
Το πρώτο μέρος ενός κειμένου που εξετάζει τις ποικίλες προσεγγίσεις του Σοφοκλή κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που μόλις τελείωσε, σε σημαντικό βαθμό «επηρεασμένες από τους ευρύτερους προβληματισμούς περί του κοινωνικού φύλου και περί της αλαζονείας της εξουσίας». Κριτικές για τις παραστάσεις «Αντιγόνη» του Θέμη Μουμουλίδη και «Ηλέκτρα» του Δημήτρη Τάρλοου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Τους σκηνοθέτες φέτος το καλοκαίρι απασχόλησε η πολιτική τραγωδία του 5ου αιώνα π.Χ. και, συγκεκριμένα, ο Σοφοκλής: ο Ράσε και ο Μουμουλίδης με την «Αντιγόνη», ο Κιμούλης με τον «Φιλοκτήτη», ο Τάρλοου με την «Ηλέκτρα», ο Χουβαρδάς με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και με τον «Οιδίποδα Τύραννο» σε ενιαία παράσταση. Διαφάνηκε μια τάση επιστροφής στα «μεγάλα» μεγέθη της Τραγωδίας, που εξεικόνιζε τα πρόσωπα των ηρωικών μύθων με χαρακτηριστική αμφισημία: εξ ού και η ποικιλία των προσεγγίσεων, και η συχνή απόκλιση από την πρωτότυπη αφήγηση, και η ένταξη εξωκειμενικών παραπομπών στο τελικό παραστασιακό γεγονός. Ο ίδιος ο Σοφοκλής είχε απομακρυνθεί από την απλουστευτική διαγραφή των χαρακτήρων, υιοθετώντας το διερευνητικό, αποδομιστικό και αμφίσημο πνεύμα του ύστερου 5ου αιώνα (βλ. Πρωταγόρα Αντιλογίες, Απ. 5 και 6α). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις σύγχρονες προσεγγίσεις του, που είναι προφανώς επηρεασμένες από τους ευρύτερους προβληματισμούς περί του κοινωνικού φύλου και περί της αλαζονείας της εξουσίας.
Η Επίδαυρος έγινε πεδίο αντιπαραθέσεων: για την «Αντιγόνη» του Ράσε, που παρουσιάστηκε αποκλειστικά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου για τρεις ημέρες τον Ιούνιο του 2025 στην ποιητικότροπη μετάφραση που είχε εκπονήσει για το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος, γράφτηκαν δεκάδες αντικρουόμενα σχόλια και κριτικά κείμενα, δεδομένης της προσφυγής σε μια ήδη κατακτημένη –από τον παλαιότερο «Αγαμέμνονα»– σκηνική φόρμα και δεδομένης της δραστικής παρέμβασης του γερμανού σκηνοθέτη στο κείμενο του έργου, μετά από τη σύγκρουσή του με την ηθοποιό που επρόκειτο να ερμηνεύσει την Ισμήνη. Επηρεασμένος από τη θέση του Καστοριάδη, του J.-P. Vernant και της γαλλικής Ανθρωπολογικής Σχολής, θεώρησα αποτυχημένη την απόπειρα του Ράσε να δικαιολογήσει τις ηγετικές επιλογές του Κρέοντα και, παρ’ όλα αυτά, απήλαυσα την παράστασή του θεωρώντας ότι παρακολουθώ μιαν ελεύθερη διασκευή, γεγονός που αντιφάσκει προς τον τίτλο «Αντιγόνη» που υιοθετήθηκε και δίνει αφορμή για αντιρρήσεις και εκτεταμένο διάλογο (δείτε την αναλυτική κριτική μου στην Book Press).

