
Για την παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Θεσσαλικού Θεάτρου «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα», σε έρευνα, δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Κωσταντίνου Ντέλλα, η οποία παρουσιάζεται στην Αθήνα και το Θέατρο Σταθμός για λίγες ακόμη παραστάσεις, από τις 8 έως τις 11 Ιανουαρίου. Φωτογραφίες © Αλέξανδρος Ευθυμιόπουλος.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Ένας παραμυθάς απαιτείται –αρχαιόθεν– να είναι και καλός αφηγητής, δεν αποκλείεται δε και να «εξαπατά» με αφηγηματικά κόλπα το ακροατήριό του, το «γητεύει», το συναρπάζει, το αποσπά από την πραγματικότητα. «Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια»: αντιλαμβάνεται κανείς την άμεση σύνδεση των λαϊκών αφηγήσεων προς το θέατρο και εκτιμά καλύτερα την παράσταση «Οι γριές μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωνσταντίνου Ντέλλα, που φιλοξενείται σε συμπαραγωγή του θεάτρου «Σταθμός» και φέρει τον υπότιτλο «Μυστικές ιστορίες των γυναικών της Θεσσαλίας»
Η «πρώτη ύλη» για μια παράσταση – «νυχτέρι»
«Δρόμου παίρν’ δρόμου αφήν’...»: θρύλοι, παραδόσεις και αφηγήματα γιαγιάδων που έχουν περισυλλεγεί από τα ελληνικά χωριά της Θεσσαλίας, καθώς και μια έρευνα που παραμένει ανοιχτή σε εμπλουτισμό με νέα στοιχεία, στάθηκαν η μαγιά για να συνθέσει ο Κωνσταντίνος Ντέλλας το κείμενο της παράστασής του και κατόπιν να το επεξεργαστεί δραματουργικά. Τρεις άξιοι νέοι ηθοποιοί υποστηρίζουν σθεναρά μια trans μεταμφίεση σε γριές αφηγήτριες, ενώ με τη συστροφή του σβέρκου και των χεριών, τη συνεχή κάμψη της σπονδυλικής στύλης και της οσφυϊκής χώρας που αποδίδει την κύφωση, με αλλοίωση της φωνής και με εκστατικούς θεατρικούς τρόπους τεκμηριώνουν τη νατουραλιστική εκδοχή τριών ηλικιωμένων γυναικών της υπαίθρου που σκύβουν και μαζεύουν τσουκνίδες και άλλα βότανα ή μαντζούνια για να πραγματοποιήσουν μια παραδοσιακή συνταγή με στοιχειώδη υλικά: λάδι, νερό κι αλεύρι.
Ως αντίβαρο του κοινωνικού της παραγκωνισμού, η γυναίκα αναπτύσσει ικανότητες διαισθητικές, υπερβαίνει τα θνητά όρια και εκλύει ενέργεια σχεδόν μεταφυσική, ανακτώντας την επαφή της με τη γη και με τις μυστικές δυνάμεις της νύχτας, της Εκάτης, της Μήδειας και της Ενοδίας.
Αυτή η συνταγή μπορεί, σε πρώτο επίπεδο, να είναι μια «πίτα» σπιτική με βότανα, κατ’ ουσίαν όμως είναι πρόκειται για τη φιλοτέχνηση ενός εκτενούς αφηγήματος, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι η μαγεία, η γητειά. Σε ελεύθερο συνειρμό, και αξιοποιώντας τη διαίσθησή του, ο κύριος Ντέλλας συνθέτει ένα κείμενο βατό και ποιητικό, στα πλαίσια του οποίου σχολιάζεται τόσο η κοινωνικά υποτιμημένη θέση της γυναίκας στα πεδινά της ελληνικής υπαίθρου (ζητήματα έμφυλης ταυτότητας, δηλαδή), όσο και η δημώδης πεποίθηση πως, ως αντίβαρο του κοινωνικού της παραγκωνισμού, η γυναίκα αναπτύσσει ικανότητες διαισθητικές, υπερβαίνει τα θνητά όρια και εκλύει ενέργεια σχεδόν μεταφυσική, ανακτώντας την επαφή της με τη γη και με τις μυστικές δυνάμεις της νύχτας, της Εκάτης, της Μήδειας και της Ενοδίας.
