
Για την παράσταση «Sadmen» του Θανάση Κριτσάκη που ανέβηκε στο Θέατρο Ροές. Κεντρική εικόνα: Ελ. Χούμου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Ο Θανάσης Κριτσάκης, μετά από την παράσταση «Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης», έρχεται φέτος στο θέατρο «Ροές» με το «Sadmen». Ο ίδιος δηλώνει για το έργο του: «Πρόκειται για σκηνική αναπαράσταση της απογοήτευσης που νιώθουν οι μη ενεργοί πια πολίτες και που σήμερα βρίσκονται μεταξύ 30 και 50 ετών, περίπου, καθώς υπάρχουν στη δραματουργία αναφορές που τις χαρακτήρισαν».
Η παράσταση προδίδει ομαδική δουλειά, συμπίλημα προσωπικών κειμένων, εξωτερικών κειμένων και επιλογών υλικού που προέκυψε από αυτοσχεδιασμούς.
Ποιοι είναι αυτοί οι «λυπημένοι» άνθρωποι;
Ποιοι είναι σήμερα οι μη ενεργοί πολίτες; Εκείνοι που κάποτε αντιδρούσαν και τώρα έχουν παραιτηθεί, ή μήπως το σύνολο των πολιτών; Είναι οι μεσήλικες της σήμερον; Ή είναι οι νέοι, που βγαίνουν στον στίβο της ζωής χωρίς θεωρητικό όραμα, χωρίς ιδεολογικό στέγαστρο, εγκαταλελειμμένοι στην τυχαιότητα της πληροφόρησής τους και στον ανιστορικό χαρακτήρα της προσέγγισής τους;
Μπορεί, άραγε, να γίνει η αυθαίρετη γενίκευση ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι «sad» επειδή έχουν υποστεί ήττα κατά κράτος; Ότι έχουν αποσύρει κάθε διάθεση αντικομφορμιστικής στάσης; Ότι θεωρούν μάταιο κάθε είδος ρεφορμισμού;
Περιέργως η παράσταση, παρά τις καλές προδιαγραφές και προθέσεις της, περιορίζεται στον σαρκασμό μιας ομάδας υποτιθέμενων «σούπερ ηρώων» και πουθενά δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες.
Περιέργως η παράσταση, παρά τις καλές προδιαγραφές και προθέσεις της, περιορίζεται στον σαρκασμό μιας ομάδας υποτιθέμενων «σούπερ ηρώων» και πουθενά δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες. Συνεχίζει ο κύριος Κριτσάκης: «Στη σκηνή δημιουργείται μία αλληγορία (sic!): μια απογοητευμένη ομάδα σούπερ ηρώων, θα προσπαθήσει να “στρατολογήσει”, ίσως για τελευταία φορά, ένα νέο μέλος στους κόλπους της. Η διαδικασία αυτή θα τους φέρει αντιμέτωπους με επώδυνες αναμνήσεις, πολιτικούς όρους και εκπαιδευτικές διαδικασίες που ανήκουν στο παρελθόν και που θα εύχονταν να επαναφέρουν στο σήμερα».
Δυστυχώς, ελλείψει κειμένου, το τελικό θεατρικό προϊόν που παρακολουθήσαμε ουδεμία σχέση είχε με αλληγορία. Η πρόθεση διάδρασης εκ μέρους της ομάδας (που αποτελείται από τους ηθοποιούς Κωσταντίνο Δαλαμάγκα, Πένυ Ελευθεριάδου, Δημήτρη Καστανιά, Άλκηστη Πολυχρόνη και Δημήτρη Χατζημιχαηλίδη) απευθύνεται προς το κοινό, ωστόσο παραμένει σε μιαν επιφάνεια απολιτίκ απραξίας που οδηγεί προσανατολίζει τον θεατή στην αίσθηση της ματαιότητας και στον εφησυχασμό.
Οι ήρωες δεν θα διαφωνήσουν ως προς τα θεωρητικά θεμέλια της επανάστασης, θα διαφωνήσουν μόνο ως προς το είδος του φαγητού που θα παραγγείλουν σε take away (προσπαθώντας, παράλληλα με την επιλογή σπαλομπριζόλας ή μακαρονάδας, να δώσουν και ιδεολογικό πρόσημο στην παρωδία αυτή κινήματος, υιοθετώντας παρεφθαρμένο τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ως «σοσιαλιστικό υπερρεαλισμό» και τη «φαντασιακή θέσμιση» του Καστοριάδη ως «φαντασιακή υπερθέσμιση» της κοινωνίας).
Γιατί αυτή η ισοπέδωση;
Αφού, λοιπόν, με δεκάλεπτο πήγαινε-έλα μιας αιώρας πάνω από τα κεφάλια των θεατών, ακούμε σε εκλαϊκευμένη εκδοχή τις θεμελιώδεις αρχές του διαλεκτικού υλισμού, περιμένουμε εναγωνίως να μάθουμε ποιο είναι το νέο σύστημα αξιών που θα μπει στη θέση εκείνου που καταρρίπτεται- ή εκείνου που νομίζει ο σκηνοθέτης ότι καταρρίπτει.
