
Για την παράσταση «The dumb waiter», σε σκηνοθεσία Δανάης Σπηλιώτη, στο θέατρο «Σημείο». © για την εικόνα: Μαριλένα Αναστασιάδου
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Απόλαυσα, στο θέατρο «Σημείο», την εξαιρετική σκηνοθεσία της Δανάης Σπηλιώτη στο νεανικό έργο του Χάρολντ Πίντερ «The dumb waiter - Κωμωδία της Απειλής», με τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τον Μιχάλη Τιτόπουλο. Το έργο γράφτηκε το 1957 και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Hampstead Theatre Club στις 21 Ιανουαρίου του 1960. Ο όρος «dumbwaiter» σημαίνει τον μικρό ανελκυστήρα φορτίων που χρησιμεύει για τη μεταφορά φαγητών και σερβίτσιων από και προς την κουζίνα, όμως σημαίνει, παράλληλα, και τον «μουγγό σερβιτόρο» ή τον «ηλίθιο σερβιτόρο», ή, ακόμη, «τον ηλίθιο που περιμένει».
Οι χαρακτήρες ως γενικεύσεις
Ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας Μπεν σχολιάζει -χαρακτηριστική τραγική ειρωνεία και μαύρο χιούμορ του συγγραφέα- επικρίνοντας την ανθρώπινη κακουργία σε ασήμαντα πρωτοσέλιδα εφημερίδων, μιλά για ποδοσφαιρικούς αγώνες και επιστρατεύει όλα τα κλισέ μιας καθημερινής ομιλίας του μέσου, «κανονικού» ανθρώπου: βεβαίως, αυτός και ο νεώτερος συνεταίρος του Γκας είναι σεσημασμένοι δολοφόνοι, κι αυτό γίνεται γρήγορα αντιληπτό, εφόσον έχουν αναλάβει μιαν υπόθεση «ξεκαθαρίσματος» και περιμένουν σ’ ένα δωμάτιο να τους δοθούν οι τελευταίες οδηγίες από ένα τρίτο (άφαντο στο έργο) πρόσωπο. Οι οδηγίες δίνονται μέσω μυστηριωδών φακέλων που εκσφενδονίζονται κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας και μηνυμάτων γαστριμαργικού περιεχομένου («όρνιθα μακαρονάδα» και άλλες εξωτικές συνταγές) που καταφθάνουν με τον ανελκυστήρα dumbwaiter και προσκρούουν στο ταξικό κόμπλεξ του Μπεν.
Ο εγκλωβισμός τους σε ένα περίκλειστο δωμάτιο χωρίς παράθυρο αντιστοιχεί, κατ’ αντίθεσιν, προς τον χρονικό «εγκλεισμό» των ηρώων του Περιμένοντας τον Γκοντό και γενικεύεται σε κάθε περίπτωση αναίτιου αδιεξόδου.
Σαφείς επιρροές από τον Μπέκετ, τόσο στο δίδυμο των χαρακτήρων Μπεν και Γκας (ο ένας είναι κυριαρχικός, ο άλλος υποτακτικός και αργόστροφος), όσο και στις άστοχες επαναλήψεις παιδαριωδών ερωτήσεων, στις εμμονικές συμπεριφορές, στις αποσιωπήσεις και στον παράλογο ειρμό των διαλόγων. Ο εγκλωβισμός τους σε ένα περίκλειστο δωμάτιο χωρίς παράθυρο αντιστοιχεί, κατ’ αντίθεσιν, προς τον χρονικό «εγκλεισμό» των ηρώων του Περιμένοντας τον Γκοντό και γενικεύεται σε κάθε περίπτωση αναίτιου αδιεξόδου. Ο Γκας πασχίζει να ρωτήσει τον Μπεν κάτι, αλλά διαρκώς διακόπτεται και προσκρούει στη σιωπή του άλλου. Και οι δυο τους αδυνατούν να κατανοήσουν τον ακατανόητο κόσμο μας, και αυτό το κωμικό στοιχείο αποδίδεται με το σημασιολογικό nit-picking των λόγων που ανταλλάσσουν.