Για την Αντιγόνη του Θέμη Μουμουλίδη
Γνωστό πεδίο η «Αντιγόνη» για τον Θέμη Μουμουλίδη (2015, 2016, 2020, 2021), παρουσιάστηκε φέτος στη μετάφραση της Παναγιώτας Πανταζή, με εμβόλιμα αποσπάσματα από τον «Φάουστ» και από την Παλαιά Διαθήκη (προσθήκη που κρίνω ως μη απαραίτητη). Επί σκηνής η Μικαέλα Λιακατά εγκαθιστά ένα έπιπλο με συρτάρια νεκροτομείου και ένα τραπέζι που φωτίζεται, ενώ ένα πάνελ χωρίζει τα δρώμενα από ένα ασαφές παρασκήνιο. Ο θίασος εμφανίζεται σε μιλιταριστική εξάρτυση και βαδίζει στρατιωτικά πίσω από έναν Κρέοντα εξ ορισμού αυταρχικό και δικτατορικό (το τραπέζι θα μετατραπεί σύντομα σε τράπεζα επιχειρησιακών διαβουλεύσεων). Η αρχική σκηνή της εωθινής συνάντησης Αντιγόνης-Ισμήνης ελάχιστα πειστική. Η κυρία Παπαληγούρα, σε μια κακή στιγμή της καριέρας της, μπλοκαρισμένη και από τη σχηματική κινησιολογία της Πατρίσιας Απέργη και την εμμονική επανάληψη της μουσικής του Σταύρου Γασπαράτου, κρατά τους τόνους πολύ υψηλούς ευθύς εξαρχής, καταργώντας έτσι τις κορυφώσεις που απαιτεί το έργο. Η Λίλα Μπακλέση, αντίθετα, κρατά επαξίως τον ρόλο της Ισμήνης σε μια παραδοσιακή προσέγγισή του.
Η σύγκρουση του Κρέοντα με την Αντιγόνη (ως έμφυλη σύγκρουση αρσενικού εξουσιαστή και θηλυκού εξουσιαζόμενου) επιτρέπει στον Μελέτη Ηλία μια δυναμική ερμηνεία αυτού του μονοδιάστατα υπεροπτικού, επηρμένου Κρέοντα που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης. Πολωμένη ανάμεσα στο πολιτικά ορθό και στην φεμινιστική εκδοχή της Αντιγόνης, η παράσταση περιορίζεται στην αντιπαράθεση δύο σαφώς διακεκριμένων συστημάτων Δικαίου (περίπου όπως πολλοί εκπαιδευτικοί διδάσκουν αυτήν την τραγωδία στο σχολείο), ενώ εξαφανίζεται η διάσταση του «μαύρου Σοφοκλή» που έδωσε ο J. Kott (βλ. Θεοφαγία. Δοκίμια για την αρχαία τραγωδία, μτφρ. Α. Βερυκοκάκη-Αρτέμη, Αθήνα 1976). Απαλείφονται όλες οι λεπτές αποχρώσεις που θα απέδιδαν τις αμφισημίες των χαρακτήρων, διαρκώς κορυφώνεται η απομάκρυνση του Κρέοντα από την αίσθηση της δικαιοσύνης κι έτσι η παράσταση αποκτά ρυθμό περίπου στο μέσον της. Δυστυχώς, όμως, έρχεται ο Κομμός της κας Παπαληγούρα να διαλύσει αυτήν την αίσθηση ρυθμού, με εκφορά λόγου μονότονη και πληκτική και με ουδέτερη, ελάχιστα συμμετοχική παρουσία του Χορού των υπολοίπων. Τα πρόσωπα του Χορού περνούν, έτσι, σε δεύτερη μοίρα, πλην του σημείου όπου ο Θανάσης Δόβρης (εξαιρετικός στον ρόλο του Πρώτου Πολίτη) επιτίθεται στον Κρέοντα ως άλλος Τειρεσίας: ευτυχώς αυτό το σημείο εξάπτει το ενδιαφέρον του κοινού, κι ας εξακοντίζει την παράσταση σε μια σφαίρα άσχετη προς το σοφόκλειο κείμενο. Η δε Ιφιγένεια Καραμήτρου ενσαρκώνει έναν ακατανόητο τύπο Τειρεσία, η κινησιολογία και η εκφορά λόγου του οποίου δεν στοιχειοθετούν σαφή σκηνοθετική άποψη.
