
Για το μυθιστόρημα του Χάουαρντ Φαστ (Howard Fast) «Σύλβια» (μτφρ. Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις). Εικόνα: Από την κινηματογραφική διασκευή του Γκόρντον Ντάγκλας (1965).
Γράφει ο Μάνος Κοντολέων
Ο Χάουαρντ Φαστ (1914-2003) ανήκει στους πλέον αγαπητούς Αμερικανούς πεζογράφους του 20ού αιώνα. Για το ευρύ αναγνωστικό κοινό το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο κυρίως με τον ιστορικό μυθιστόρημα αντίστασης Σπάρτακος, όμως η συγγραφική του διαδρομή υπήρξε πολύ ευρύτερη. Έγραψε περισσότερα από ογδόντα βιβλία, κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο ιστορικό, το κοινωνικό και το ψυχολογικό μυθιστόρημα και δεν δίστασε να συγκρουστεί με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο της εποχής του. Οι αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις τον οδήγησαν, στα χρόνια του μακαρθισμού, ακόμη και στη φυλακή, ενώ για μεγάλο διάστημα βρέθηκε αποκλεισμένος από τους αμερικανικούς εκδοτικούς κύκλους και αναγκάστηκε να εκδώσει ορισμένα έργα του με ψευδώνυμο – ένα από αυτά και η Σύλβια, που είναι το έκτο μυθιστόρημά του που μεταφράζεται στη γλώσσα μας.
Μια, λοιπόν, αριστερής προέλευσης ματιά στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ελευθερία του ατόμου διαπερνάει σχεδόν ολόκληρο το έργο του. Κάτι που ισχύει και για αυτό του το μυθιστόρημα. Ξεκινώντας την ανάγνωσή της Σύλβια, ο αναγνώστης πιστεύει πως πρόκειται για ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα μυστηρίου. Όσο, όμως, προχωρά στις σελίδες του, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί πως ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το εύρημα της αναζήτησης μόνο ως πρόσχημα. Αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι να μιλήσει για την ανθρώπινη ταυτότητα, για τις μάσκες που οι άλλοι μάς φορούν και για τη δύσκολη κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας.
Η υπόθεση είναι φαινομενικά απλή. Ένας ιδιωτικός ερευνητής αναλαμβάνει να εντοπίσει μια γυναίκα, τη Σύλβια. Συναντά ανθρώπους που τη γνώρισαν σε διαφορετικές στιγμές της ζωής της. Καθένας θυμάται μια άλλη Σύλβια, αφηγείται μια διαφορετική ιστορία, διατυπώνει μια διαφορετική ερμηνεία για τον χαρακτήρα και τις επιλογές της. Έτσι, από την πρώτη κιόλας στιγμή γίνεται φανερό ότι η αναζήτηση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο, αλλά και την αλήθεια αυτού του προσώπου.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη λογοτεχνική επιτυχία του Φαστ. Δεν μας παρουσιάζει ποτέ τη Σύλβια ως έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα που αποκαλύπτεται σταδιακά. Αντίθετα, μας αφήνει να τη γνωρίσουμε μέσα από τα βλέμματα των άλλων. Κάθε άνθρωπος που τη συνάντησε, κουβαλά τη δική του εκδοχή της. Και κάθε εκδοχή μοιάζει πειστική, μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη και να την ανατρέψει.
Αποδομώντας την ανδρική οπτική
Διαβάζοντας αυτές τις διαδοχικές αφηγήσεις, νιώθουμε ολοένα και πιο έντονα ότι ο Φαστ δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει στο ερώτημα «ποια είναι η Σύλβια;». Τον απασχολεί περισσότερο το γιατί κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να κατασκευάζει τη δική του Σύλβια. Γιατί τελικά οι περισσότεροι από εμάς δεν βλέπουμε τους άλλους όπως πραγματικά είναι, αλλά τους βλέπουμε έτσι όπως έχουμε ανάγκη να είναι. Τους ερμηνεύουμε σύμφωνα με τις επιθυμίες, τις προκαταλήψεις, τους φόβους και τις εμπειρίες μας. Έτσι, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός, ο Φαστ μετατρέπει μια ιστορία αναζήτησης σε έναν λεπτό στοχασμό πάνω στη σχετικότητα κάθε ανθρώπινης αλήθειας.
Οι άνδρες που εμφανίζονται στο βιβλίο επιχειρούν διαρκώς να ορίσουν τη Σύλβια. Τη βλέπουν ως όμορφη γυναίκα, ως αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, ως θύμα, ως αίνιγμα ή ως ευκαιρία. Όμως όλες αυτές οι εικόνες ανήκουν περισσότερο στους ίδιους παρά στη Σύλβια.