Τα σκηνικά αντικείμενα ως εμπόδια
Η σκηνογραφία του Πάρι Μέξη είναι πολύ αντιπροσωπευτική του ύφους και της ατμόσφαιρας του Πίντερ: ένα υπόγειο δωμάτιο ξενοδοχείου με αποπνικτική γαλάζια απόχρωση στους τοίχους - από πίσω, ακούγονται θόρυβοι μιας μηχανής που συνταράσσει το σκηνικό (υπάρχει, ως δομικό στοιχείο του, μια τεράστια τροχαλία που φωτίζεται με κόκκινο χρώμα) και οι προβολείς αναβοσβήνουν σε ρυθμούς θρίλερ. Ένα πατημένο σπιρτόκουτο, ένας χαλασμένος μετρητής γκαζιού που στέκεται εμπόδιο στην προετοιμασία του τσαγιού, μια τουαλέτα της οποίας το φλοτέρ είναι χαλασμένο, συνταγές για φαγητά που δεν εκτελούνται, βλακώδης αποστολή και των τελευταίων τροφίμων μέσω του dumbwaiter -προς άγνωστο παραλήπτη. Το ηχητικό τοπίο του Δημήτρη Χατζηζήση υπογραμμίζει και επισημαίνει τα σημαντικά σημεία - τουλάχιστον αυτά που θα αποβούν κομβικά για την εξέλιξη.
Η παρεξήγηση επικρατεί της εξήγησης και η ροή των συμβάντων παραμένει αργή: οι δύο χαρακτήρες βρίσκονται σε μια κολλώδη, τελματώδη αναζήτηση απαντήσεων, με αποτέλεσμα την ανακύκλιση των ίδιων και ίδιων μικρών ζητημάτων, που σταδιακά προβιβάζονται σε κεφαλαιώδη.
Στο έργο επικρατούν: η επικοινωνία μέσω σωλήνα ενδοεπικοινωνίας που δεν επιτρέπει να μιλάς και να ακούς ταυτόχρονα, η συνεχής δυσαρέσκεια, η μηχανική ανακύκλιση ατελέσφορων προσπαθειών να μπει μπρος η διαδικασία προετοιμασίας της τσαγιέρας και ένα τσάι που δεν ετοιμάζεται ποτέ. Η βάση των διαλόγων είναι ασταθής και είναι σκόπιμα κακός ο προγραμματισμός των κινήσεων που θα οδηγήσουν -υποτίθεται- στην εκτέλεση του ζοφερού καθήκοντος: ο οπλισμός του περιστρόφου ξεχνιέται στην «πρόβα/πέρασμα» των κινήσεων πριν από την πράξη. Η παρεξήγηση επικρατεί της εξήγησης και η ροή των συμβάντων παραμένει αργή: οι δύο χαρακτήρες βρίσκονται σε μια κολλώδη, τελματώδη αναζήτηση απαντήσεων, με αποτέλεσμα την ανακύκλιση των ίδιων και ίδιων μικρών ζητημάτων, που σταδιακά προβιβάζονται σε κεφαλαιώδη.
H Απειλή ως υπαρξιακή συνθήκη
Ο Πίντερ έχει δηλώσει ότι η απουσία βιογραφικών στοιχείων για τους χαρακτήρες του έργου του και η ασάφεια των λεγομένων τους οριοδοτούν μια περιοχή που χρήζει εξερεύνησης. Ο διάλογος ανάμεσα στους δύο διερευνά την ιεραρχική δομή του κόσμου μας και το μερίδιο προσωπικής ευθύνης που αντιστοιχεί σε καθέναν απ’ αυτούς. Πρόκειται για μια παράλογη κωμωδία που εκτυλίσσεται σ’ ένα σύμπαν στερούμενο νοήματος; Πρόκειται για μια ρεαλιστική φάρσα που συμβολίζει την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει; Ή είναι ένα πολιτικό σχόλιο για την υποταγή μας σε παράγοντες που υπερβαίνουν τα δικά μας μέτρα και σταθμά; Η εικονική εξόντωση του τέλους είναι μια πραγματικότητα, ή μήπως υπαινίσσεται, απλώς, την εθελούσια θυματοποίηση όλων μας;
Μια αλυσίδα εξάρτησης και υποταγής, ένας μηχανισμός του οποίου ο Μπεν είναι το πρότελευταίο και ο Γκας το τελευταίο γρανάζι.