Πρόκειται για τον ενταφιασμό της ελπίδας ότι ο κόσμος θα αλλάξει; Πρόκειται για την πλήρη απραξία, την παντελή απουσία κινήτρου για να ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο; Και πώς δικαιολογείται αυτή η στάση παραίτησης; Η παράσταση δεν δίνει την παραμικρή απάντηση στα ερωτήματα που «περνά» υποδορίως- με αρκετό χιούμορ, είναι η αλήθεια- τοποθετώντας την κενολογία των ηρώων σε ένα βρώμικο, εγκαταλελειμμένο οχυρό κατάλυμα.

Αξίζει τον κόπο να αναρωτηθεί κανείς τι ακριβώς εννοεί η ομάδα του κύριου Κριτσάκη με την έννοια του «σούπερ ήρωα»: να εννοεί, άραγε, τα υψηλά ιστάμενα κομματικά στελέχη ή τους νέους προσήλυτους; Να εννοεί τους αρχηγούς των μεσσιανικών κινημάτων των τελευταίων χρόνων;
Και, εάν όντως εννοεί αυτούς, γιατί το «Κεφάλαιο» του Μαρξ μπαίνει ως τοτέμ πάνω σ’ένα βωμό με καντήλια και λατρεύεται φετιχιστικά; Πρόκειται για ουσιαστική αμφισβήτηση όλων (συλλήβδην) των κινημάτων της νεότερης Ιστορίας, ή μήπως πρόκειται για μια επιφανειακή, σαρκαστική αναμάσηση των δομικών αρχών του σοσιαλισμού;
Μια περφόρμανς χωρίς αντικείμενο
Και βέβαια είναι κωμικό και άξιο σαρκασμού το να εμμένει κανείς στις «διαδικασίες» (αυτές τις γελοίες διαδικασίες διεξαγωγής των γενικών συνελεύσεων στα πανεπιστήμια, στα συνδικαλιστικά όργανα των εργαζομένων και, κυρίως, στα γκρουπούσκουλα των Εξαρχείων), όμως της αμφισβήτησης θα έπρεπε να έπεται και μια αντιπρόταση.
Αρκετή μαυρίλα και ήττα έχουμε φάει τα τελευταία χρόνια από τη ραγδαία άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων στις ευρωπαϊκές χώρες και από τη θριαμβική επικράτηση της πιο ανηλεούς εκδοχής του καπιταλισμού- δεν χρειάζεται περαιτέρω αμφισβήτηση του Μαρξ, του Λένιν και του Καστοριάδη!
Οι ηθοποιοί έχουν πετύχει έναν καλό βαθμό χημείας μεταξύ τους και αυτά που τεκταίνονται επί σκηνής όντως προκαλούν το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα στα σημεία όπου υπονομεύεται ο δημόσιος λόγος των πρώην επαναστατών.
Οι ηθοποιοί έχουν πετύχει έναν καλό βαθμό χημείας μεταξύ τους και αυτά που τεκταίνονται επί σκηνής όντως προκαλούν το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα στα σημεία όπου υπονομεύεται ο δημόσιος λόγος των πρώην επαναστατών και ο λεκτικός ρεφορμισμός στηλιτεύεται ως προσποίηση.
Μια σειρά από τσιτάτα
Ωστόσο, προς μεγάλη μου λύπη, πρέπει να παρατηρήσω ότι η πείρα τους από κάποιες αριστερές ή αριστερίστικες συσπειρώσεις δεν τους οδηγεί στην παραμικρή επανανοηματοδότηση της ζωής τους. Όπως, αντίστοιχα, το πλούσιο βιογραφικό του σκηνοθέτη δεν τον οδηγεί στη σύνθεση ενός κανονικού, άρτιου έργου όπου κάτι πράγματι «συμβαίνει»: αντιθέτως, ακούμε μια σειρά από τσιτάτα που τα έχουμε ξαναακούσει και βλέπουμε μια σειρά από θεατρικές «μουτσούνες» που τις έχουμε ξαναδεί.
Πέραν, λοιπόν, της ιδεολογικής ασάφειας που τους χαρακτηρίζει, οι «Sadmen» του κυρίου Κριτσάκη δεν είναι καν σκηνικά εντοπίσιμοι, δραματουργικά συνδεδεμένοι με οιανδήποτε πραγματικότητα, ούτε συναισθηματικά προσανατολισμένοι σε κάποιο είδος κοινής πορείας, συντροφικότητας ή, έστω, στράτευσης.
Επιπλέον, οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν σε μεγάλο βαθμό, χωρίς αυτό να προσδίδει φρεσκάδα σε μια παράσταση απ’όπου απουσιάζει ένα στιβαρό σκηνοθετικό χέρι. Μια παράσταση που, στο μεγαλύτερο μέρος της, παραμένει αμήχανη, με αδιασάφητα νοήματα και απροσδιόριστες ψυχικές καταστάσεις.
Πληροφορίες της παράστασης
Σκηνοθεσία: Θανάσης Κριτσάκης
Πρωτότυπη Μουσική: Οδυσσέας Γκάλιος
Ερμηνεύουν: Κωσταντίνος Δαλαμάγκας, Πένυ Ελευθεριάδου, Δημήτρης Καστανιάς, Άλκηστις Πολυχρόνη, Δημήτρης Χατζημιχαηλίδης
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.






