Στον δύσκολο ρόλο του Φύλακα (τόσο στην αρχική, κουτοπόνηρη εκδοχή του, όσο και στη δεύτερη, θριαμβική του επανεμφάνιση) κυριολεκτικά κερδίζει τις εντυπώσεις ο Μιχάλης Οικονόμου: άριστη εκφορά του λόγου, ζωντανή αφήγηση, σωστή τοποθέτηση στον χώρο, ένταση που προσιδιάζει στο αιματώδες του χαρακτήρα που υποδύεται. Οι δημόσιες δηλώσεις του Κρέοντα και η σύγκρουσή του με τον Αίμονα (που τον ερμηνεύει ζωντανά και πειστικά ο Γιώργος Νούσης) διαγράφουν το πορτραίτο του ανδρικού σωβινισμού, με όλες τις διαστάσεις που μπορεί αυτός να προσλάβει στον στίβο της πολιτικής. Τα ηθικά διλήμματα που θίγει ο Σοφοκλής υπεραπλουστεύονται, συνοψιζόμενα στο εάν η ηρωίδα θα ακολουθήσει ή όχι την έμφυτη αντίληψή της περί παλαιού οικογενειακού δικαίου. Ο κύριος Μελέτης Ηλίας κλείνει την παράσταση με οδυρμό και πλήρη κατάρρευση που, όμως, δεν πείθει ως προς την τραγικότητά της.
Συντελεστές
Μετάφραση: Παναγιώτα Πανταζή
Σκηνοθεσία: Θέμης Μουμουλίδης
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Σκηνικό: Μικαέλα Λιακατά
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Επιμέλεια κίνησης-χορογραφία: Πατρίσια Απέργη
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Βοηθός χορογράφος: Ηλίας Χατζηγεωργίου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Artwork: Mike Rafail
Makeup artist: Olga Faleichyk
Hair styling: Θωμάς Γαλαζούλας
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού
Διεύθυνση παραγωγής: Σταμάτης Μουμουλίδης
Παραγωγή: Εποχή Τέχνης, 5η Εποχή, Αrs Aeterna
Λένα Παπαληγούρα: Αντιγόνη
Μελέτης Ηλίας, Κρέων
Λίλα Μπακλέση, Ισμήνη
πρώτος πολίτης ο Θανάσης Δόβρης
Φύλακας ο Μιχάλης Οικονόμου
Αίμων ο Γιώργος Νούσης
Τειρεσίας η Ιφιγένεια Καραμήτρου,
Άγγελος η Ιώβη Φραγκάτου
Ευριδίκη η Λένα Μποζάκη
Εξάγγελος ο Βαγγέλης Σαλευρής.

Για την Ηλέκτρα του Δημήτρη Τάρλοου
Το ζοφερό πορτραίτο της Αντιγόνης δεν αποκλίνει ιδιαίτερα από τον βαθιά κρυμμένο, παθογενή και «σκοτεινό εαυτό» της Ηλέκτρας και του Ορέστη, τουλάχιστον στον βαθμό που ο τραγικός ποιητής προτείνει την αυτογνωσία στη θέση της διανοητικής τυφλότητας. Η φετινή προσέγγιση της σοφόκλειας «Ηλέκτρας» από τον Δημήτρη Τάρλοου επιστράτευσε την ιδιότυπη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, που δίνει νέα διάσταση στην αυτοδικία, στην έκπτωση ενός βασιλικού γένους, στην εκδίκηση και στο υπαρξιακό πένθος. Ο θρήνος της σοφόκλειας Ηλέκτρας, η σκληρότητα του χαρακτήρα της, η αντιπαράθεσή της προς τη Χρυσόθεμη, το «υπόγειο σπήλαιο» όπου απειλούν να την κλείσουν η Κλυταιμνήστρα με τον Αίγισθο, όλα παραπέμπουν σε ένα pattern που ακολουθεί ο μεγάλος τραγικός και στην «Αντιγόνη» του, σε απόλυτη αντιστοιχία: εδώ στη θέση του νεκρού αδελφού μπαίνει το φάσμα του νεκρού πατέρα σε συνδυασμό με την ποθητή παρουσία του απόντος αδελφού, στη θέση ανάλγητου προσώπου του Κρέοντα έρχεται να διαγραφεί η υπεροψία και η τραγική έλλειψη αυτοκριτικής της Κλυταιμνήστρας. Και η Χρυσόθεμις αναδιπλασιάζει το «γυναίκες έφυμεν» της Ισμήνης στην «Αντιγόνη», λέγοντας αντιστοίχως (στ. 997-998): «γυνὴ μὲν οὐδ᾽ ἀνὴρ ἔφυς, σθένεις δ᾽ ἔλασσον τῶν ἐναντίων χερί». Ένα προς ένα τα δραματουργικά ζεύγη του Σοφοκλή επαναλαμβάνονται στη σύνθεση αυτής της παθογενούς Ηλέκτρας. Ο Σοφοκλής υποβαθμίζει τη φρικαλεότητα της μητροκτονίας ως πράξης και με την απουσία Ερινύων αποσιωπά τις συνέπειές της για τον ίδιο τον μητροκτόνο.
