre ή το θέατρο του πραγματικού.

Ο συγγραφέας επισημαίνει την πανταχού παρούσα έκφανση της βίας, από τους αρχετυπικούς Κάιν και Άβελ έως τους πολέμους, την τρομοκρατία, τους δίδυμους πύργους και τη μαζική δολοφονία στο Las Ramblas της Βαρκελώνης, κυρίως δε από τους πνιγμένους πρόσφυγες στα νερά της Μεσογείου. Η βία, λέει, διαφεύγει των ορίων της συμβατικής ηθικής, καθώς ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος πως στην Τέχνη δεν υπάρχει ηθική. Αντιθέτως, ένας από τους τρόπους προβολής της βίας στην ανθρώπινη Ιστορία υπήρξε η λογοτεχνία: «Ο πόλεμος... επιτρέπει στη βία να εκδηλωθεί σε όλο της το μεγαλείο σε ένα συγκεκριμένο πεδίο και σε έναν ορισμένο χρόνο. Η θρησκεία θα την ευνοήσει μέσω ιερών τελετών όπως θυσίες, θανατώσεις στην πυρά και αυτοπυρπολήσεις ή ολοκαυτώματα. Η οικονομία θα ασχοληθεί με τη μεταφορά της σε μια ολόκληρη σειρά κοινωνικών κανόνων που μας διέπουν και μας κωδικοποιούν, νομιμοποιώντας τη βία μέσω αριθμών. Όσο για τη λογοτεχνία, η τελευταία αυτή θα την πιστοποιήσει μέσω της αφήγησης, δηλαδή μέσω της ονοματοδοσίας. Η λογοτεχνία θα ήταν άρα ο τόπος που θα είχε βρει η ανθρωπότητα για να αρθρώσει τη βία. Για να την εκφράσει. Για να την αφηγηθεί. Ο λογοτεχνικός χώρος θα επέτρεπε έτσι τη βία μέσω της αναγωγής της στην ποίηση» (Εξομολογήσεις, μετάφραση: Δέσποινα Σαραφείδου, Αθήνα, εκδ. Ροές, 2025).
Στα υπόγεια του «Μια άλλη Θήβα»
Στο έργο του ίδιου «Μια άλλη Θήβα», η βίαιη αποστέρηση από τον πατέρα ενός φυλακισμένου δίνει την ευκαιρία σε έναν δραματουργό να γράψει ένα έργο με θέμα την πατροκτονία. Στόχος είναι ο πραγματικός χαρακτήρας να μεταπλαστεί σε θεατρική περσόνα και να οικοδομηθεί ένας ρόλος, τελικά όμως η μυθοπλασία επικρατεί της πραγματικότητας. Τώρα, στα «Άνθη του κακού», ο Μπλάνκο διακρίνει τις ποιότητες μιας καταβύθισης στο αυτομυθοπλαστικό υπόβαθρο του «Μια άλλη Θήβα», καθώς επιτυγχάνει την οικειότητα στο υπόγειο του θεάτρου, στρέφοντας, τρόπον τινά, την «κάμερα» του κειμένου του στο κοινό και καθιστώντας το συμμέτοχο στο εξομολογητικό του κείμενο.
Έτσι, γινόμαστε μάρτυρες μιας διεργασίας «θρησκευτικού» χαρακτήρα, ανάλογης με το κυριακάτικο κήρυγμα ενός ιερέα (ο Μπλάνκο μιλά γι’ αυτήν σαν να πρόκειται για την απαγγελία μιας «μάντρα»): κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του κειμένου, η προσωπική του εμπειρία της βίας περνά αυτόματα στην εμπειρία της βίας που έχει καθένας από εμάς. Κι αυτό γιατί πίσω από τα τριάντα κεφάλαια αυτού του στοχαστικού δοκιμίου πλανάται η σκιά μιας σεξουαλικής κακοποίησης, κάπου στη La Mancha, που με αφοπλιστική ειλικρίνεια κατατίθεται εις επήκοον όλων, επανέρχεται βασανιστικά ως μνήμη και, λίγο λίγο, απαλύνεται, εξωραḯζεται, η αιχμηρότητά της αμβλύνεται, ως ότου ο συγγραφέας να αγγίξει την καθαρά αισθητική της αξία.