Τεκμηρίωση ανευρίσκεται στα «Αιθιοπικά» του Ηλιοδώρου, στον «Χρυσό Γάιδαρο» από τις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου, στον Λουκιανό, εκεί όπου αναφέρεται στη μύηση του νεαρού Λούκιου –ή «Όνου»–, στα «Κυνηγετικά» του Ψευδο-Οππιανού, στον Οβίδιο, εκεί όπου αναφέρεται στη Μήδεια και τις φαρμακίδες της Θεσσαλίας, στα Pharsalia του Λουκανού, στον Απολλώνιο τον Ρόδιο, στον Πλούταρχο, στις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, στα κιτάπια των περιηγητών και της Λαογραφίας και στους ιατροσοφικούς κώδικες του 19ου αιώνα. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη παράσταση δεν προέχει η επιστημονική τεκμηρίωση, η ακρίβεια της παραπομπής, η διασταυρούμενη συνέπεια σε όποια ρεαλιστική θεμελίωση του δρώμενου, όσο η θεατρική ποιότητα που γεννιέται από την περιβολή της γραίας και από την αξιοθαύμαστη, υποβλητικότατη υπόδυση αυτών των ρόλων σ’ ένα σκηνικό περιβάλλον που θα μπορούσε να αποδίδει ένα «νυχτέρι» του θεσσαλικού κάμπου με γιαγιάδες πολυλογούδες, παραμυθούδες που ξομπλιάζουν τα πάντα και ανιχνεύουν με τον αντίχειρα και τον παράμεσο ένα χνούδι πάνω στη μαύρη ποδιά τους.
Το ανθρωπολογικό περιεχόμενο της παράστασης
«Ξωτικά παραμύθια», «μισελέδες», «μουραμπάδες» και «καληώρες» είναι τοπικές ονομασίες για τις μυθικές αφηγήσεις με σκεπάρνια, ξεροπήγαδα και δράκους. Έτσι θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει τις συνεντεύξεις και αφηγήσεις από παραμυθούδες γιαγιάδες σαν την Εριχθώ και την Αγλαονίκη, τη γιαγιά Βαḯτσα, τη γριά Βαύβω, μπαμπόγριες γυναίκες που έχουν να μαρτυρήσουν πως μπορούν «ακόμη και να κατεβάσουν το φεγγάρι από τον ουρανό και να το φυλακίσουν σε μια θήκη στρογγυλή», ενώ δουλεύουν τ’ αδράχτι. Μαζεύοντας θεραπευτικούς σπόρους, σε μιαν εκτεταμένη βοτανολογική γκάμα που παρατίθεται ποιητικώ τω τρόπω στο εκφωνούμενο κείμενο, οι τρεις γραίες της παράστασης, σαν άλλες μάγισσες από το «Μακμπέθ», επικαλούνται τις δυνάμεις της νύχτας για να αλλάξουν τη μοίρα τη δική τους και των άλλων ανθρώπων. Και, επειδή ζουν υπό καθεστώς τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων, οι μαγικές επιδόσεις τους είναι η μόνη διέξοδος, η μόνη πηγή ελευθερίας και χειραφέτησης, αλλά και μια λανθάνουσα πηγή εξουσίας μητριαρχικού χαρακτήρα που είναι υπόρρητη.
Μαζεύοντας θεραπευτικούς σπόρους, σε μιαν εκτεταμένη βοτανολογική γκάμα που παρατίθεται ποιητικώ τω τρόπω στο εκφωνούμενο κείμενο, οι τρεις γραίες της παράστασης, σαν άλλες μάγισσες από το «Μακμπέθ», επικαλούνται τις δυνάμεις της νύχτας για να αλλάξουν τη μοίρα τη δική τους και των άλλων ανθρώπων.
Έχουν χιούμορ, κάνουν μαντεψιές, έχουν συναισθηματικές μεταπτώσεις, λειτουργούν ως «φαρμακοί», ως «ξεματιάστρες» και ως «κατασιγάστριες» των πόθων, συχνά είναι βλάσφημες και αυτοαναιρούνται υποσκάπτοντας τα δεδομένα της πραγματικότητας, διατηρούν δε μεταξύ τους έναν μη αποκωδικοποιούμενο μυστικό τρόπο επικοινωνίας που προσιδιάζει στο ιδιόλεκτο και το ιδίωμα της περιοχής τους, σαν να πρόκειται για θέατρο-ντοκουμέντο.
Παρόλα αυτά, το κειμενικό υλικό έχει προεκτάσεις και στο αστικό περιβάλλον, στα πλαίσια του οποίου μια γιαγιά-αφηγήτρια ασφυκτιά, ώστε κάνει και νύξεις για την απώλεια της επαφής του ανθρώπου με τη φύση. Τώρα, σε ό,τι αφορά την ύπαιθρο, τα φάρμακα, τα μαγικά παρασκευάσματα, τα υλικά της μαγειρικής, τα ξόρκια και οι αβασκανίες, όλα ανακατεύονται γλυκά για να δώσουν ένα παρασκεύασμα που παραμένει γριφώδες ακριβώς γιατί εκεί βρίσκεται και η γοητεία του: τα παραμύθια λέγονται νύχτα, στ’ αλώνι, στον τρύγο, στο λιομάζωμα, στο ξεφλούδισμα του ρεβιθιού, εδώ στη συγκομιδή βοτάνων.