Πάρις Μέξης μετατρέπει την τεράστια είσοδο του ανακτόρου των Μυκηνών σε πύλη του Άδη που φωτίζεται με λυκόφως, ενώ μάλλον κακόγουστη είναι η χρήση καπνού σε πλειάδα σκηνών και η εν γένει φωτιστική συνθήκη (Αλέκος Αναστασίου) που λειτουργεί υπογραμμιστικά, σαν να «υποδεικνύει» στον θεατή το ύφος που επιδιώκεται. Κοστούμια και σκηνικά αναμειγνύουν επιρροές πολλών διαφορετικών εποχών, έχουν σαφείς εικαστικές αναφορές ελληνικότητας ζωγράφων της γενιάς του Τσαρούχη και των παραστάσεων του Θεάτρου Τέχνης, ενώ δεν λείπουν και μεταμοντέρνα στοιχεία, όπως η «απολλώνεια» θριαμβική χορογραφία του βωβού Πυλάδη, που αναβαθμίζει την παρουσία του Περικλή Σιούντα αλλά, όπως είναι επόμενο, εκτινάσσει υφολογικά την παράσταση σε επικίνδυνα μονοπάτια και αναζητά απαντήσεις στο λιμπρέτο της όπερας «Πυλάδης» του Γ. Χειμωνά.
Δυστυχώς τα πανέμορφα παλ κοστούμια (τύπου Μεσοπολέμου) των γυναικών του Χορού (Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Ασημίνα Αναστασοπούλου, Ελένη Βλάχου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Ιωάννα Λέκκα, Ελένη Κιλινκαρίδου-Σίστη, Λυδία Στέφου, Άννα Συμεωνίδου, Χαρά Τζόκα) δεν επαρκούσαν ώστε να μην περιπέσει ο Χορός σε μουσική/κινησιολογική/ερμηνευτική πλήξη, υπεύθυνοι για την οποία είναι ο Φώτης Σιώτας, η Μαρκέλλα Μανωλιάδη και, βεβαίως, ο σκηνοθέτης. Απαράδεκτη η ενδυματολογία του Παιδαγωγού που, σε συνδυασμό με τη μετριώτατη παρουσία του κύριου Αναστασάκη, μειώνει εξαιρετικά την παράσταση. Το χειρότερο όμως όλων είναι το τέλος, με την απόλυτα αμήχανη (ενδυματολογικά, κινησιολογικά και ερμηνευτικά) εμφάνιση επί σκηνής του Νικόλα Παπαγιάννη ως Αίγισθου. Ο Αίγισθος, που στη μετάφραση του Χειμωνά παραμένει «πᾶσα βλάβη» (στ. 301), είναι εδώ ένα κωμικό ανθρωπάριο που αναζητά την Κλυταιμνήστρα για να γιορτάσουν την παραπλανητική είδηση του θανάτου του Ορέστη. Ο Αίγισθος αυταπατάται, ώσπου ν’αντικρύσει την κατακρεουργημένη Κλυταιμνήστρα μέσα σε μιαν ασπίδα, σε μια σκηνή τραγικής αναγνώρισης που εξελίσσεται σε κωμική. «Εδώ ᾽ναι, νά, κι αλλού μην τη γυρεύεις» λέει στον Αίγισθο ειρωνικά ο Ορέστης (μτφρ. Γιάννη Γρυπάρη): είτε γιατί αυτό αποδίδεται αλλιώς από τον Χειμωνά, είτε γιατί η σκηνοθεσία πάσχει σοβαρά, σ’αυτήν την εξόδια σκηνή οι αρχικές καλές εντυπώσεις καταλύονται ολοκληρωτικά.