![]() |
|
© εικόνας: Ελίνα Γιουνανλή |
Αντίστοιχα με τις συγγραφικές προθέσεις λειτουργούν και οι σκηνοθετικές επιλογές του Μπλάνκο: η απεύθυνση του μονολόγου παράγει έναν μίτο σύνδεσης που οδηγεί το κοινό στο βάθος ενός λαβυρίνθου σωρευμένης βίας. Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει παντού τη βία, στα κείμενα της αρχαίας τραγωδίας, στα σαιξπηρικά δράματα, στο νεώτερο θέατρο, σε κάθε κείμενο που αποδίδει ποιητικώς αυτό το τέρας βιαιότητας, αιματοχυσίας και αποτρόπαιων θυσιαστικών πρακτικών που συνθέτει την ανθρώπινη Ιστορία: η ανθρωπότητα σταθερά εξορκίζει τη βία καταγράφοντάς την σε λογοτεχνικά κείμενα. Ως εξομολογητικό κείμενο, κείμενο ενδοσκόπησης και φιλοσοφικής ενατένισης της ζωής (contemplative), τα «Άνθη του κακού» έχουν μακρινό παρελθόν, που ξεκινά από τα κείμενα του Μάρκου Αυρήλιου, περνά από τον Αυγουστίνο, τον Μονταίν και τις «Εξομολογήσεις μοναχικού περιπατητού» του Ζαν Ζακ Ρουσό και φτάνει ως τον Κλασικισμό και τη σύγχρονη εποχή, για να μεταστοιχειωθεί στα έργα του Ουίτμαν, του Ντε Σαντ, της Μαίρης Σέλεϋ, της Σάρα Κέιν, του Τένεσι Ουίλιαμς και του Μπέκετ (είναι χαρακτηριστική η αναφορά στη μη-άφιξη του Γκοντό), στα δοκίμια του Ρολάν Μπαρτ, καθώς και στην κουήρ λογοτεχνική παράδοση του Ζενέ, του Κολτές, του Παζολίνι, του Ερβέ Γκιμπέρ και του Μίσιμα.
«Sois sage, ô ma douleur»: Memento violentiae
Ο υπότιτλος «Εορτασμός της βίας» επιστρατεύει την έννοια του εορτασμού (της φιέστας, του γλεντιού) ως ενός θραύσματος μνήμης που γίνεται αντικείμενο αφήγησης με τρόπο πανηγυρικό, παρά την οδύνη του βιώματος: μια φωτογραφία μ’ ένα σφαγμένο πρόβατο μπροστά στα έντρομα μάτια ενός παιδιού (που παραπέμπουν στα έντρομα μάτια της Δαλιδάς στον πίνακα του Ρέμπραντ), το χυδαίο άγγιγμα ενός άντρα που παραβιάζει βάναυσα την αγνή περιοχή του άδολου ερωτισμού (που παραπέμπει στο ξίφος του Φιλισταίου, στον ίδιο πίνακα).
Στο άκουσμα αυτής της εξομολόγησης καταπραΰνεται η αγριότητα της σκηνής βίας που ανακαλεί ο συγγραφέας, δηλαδή η ανάκληση της βίας λειτουργεί παραδόξως ως βάλσαμο. Και γι’ αυτό ευθύνεται η λογοτεχνική γλώσσα. Ενδοσκόπηση και αναπόληση, αποκάλυψη κρυμμένου μυστικού ή εξομολόγηση, όλα αυτά γίνονται λογοτεχνικό σώμα που «ανοίγεται» στο κοινό και εξιλεώνεται μέσα από την κάθαρση της δημόσιας αποκάλυψης. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται και για την πεμπτουσία μιας τοποθέτησης πάνω στη φύση του θεάτρου καθεαυτήν.