Το δωμάτιο λειτουργεί δίκην υπαρξιακής παγίδας και οι θόρυβοι του ανελκυστήρα dumbwaiter και του αινιγματικού γραναζιού συμβολίζουν τους αστάθμητους παράγοντες της καθημερινότητας, αυτούς που διαρρηγνύουν την ισορροπία του ανθρώπου. Ο ακατανόητος κρότος από τα άνω διαμερίσματα αυτού του πανδοχείου που κάποτε υπήρξε εστιατόριο, ή ο ήχος ενός άψυχου αντικειμένου -το καζανάκι της τουαλέτας- ωθεί τον Μπεν σε μιαν αδιέξοδη συζήτηση και σε δυσοίωνες σιωπές, που υποκρύπτουν μεγάλο ποσοστό βίας. Μια αλυσίδα εξάρτησης και υποταγής, ένας μηχανισμός του οποίου ο Μπεν είναι το πρότελευταίο και ο Γκας το τελευταίο γρανάζι. Με την ηχώ των λόγων των ηρώων του, ο Πίντερ προβαίνει σε κυνική στηλίτευση των σύγχρονων work ethics και σε σαρκαστικό σχολιασμό της α-ήθικης φύσης του ανθρώπου.
Οι ερμηνείες ως το μεγάλο ατού της παράστασης
Η άγνοια του ακριβούς στόχου των ενεργειών του εγκληματία συμβαδίζει με μια μορφή αμοραλιστικού κομφορμισμού, που σε συνδυασμό με την απόκρυψη της αλήθειας παράγει το εφφέ του τρόμου: σε αυτό συμβάλλει η εκπληκτική, εσωτερική ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου στον ρόλο του Μπεν. Ο Καφετζόπουλος, με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, ενσαρκώνει αυτόν τον μεσήλικα με τα γελοία χόμπι, που αρνείται να νοηματοδοτήσει τις απαντήσεις του, που «προδίδει» ελάχιστα τις πληροφορίες που έχει και που κοιτάζει αφ’ υψηλού τον νεώτερο, αφελή συνεργάτη/θύμα του. Το έργο έχει δομή υπαρξιακού θρίλερ, παρά το γεγονός ότι καταγίνεται με μια πολύ απλή αποστολή εξολόθρευσης, σε συνεχή αλληλεπίδραση με ένα απόν πρόσωπο, τον Ουίλσον (βλ. τις αντιστοιχίσεις με κάποιον «Θεό» ή με τον μπεκετικό Godot).
Ο Γκας έχει επίγνωση της ατυχούς, κοπιώδους «περίστασης» όπου έχει μπλεχτεί και εν αγνοία του πέφτει θύμα «προδοσίας».
Ενώ, λοιπόν, ο Μπεν έχει πλήρως ενσωματωθεί στον ρόλο του εκτελεστή, ο εξαιρετικός Μιχάλης Τιτόπουλος υποδύεται τον Γκας που, με τον θυμό ανθρώπου κατώτερης κοινωνικής τάξης, εμμένει στις λεπτομέρειες που αφορούν τις συνθήκες «εργασίας» του, χωρίς βεβαίως να θίγει ποτέ το φλέγον ζήτημα της ηθικής. Ο Τιτόπουλος αποδίδει με χιούμορ τον ρόλο του Γκας: έλλειψη προσανατολισμού («Πού βρισκόμαστε;» «Μα, στο Μάντσεστερ!»), υποτιθέμενη ευαισθησία, που αποδίδεται με την απορία «ποιος φροντίζει να μαζέψει τα λείψανα;» μετά την ολοκλήρωση της «δουλειάς». Ο Γκας έχει επίγνωση της ατυχούς, κοπιώδους «περίστασης» όπου έχει μπλεχτεί και εν αγνοία του πέφτει θύμα «προδοσίας». Ωστόσο, ο παράγοντας που κυρίως διενεργεί τον (συμβολικό) φόνο είναι η ίδια η γλώσσα των ηρώων: π.χ, η απατηλή δήλωση ότι ο χρόνος δεν περνά, ότι (παρ’ όλα αυτά) πιέζει και δεν προλαβαίνουν να δουν ένα ματς της Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ, ότι οι καταστάσεις επαναλαμβάνονται βασανιστικά και ότι, ενάντια στην έκβαση του έργου, ο θάνατος αργεί πολύ.
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.
Συντελεστές
Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος
Σκηνοθεσία: Δανάη Σπηλιώτη
Σκηνικά-Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Μουσική: Δημήτρης Χατζηζήσης
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός για κείμενο: Βαγγέλης Πρασσάς
Κατασκευή σκηνικού: Φάνης Κουλούρης
Παίζουν: Αντώνης Καφετζόπουλος, Μιχάλης Τιτόπουλος