Η δραματουργία και οι ερμηνείες
Η πνευματική εγρήγορση κατά την αποκρυπτογράφηση μιας αφήγησης είναι στενά συνυφασμένη με τη συγκίνηση (πρωτίστως), με το γλωσσικό αισθητήριο και με την πολιτιστική ευαισθησία ενός δημιουργού. Όταν, λοιπόν, ένας νέος δημιουργός εμπνέεται από τις λαϊκές αφηγήσεις, αυτό σημαίνει κατά την άποψή μου πως έχει καθαρό συναίσθημα, ιδιαίτερο γλωσσικό αισθητήριο και υψηλό επίπεδο πολιτιστικής ευαισθησίας. Στοιχεία που απευθύνονται σε οικείες παραστάσεις όλων μας διασταυρώνονται με αρχετυπικά ερεθίσματα και χαρακτηριστικά λαϊκών μαγικοθρησκευτικών πρακτικών, ώστε το σκηνικό αποτέλεσμα να φέρει τη βαρύτητα ενός κειμένου πολυσήμαντου και δραστικού.
Ο κύριος Ντέλλας (με τη συμβολή της Μαντώς Κατσούγκρη) αξιοποιεί στο έπακρο τη δυνατότητα που του δίνει το θέμα του στην κατεύθυνση της παρενδυσίας: μεταμφιέζει (μεταμορφώνει, θα ’ταν καλύτερο να πούμε) τρεις άλκιμους ηθοποιούς σε γριές, φορώντας τους τις εξαιρετικές μάσκες της Μάρθας Φωκά και τις περούκες και τα κοστούμια με προσθήκες της Κωνσταντίνας Μαρδίκη, που τους δίνουν τη δυνατότητα να ταυτισθούν πλήρως με ρόλους διαμετρικά αντίθετους προς το δέμας τους. «εβρουγκαλιώνταν το φεγγάρι ξάπλα»: ο σκηνοθέτης επιστρατεύει minimal σκηνικά προπς: τρία τσεμπέρια, τρία δαχτυλίδια και τρία ταψιά μεταλλικά, που όμως μετατρέπονται και σε καθρέφτες μαγικούς και σε ολόγιομα φεγγάρια. Αξιοθαύμαστη η επιμέλεια της κίνησης των χεριών και του σώματος από τη Μαρίζα Τσίγκα, που έρχεται να ενισχύσει τη σαγήνη του όλου εγχειρήματος.
Ο σκηνοθέτης επιστρατεύει minimal σκηνικά προπς: τρία τσεμπέρια, τρία δαχτυλίδια και τρία ταψιά μεταλλικά, που όμως μετατρέπονται και σε καθρέφτες μαγικούς και σε ολόγιομα φεγγάρια. Αξιοθαύμαστη η επιμέλεια της κίνησης των χεριών και του σώματος από τη Μαρίζα Τσίγκα, που έρχεται να ενισχύσει τη σαγήνη του όλου εγχειρήματος.
«Βρέθηκα στους αγρούς πλάι στον μαύρο δάσο»: το λεκτικό σύμπαν του κειμένου (που διευρύνεται με τη συμβολή του κοινού, καθώς ζητείται από τους θεατές να επικοινωνήσουν με τον σκηνοθέτη και να συμβάλουν με δικές τους πληροφορίες στον εμπλουτισμό της παράστασης) λειτουργεί, με τη γλωσσική του ακρίβεια και τον καθησυχαστικό ή ανησυχαστικό του χαρακτήρα, ως καθαρμός και εξιλέωση μαζί, ενώ βεβαίως παρέχει το έδαφος για αξιοσημείωτες ερμηνευτικές κορυφώσεις όταν επαπειλείται κάτι κακό.
Ο Μανούσος Γεωργόπουλος, ο Πλάτωνας-Γιώργος Περλέρος και ο Γιάννης Σανιδάς είναι τρεις άξιοι νέοι ηθοποιοί που αξίζουν το δυνατό χειροκρότημα του κοινού, όμως κατά την άποψή μου είναι και ιδιαίτερα τυχεροί που τους δόθηκε η ευκαιρία «να αρμέξουν το φεγγάρι» παίζοντας τον Χορό σε μια μίνι-τραγωδία: μια σπάνια ευκαιρία να επιδείξουν την ερμηνευτική τους δεινότητα και να υποδυθούν ρόλο που σπάνια δίνεται η ευκαιρία σε ηθοποιό να αναλάβει. Στον έπαινο των παραγόντων της παράστασης δεν πρέπει να παραλειφθεί το μπράβο στον συνθέτη Αλέξανδρο Κτιστάκη, η σύνθεση του οποίου επέτρεψε στον Κ. Ντέλλα να εναρμονίσει κάποιους ιάμβους με τη μουσική υπόκρουση, να εναρμονίσει τις κορυφώσεις με τα χτυπήματα «τύπου νταϊρέ» των ταψιών και, γενικότερα, να κλιμακώσει τον εσωτερικό ρυθμό της παράστασης σε ρυθμό τελετουργίας.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.





















