
Της Αρχοντούλας Διαβάτη
Γκουάρντα κε λούνα, ένας φίλος ήρθ’ απόψε απ’ τα παλιά, Γούναρης, Μαρούδας, Πολυμέρης, παλιοκαιρίτικες μουσικές, σωστά παιγμένες από το μελαχρινό άνθρωπο, μαύρα ρούχα, μαύρο καπέλο και γυαλιά, ο Μπαλτάσαρ Νάντζα, σεφαραντίν –θα ’φευγε για τη Γερμανία, εδώ δεν έχει ψωμί– είχε στήσει το καρεκλάκι του και το αναλόγιο μπρος στην πλατεία Αριστοτέλους, στη στάση ακριβώς και με το ακορντεόν του σκόρπιζε απροσδόκητη νοσταλγία ή μεγαλόστομη ρητορική έρωτα και πάθους, μικρή καθημερινή πολυτέλεια στους περαστικούς, αδιάφορους ή σκεφτικούς, μαστορεύοντας να σπάσει με το δικό του τρόπο την παγωμένη θάλασσα μέσα μας…
Το φεστιβάλ, πεντηκοστό δεύτερο, είχε αρχίσει κι οι αφίσες με το γαλάζιο λαβύρινθο, το γυάλινο κουβούκλιο με τα εισιτήρια και τα προγράμματα, όλα στη θέση τους. Συνεντεύξεις και πολυκοσμία κι οι άνθρωποι του φεστιβάλ ένα χρόνο απλήρωτοι.
Η θάλασσα βρώμικη, με μπουκάλια, κουτιά τσιγάρων κι αποτσίγαρα πεταμένα κι ένας χυλός παχύς και δύσοσμος πέρα δώθε, κίτρινος και άσπρος όσο περνούσαμε καθημερινά με την ψυχή στο στόμα να προλάβουμε την προβολή τρέχοντας ή περπατώντας αργά, απολαμβάνοντας το γλυκό απόγευμα ή την όμορφη φωταγωγημένη νύχτα, συζητώντας με πάθος ή ρεμβάζοντας μέχρι το τέλος της εβδομάδας που έπιασε η κακοχειμωνιά.
Από το ΟΛΥΜΠΙΟΝ στην πλατεία Αριστοτέλους προς τις αποθήκες στο λιμάνι για τον ΤΟΡΝΕ, τον ΚΑΣΣΑΒΕΤΗ ή τη ΛΙΑΠΠΑ και τη ΜΑΡΚΕΤΑΚΗ, τους… δικούς μας ανθρώπους. Τις τελευταίες μέρες –φωνή λαού και τα λοιπά– καθάρισαν αισθητά τα νερά!
Από τη μια προβολή στην άλλη με το βιβλίο στην τσάντα μου γέμιζα τα κενά του χρόνου διαβάζοντας. Το βιβλίο ήταν ένας τόμος με το σεφερικό τίτλο Τ’ΑΣΠΡΟ ΧΑΡΤΙ ΣΚΛΗΡΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ, της Ελένης Λόππα, εκδ. Γαβριηλίδης. Ένα βιωματικό αφήγημα για τη δύσκολη ωρίμανση μιας γυναίκας πετυχημένης επιστημονικά και επαγγελματικά με ένα σωρό δυστυχίες στην προσωπική της ζωή, δύσκολο γάμο και προβληματική μητρότητα. Να όμως που η ηρωίδα παλεύει χωρίς σταματημό. Να αυτοαναλυθεί πρώτα, ανακαλώντας τα παιδικά χρόνια και την οικογενειακή ζωή ως παιδιού, το γάμο και το πένθος και τις απώλειες, επιλέγοντας ανάμεσα στις επαγγελματικές ευθύνες και στις σπουδές, τη λογοτεχνία και τη μουσική και στο τέλος τέλος σαν «χάδι της τύχης» και τον ρομαντικό έρωτα, ως φάρμακα νηπενθή, νάρκης του άλγους δοκιμές εν φαντασία και λόγω, τα φάρμακα της ποίησης και της γραφής, τη φαντασία και το λόγο, όπως και τις γυναικείες φιλίες.
Γι’ αυτές κυρίως τις κατακτημένες μέσα από κοινές πορείες γυναικείες φιλίες, ένιωσα μια γλυκιά παρηγορημένη δικαίωση, καθώς θυμήθηκα όχι χωρίς κάποια λύπη δικά μου πάθη, φιλίες και δρόμους που σταματούν κάποτε και χωρισμούς που έρχονται και διακλαδώσεις-συνάψεις νέες, μια διαδικασία που θα ’πρεπε να συνεχίζεται, όσο κρατάει η ζωή.
Έτσι περνούσε ο καιρός κι είδα ταινίες αρκετές. Αγάπησα το ρεαλισμό και την ποίηση στο έργο του τούρκου Ε. ΚΙΡΑΛ, μαθητή του ΓΙΛ. ΓΚΙΟΥΝΕΙ, που σφράγισε τη νεότητά μας κάποτε, στον καιρό της χούντας και της μεταπολίτευσης. Στο φετινό αφιέρωμα οι ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΧΑΚΑΡΙ ήταν μια παλιότερη ταινία του – τροφή για σκέψη και στοχασμό για την αναζήτηση του εαυτού και την συμφιλίωση με τους ανθρώπους, τον κόσμο και το αληθινό νόημα. Πολιτική καταγγελία και ορισμός της στρατευμένης δημοσιογραφίας ήταν εξάλλου η θαυμαστή ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου τούρκου επίσης ΣΕΝΤΑΤ ΓΙΛΜΑΖ, PRESS, για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον Κουρδικό λαό. Οι ΑΚΑΚΙΕΣ, του Αργεντινού P.GIORGELLI, ήταν μια συγκινητική ταινία λιγόλογη και ουσιαστική, με απλά υλικά εκφράζοντας την ποίηση που μας διαφεύγει στην καθημερινότητα. Από τις βραβευμένες έτυχε να δω ΤΑ ΟΓΔΟΝΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ του Τσέχου V.KADRNKA, απλή, στοχαστική ταινία για τη μνήμη και την αναζήτηση του χαμένου χρόνου.
Εντωμεταξύ βγήκε και ο λευκός καπνός για τον νέο πρωθυπουργό και σε μια βόλτα στο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, στην έκθεση της 3ης BIENNALE είδα όλες τις προσδοκίες και τις ματαιώσεις μας συμπυκνωμένες να φιγουράρουν ως μοντέρνο αντικείμενο ζωγραφικής, με κουρέλια και χρώματα στην εξής βιτριολική ρήση: We will fight for your rights to the last drop of your blood.
* Από την ταινία PRESS, ρήση ενός ιδεολόγου δημοσιογράφου, που την πληρώνει μάλιστα με τη ζωή του.






