![]() |
|
© εικόνας: Ελίνα Γιουνανλή |
Στον πρώτο στίχο του ποιήματος του Μποντλέρ «Recueillement»: «Γίνε σοφός, ώ Πόνε μου», η έκφραση «Πόνε μου» διέπεται από ευλαβική στάση απέναντι σ’ αυτήν την καταλυτική δύναμη του Πόνου. Ο ποιητής ικετεύει (και παράλληλα διατάζει, σε προστακτική έγκλιση) τον Πόνο του να πάρει διαλεκτική δύναμη και να τον οδηγήσει σε σοφία και σε αυτογνωσία. Ο ερωτισμός που εκλύεται με τη βία είναι συγγενής με Τα άνθη του Κακού του Μποντλέρ. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι την επιλογή του Σέρχιο Μπλάνκο να δώσει τον τίτλο «Άνθη του Κακού» στο κείμενό του για τη Βία: μια αντίστοιχη ταλάντευση, το πηγαινέλα μεταξύ του συγγραφικού «εγώ» και του κοινού, αυτός είναι ο κύριος παράγοντας κάθαρσης του έργου. Επιπλέον, είναι εντυπωσιακό το ότι, με την ερμηνεία της Δέσποινας Σαραφείδου, καταργούνται και τα όρια του φύλου: σαν να «συντήκονται», να λιώνουν στο ίδιο καζάνι ο γκέι αρσενικός εαυτός του συγγραφέα με τις συγκεκριμένες καταγραφές και εμπειρίες από τη γλυκιά θηλυκή υπόσταση της ηθοποιού, σχετικοποιώντας την ταυτότητα φύλου του αφηγητή. Άλλωστε, η Βία είναι το θηλυκό του Βίου.
«Crucificados en la iglesia»
Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ο νους μου επανέφερε τα βασανισμένα, βιασμένα κορμιά των ανθρώπων στο δέντρο του λαού από το ποίημα «Οι ελευθερωτές» από το Canto general του Πάμπλο Νερούδα: «γυμνούς νεκρούς, αιμόφυρτους νεκρούς, μαστιγωμένους, νεκρούς με πρόσωπα μακάβρια, σουβλισμένους σε κοντάρια, στη φωτιά καψαλισμένους, με μπαλντά αποκεφαλισμένους, τετρασκισμένους από τ' άτια, σταυρωμένους μες στην εκκλησία».
Επιτελώντας το έργο της ανάκλησης της μνήμης ως διαρκούς παρόντος (όπως η μαντλέν στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ), η παράσταση απέχει πολύ από τα συμβατικά είδη θεατρικής επιτέλεσης. Η κυρία Σαραφείδου λειτουργεί, με πολλή δουλειά που έχει προηγηθεί, ως διπλότυπο, ως alter ego, ή ακόμη και ως μετενσάρκωση του Σέρχιο Μπλάνκο: δεν κάνει απλώς μια σκηνοθετημένη ανάγνωση ούτε δραματοποιεί ένα αναλόγιο, αλλά προβαίνει σε μια έξοχη θεατρική ερμηνεία της ίδιας της πράξης της ανάγνωσης. Εξού και οι ακινητοποιημένες κραυγές μεταξύ τραγουδιού και οδύνης που ερμηνεύει σιωπηρά όταν ακούγεται το τραγούδι «Simply the best» της Τina Turner. Η κατάνυξη που επιτυγχάνεται στην αίθουσα διαθέτει μοναδική δυναμική, η ανθρώπινη κλίμακα διατηρείται ανέπαφη, η συγκίνηση παράγεται αμιγώς από τη μουσικότητα του κειμένου, άψογα αποδοσμένη από την εξαιρετική ηθοποιό. Η σκηνογραφία/ενδυματολογία, μέσα στην αφαιρετικότητά της (η προβολή του πίνακα στο φόντο, ένα αναλόγιο, ένα σκαμνί, ένα τραπέζι με βιβλία και ένα κατακόκκινο μήλο, χαμηλός φωτισμός, διακριτικό γκριζοκάστανο ντύσιμο της ηθοποιού) επιτείνει αυτήν τη συγκίνηση.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο-Σκηνοθεσία: Σέρχιο Μπλάνκο
Μετάφραση-Ερμηνεία: Δέσποινα Σαραφείδου
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Philippe Koscheleff
Video art: Miguel Grompone
Διεύθυνση παραγωγής: Μάνος Τζωράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίνος Αρσένης
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Συμπαραγωγή: Θέατρο του Νέου Κόσμου - Εταιρεία Θεάτρου 1+1=1
























