
Για την παράσταση «Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημιά του πλήθους», βασισμένη στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, στο θέατρο «Κυδωνία» στα Χανιά.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στον καλοκαιρινό χώρο του θεάτρου «Κυδωνία» στα Χανιά παρακολούθησα με συγκίνηση την παράσταση «Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημιά του πλήθους», μια performance απαγγελίας και μουσικής ερμηνείας ενός σημαντικού μέρους της ποίησης του Μανόλη Αναγνωστάκη. Η σύλληψη και η σκηνοθεσία ήταν του Μιχάλη Βιρβιδάκη, πάνω σε ηχητική σύνθεση του Δημήτρη Ιατρόπουλου. Ερμήνευσαν θαυμάσια η Μαρία Γιαννικάκη, ο Αλέξανδρος Ντοκάκης, ο Δημήτρης Κιοστεράκης και η Χρυσούλα Λιγγερίδου. Ο τίτλος της παράστασης είναι η κατάληξη του ποιήματος «Μιλώ», από την ποιητική συλλογή Συνέχεια 2.
Εκτός από την εισαγωγή, που είναι βασισμένη στην ποιητική συλλογή Υ.Γ. του Μ. Αναγνωστάκη (εκδ. Νεφέλη, 1983 και αναδημοσίευση το 1992), για την παράσταση επιστρατεύτηκαν ποιήματα και αποσπάσματα από το Περιθώριο ’68-‘69 και την ανακεφαλαιωτική συλλογή Τα ποιήματα (εκδ. Νεφέλη, 1941-1971), με σταχυολόγηση από τις Εποχές, τις Εποχές 2, τις Παρενθέσεις, τις Εποχές 3, τη Συνέχεια, τη Συνέχεια 2, τη Συνέχεια 3 και τον Στόχο. Τέλος, πρωτοτυπία της ποιητικής αυτής σύνθεσης και παράστασης ήταν η ιδέα να επιστρατευθεί το ψευδο-δοκίμιο του Μανόλη Αναγνωστάκη Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης: Η ζωή και το έργο του – Δοκιμιακό σχεδίασμα (εκδ. Στιγμή, 1987), που ο ποιητής σχολιάζει, υπό το προσωπείο του επινοημένου ποιητή Μανούσου Φάσση, τα ίδια τα τολμηρά ποιήματά του της συλλογής Παιδική Μούσα (1980), ο τίτλος της οποίας παραπέμπει σε παιδεραστικά και σκωπτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας.
Η αποκαρδίωση από την πολιτική
Η αθυρόστομη ποίηση του Αναγνωστάκη συνίσταται στον χλευασμό της μικροαστικής επανάπαυσης και στην κατάλυση της ψευδαίσθησης του «καθωσπρέπει οικογενειάρχη, του πατριώτη» που αντίκειται σε κάθε κοινωνικοπολιτικό κίνημα και που στερείται οραματισμού, αλλά δικαιώνεται παμψηφεί μετά θάνατον:
«Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.
Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.
Κοιμού εν ειρήνη δε θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Δε θα 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος»
(«Επιτύμβιον», από τη συλλογή Ο στόχος, 1970).
Αλλού μεταπλάθει δημιουργικά το γνωστό ποίημα του Καβάφη, για να δημιουργήσει μια γραμμή παράδοσης που θα φτάσει έως τον Γιάννη Δούκα («Γέροι της Σιδώνος»):
«Κανονικά δεν πρέπει να 'χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα.
Κορίτσια δροσερά – αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ' άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτώθηκαν σ' άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό – κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.
(Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)»
(«Νέοι της Σιδώνος», 1970)

Η αποκαρδίωση από τον έρωτα
Πέρα όμως από την πολιτικοκοινωνική αποκαρδίωση, ως ποίηση ερωτική στη βαθύτερη υπόστασή της, η ποίηση του Αναγνωστάκη εντάσσει ως αντικείμενο του πόθου τη γυναικεία μορφή σε ποικίλες της εκφάνσεις, πάντως ως άπιαστη και χιμαιρική (ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος τη χαρακτήρισε μια ποίηση «βαθιά ερωτική και λυρική») :
«Μεσάνυχτα στο καφενείο το κοσμικό
μπήκε και ζήτησε χωνάκι παγωτό.
Αέρινη, σαν αίνιγμα, σαν παραμύθι,
έλαμψε κι έσβησεν – αστέρι που εκοιμήθη».