Για να περάσουμε, τέλος, στα θετικά στοιχεία της παράστασης: η εκκίνηση γίνεται με ένα «φάσμα» Κλυταιμνήστρας σε ασιατική περιβολή που προβάλλει μια ασπίδα με την αποτροπαϊκή μορφή της Γοργώς. Αυτή η εναρκτήρια «δήλωση» του σκηνοθέτη τεκμηριώνεται από την έξοχη, «σκληρή» ερμηνεία της Ιωάννας Παππά, παρά τον στόμφο που τη διακρίνει. Η απουσία του Αίγισθου στο μεγαλύτερο μέρος του έργου επιτρέπει στην Ηλέκτρα να βγει απ’το παλάτι, στο βασανιστικό μεταίχμιο του έξω και του μέσα, όπου θα εξακοντίσει κατάρες στην «αμήτορα μητέρα» Κλυταιμνήστρα, εγκαινιάζοντας διαλόγους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και έντασης. Η Κλυταιμνήστρα αιτιάται την Ηλέκτρα ως «μιάστορα», ως υπεύθυνη για την απομάκρυνση του γιου της από κοντά της σε τρυφερή ηλικία. Ο χαρακτήρας της «τρομαγμένης» Κλυταιμνήστρας που επιχαίρει στην είδηση του θανάτου του γιου/εκδικητή αποδίδεται θαυμάσια στην κομψή ερμηνεία της κας Παππά.
Επική είναι η ερμηνεία της εξαιρετικής Λουκίας Μιχαλοπούλου, που εμφανίζεται εξαρχής ενδεδυμένη δωρικά, κατά τρόπον ώστε να προσιδιάζει στην ευριπίδεια, «αγροτική» Ηλέκτρα και να καθιερώνει σκηνικά και ενδυματολογικά έντονη αντίθεση προς την εξωραϊσμένη, βακχική Χρυσόθεμη της Γρηγορίας Μεθενίτη. Η Χρυσόθεμις αντιλαμβάνεται την υποταγή ως ελευθερία, μια ελευθερία με όρους υπακοής στους κρατούντες (στ. 339-340), όμως επιδίδεται σε διονυσιακό εορτασμό στην υποψία της άφιξης του Ορέστη. Και οι τρεις πρωταγωνίστριες της παράστασης του κύριου Τάρλοου κράτησαν επαξίως τα ηνία μιας παράστασης που κατά κανόνα σέβεται το σοφόκλειο κείμενο, χωρίς βεβαίως αυτό να τη διασώζει από την κοινοτοπία. Ο δε Αναστάσης Ροϊλός ερμηνεύει τον Ορέστη με ευαισθησία και μέτρο, διατηρώντας αξιοπρεπή παρουσία επί σκηνής.
Συντελεστές
Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία Δημήτρης Τάρλοου
Σκηνικά – Κοστούμια Πάρις Μέξης
Μουσική σύνθεση Φώτης Σιώτας
Σχεδιασμός φωτισμού Αλέκος Αναστασίου
Χορογραφίες Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Συνεργάτις δραματολόγος Έρι Κύργια
Σχεδιασμός ήχου Ηλίας Φλάμμος
Βοηθοί σκηνοθέτη Δήμητρα Κουτσοκώστα, Αρίστη Τσέλου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός χορογράφου Μάρω Σταυρινού
Βοηθοί φωτιστή Χάρης Δάλλας, Ναυσικά Χριστοδουλάκου,
Φωτογραφίες Πάτροκλος Σκαφίδας
Γιάννης Αναστασάκης Παιδαγωγός,
Γρηγορία Μεθενίτη Χρυσόθεμις,
Λουκία Μιχαλοπούλου Ηλέκτρα,
Νικόλας Παπαγιάννης Αίγισθος,
Ιωάννα Παππά Κλυταιμνήστρα,
Αναστάσης Ροϊλός Ορέστης,
Περικλής Σιούντας Πυλάδης
Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Ασημίνα Αναστασοπούλου, Ελένη Βλάχου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Ιωάννα Λέκκα, Ελένη Κιλινκαρίδου-Σίστη, Λυδία Στέφου, Άννα Συμεωνίδου, Χαρά Τζόκα: Χορός γυναικών
Ζωντανή ερμηνεία της μουσικής Φώτης Σιώτας, Τάσος Μισυρλής






