Ο ζοφερός απόηχος του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου οδηγεί τον Αναγνωστάκη στη σύνθεση ποιημάτων που αποτυπώνουν την απογοήτευση και τη ματαίωση μεγάλων προσδοκιών:
«Πολιτική και λίγο σεξ
μας διαχωρίζουν απ’ το ΕΞ.
(Όχι μόνο ολοκαύτωμα,
χρειάζεται κι απαύτωμα).
Μετά πήγαμε ίσαμε
το πάρκο και χωρίσαμε
γιατί είχε διασχολικό
κι ήταν λίγο σόλοικο
να μας εβλέπανε μαζί
(γιατί είν’ η κοινωνία χαζή
κι έχει κατάλοιπα Ναζί).
Δίκιο έχει ο Ρίτσος κι ο Ναζίμ
σ’ αυτή τη ζήση την πεζή
να ζει κανείς ή να μη ζει (μ’)».
To ιλαρό κλίμα της παράστασης επέστρεψε σε πολύ σοβαρό όταν εκφωνήθηκε ο κατάλογος των συντρόφων:
«ο Κώστας Χατζημάλης, ο Γαμβέττας, ο Καπλάνης, ο Πάνος Οικονομίδης, ο Αυγέρης, ο Φότσιος. Ύστερα... ο Ζάννος, ο Μακρίδης, ο Πάνος Δουλγεράκης, ο Μέρτζος, ο Δραγάτσης, ο Χρήστος Μαλτέζος, ο Φαρμάκης, η Κούλα Ελευθεριάδου. Ύστερα... ο Αλβανός, ο Τάκης Παπαγεωργίου, ο Αρδίττι, η Ευθυμία Πατσά, ο Βασδέκης, ο Νεγρεπόντης, ο Σταυρίδης, ο Τατάκης. Ύστερα... ο Στίνης, ο Βασιλειάδης, ο Καμπάς, ο Δημητράκος, ο Λαζαρίδης, ο Μονέδας, ο Αργυριάδης, ο Μπαλλής, ο Νίκος Μπελλογιάννης...»
Σύντροφοι που θυσιάστηκαν για ιδεώδη χρεοκοπημένα; Η παράσταση του Μιχάλη Βιρβιδάκη αφήνει μια ρομαντική ελπίδα να πλανάται στο πίσω πλάνο: ο Αναγνωστάκης, πάντως, πικραμένος διαπίστωνε, ήδη στη δεκαετία του ’70, πως «όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο προσιτά. Θα ’ρθει ένας καιρός που σε ζωολογικούς κήπους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς θα συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλωβούς άνθρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής προς ικανοποίησιν της περιεργείας του κοινού και προς χρήσιν των σχολείων και των επιδόξων συγγραφέων...»

Μανούσος Φάσσης, ένα ελληνικό ετερώνυμο
Ο σατιρικός λόγος του (φιλόλογου/ποιητή) Αναγνωστάκη εκφράστηκε σε ένα «δοκιμιακό σχεδίασμα» (έκφραση του ίδιου) ενός ποιητή επινοημένου ονόματι Μανούσος Φάσσης. Πρόκειται για ένα προσωπείο/ετερώνυμο του Αναγνωστάκη δια στόματος του οποίου ο ποιητής σχολίασε και σατίρισε, σε στίχο παραδοσιακό, όσα τεκταίνονταν στους κύκλους των ποιητών και στον στίβο της πολιτικής. Τα ποιήματα αυτά είναι έμμετρα, άλλα νεορομαντικής κοπής και άλλα σατιρικής ή αυτοσαρκαστικής διάθεσης και επιδεικτικής αισθητικής από σουξεδάκια της εποχής, το δε χιούμορ τους είναι συχνά «χοντροκομμένο και πάντως ανατρεπτικό» (Σοφία Βούλγαρη, «Ο ποιητής Μανούσος Αναγνωστάκης», εφημερίδα «Η Αυγή», 24 Ιανουαρίου 2016):
«Μέσα σε τόσα και σε τόσα θηλυκά
Εσένα βρήκα ν’αγαπήσω τελικά.
Και μίκρυνεν ο κόσμος ένα ρούπι
σ’ ένα δωμάτιο της οδού Τρικούπη.
Τον έρωτά μας χτίζαμε με δόσεις
μέσα στα μπλόκα και στις διαδηλώσεις.
Διαβάζαμε το "Ημερολόγιο Καταστρώματος"
και ξενυχτούσαμε μετά στα αχτίφ του Κόμματος.
"Οι δυσκολίες της ζωής δεν θα μας κάμψουν...",
λέγαμε μεταξύ Γκόρκυ και Χάμσουν»
Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης θυμίζει Σουρή ή Καρυωτάκη, κυρίως λόγω της βαθύτατης πικρίας που αναδίδει: «πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση, σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικούς πυρήνες, στο τέλος πάθαμε χρόνια νικοτινίαση κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες. Μάθαμε απ’ όξω-βασικά- όλα τα προβλήματα και την αναγκαιότητα της πάλης και γίναμε τα δαχτυλοδειχτούμενα τα βλήματα κρατώντας τον Μαρξ-Ένγκελς υπό μάλης». Αυτή η σκωπτική διάθεση αναθεωρητισμού της παραδοσιακής Αριστεράς ενίοτε προσλαμβάνει το ένδυμα της ερωτικής απογοήτευσης/απόρριψης – πάντα, όμως, συνοδευόμενη από μια διάθεση αυτοϋπονόμευσης και δηκτικό σαρκασμό: «Εγώ αγαπούσα πάντα την Ελένη όμως αυτή δε μου ’κανε τη χάριν, δεν αγαπούσε εμένα αλλά τον Λένιν και μου ’σκισε όλα τα βιβλία του Μπουχάριν (...) Παιδιά, μακριά από γυναίκα οργανωμένη, αντί για έρωτες σας περιμένουν τάφοι, εκεί που λες πως την κρατάς γερά δεμένη έρχεται και σ’ την παίρνει ένας Καντάφι».

Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης ζωντάνεψε θεατρικά την άλλη όψη του νομίσματος της ποίησης του Αναγνωστάκη, μιαν όψη που όμως παραμένει πλησίστια στο ύφος και την ιδεολογία του:
«Πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
· -αρχόντισσά μου και κερά-
μάζεψ’τα μάνι μάνι,
πάμε τα δυο μας κορ-α-κορ
να κάνουμε Επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.
Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη».
Στην επιτυχία της παράστασης συνέβαλαν κυρίως οι ερμηνείες της Μαρίας Γιαννικάκη –που διατήρησε αμείωτη τη φρεσκάδα και την πηγαιότητά της παρά τις δυσκολίες της a capella ερμηνείας των τραγουδιών–, του Δημήτρη Κιοστεράκη –που ήταν μια ερμηνευτική αποκάλυψη, τόσο ως τραγουδιστής όσο και ως ηθοποιός, ένα νέο παιδί πολλά υποσχόμενο με χαρακτηριστική ευαισθησία στο παρουσιαστικό και το πρόσωπο–, του Αλέξανδρου Ντοκάκη –που απέδειξε πως η προσπάθεια και η επιμονή μπορούν να κάνουν θαύματα επί σκηνής– και της Χρυσούλας Λιγγερίδου – που κόμισε μιαν ωριμότητα και μια γνησιότητα ανεπανάληπτη. Οι τέσσερις ερμηνευτές κατόρθωσαν να ισορροπήσουν σε μια δύσκολη σύνθεση, πολύ απαιτητική, με ελάχιστες πρόβες και χορογραφικές οδηγίες, αλλά σφιχτοδεμένοι ως σύνολο κάτω από την αυστηρή σκηνοθεσία του Μιχάλη Βιρβιδάκη. Δεν πρέπει να παραλείψω, εδώ, μιαν επαινετική μνεία για τους φωτισμούς του Κυριάκου Τσάνα.

Αλλά οι θερινές δραστηριότητες (νύχτες του Ιουλίου που προεκτάθηκαν ελαφρώς μέσα στον Αύγουστο) του θεάτρου «Κυδωνία» δεν σταματούν εδώ: στο Μεγάλο Αρσενάλι του παλιού λιμανιού των Χανίων ο Νίκος Ξυδάκης παρουσιάσε μια βραδιά μελοποιημένης ποίησης της Έμιλι Ντίκινσον στη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη με τίτλο «Καμιά δεν είμ’εγώ». Στο φλάουτο ο Φώτης Μυλωνάς, στο τραγούδι ο Νίκος Ξυδάκης, στο πιάνο ο Γιάννης Κυριμκιρίδης, στην πρόζα η Όλια Λαζαρίδου και στο τσέλο η Δέσποινα Σπανού. Οι εκδηλώσεις θα κλείσουν το Σάββατο 2 Αυγούστου με την παρουσίαση του βιβλίου της Ειρήνης Μουντράκη Carlo Goldoni, Η ζωή, το έργο του και η πρόσληψή του στην Ελλάδα (εκδ. Αιγόκερως).
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.