Αυτό όμως που μας κέρδισε περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ηρωίδα. Είναι εντυπωσιακό ότι ένα μυθιστόρημα γραμμένο στα μέσα του περασμένου αιώνα διατηρεί τόσο σύγχρονη ματιά απέναντι στη θέση της γυναίκας. Οι άνδρες που εμφανίζονται στο βιβλίο επιχειρούν διαρκώς να ορίσουν τη Σύλβια. Τη βλέπουν ως όμορφη γυναίκα, ως αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, ως θύμα, ως αίνιγμα ή ως ευκαιρία. Όμως όλες αυτές οι εικόνες ανήκουν περισσότερο στους ίδιους παρά στη Σύλβια. Αντίθετα, οι δυο γυναίκες που κάποτε η Σύλβια έζησε μαζί τους, την περιγράφουν ως ένα άτομο με απόλυτη αυτοτέλεια και σχεδιασμό υλοποίησης των δικών της «θέλω».
Ο Χάουαρντ Φαστ, λοιπόν, αποδομεί την ανδρική οπτική. Χωρίς ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής του, δείχνει ότι μια γυναίκα δεν εξαντλείται στις προβολές των άλλων. Η Σύλβια αρνείται να γίνει αυτό που η κοινωνία περιμένει από εκείνη. Μέχρι το τέλος παραμένει ο άνθρωπος που παίρνει στα δικά του χέρια τη ζωή του, αποφασίζει για τον εαυτό του και αποδέχεται το τίμημα των επιλογών του. Δεν πρόκειται για μια ηρωίδα που ζητά δικαίωση. Πρόκειται για μια γυναίκα που διεκδικεί το αυτονόητο δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ριζοσπαστική διάσταση του μυθιστορήματος.
Μια πορεία προς την αυτογνωσία διανύει και ο αφηγητής, που είναι και ο άνθρωπος στον οποίο είχε ανατεθεί η αποκάλυψη του παρελθόντος της ηρωίδας. Καθώς ο ίδιος ανακαλύπτει την άγνωστή του, στην αρχή, γυναίκα στα διάφορα στάδια της ζωής της, παράλληλα ανακαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό.
Μια τοιχογραφία της αμερικανικής κοινωνίας
Κάτι που επίσης πρέπει να σημειώσουμε είναι πως η Σύλβια αποτελεί και μια θαυμάσια τοιχογραφία της αμερικανικής κοινωνίας των μέσων του 20ού αιώνα. Σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας εισάγει ένα νέο πρόσωπο. Θα περίμενε κανείς οι χαρακτήρες αυτοί να υπάρχουν μόνο για να δώσουν μια πληροφορία σχετικά με τη Σύλβια. Συμβαίνει το αντίθετο. Ο καθένας εμφανίζεται ως ολοκληρωμένη ανθρώπινη παρουσία, με τη δική του γλώσσα, τη δική του κοινωνική θέση, τη δική του ιστορία και, κυρίως, τη δική του αλήθεια.
Κάθε νέο πρόσωπο αλλάζει όχι μόνο όσα γνωρίζουμε για τη Σύλβια αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όσα έχουν ήδη προηγηθεί. Η αφήγηση δεν προχωρά ευθύγραμμα αλλά κυκλικά
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πόσο γρήγορα και με πόση οικονομία μέσων ο Φαστ κατορθώνει να δώσει ζωή σε αυτούς τους ανθρώπους. Μέσα από αυτούς δεν φωτίζεται μόνο η πορεία της Σύλβια. Φωτίζεται ολόκληρη η αμερικανική κοινωνία: οι ταξικές διαφορές, οι οικονομικές φιλοδοξίες, οι ηθικές αντιφάσεις, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων, η δύναμη αλλά και η υποκρισία του αμερικανικού ονείρου. Χωρίς ποτέ να μετατρέπεται σε κοινωνιολογική πραγματεία, το μυθιστόρημα αποκτά μια κοινωνική πυκνότητα.
Και ίσως αυτή η πολυφωνία να αποτελεί το μεγαλύτερο επίτευγμα της σύνθεσής του. Κάθε νέο πρόσωπο αλλάζει όχι μόνο όσα γνωρίζουμε για τη Σύλβια αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όσα έχουν ήδη προηγηθεί. Η αφήγηση δεν προχωρά ευθύγραμμα αλλά κυκλικά, εμπλουτίζοντας συνεχώς το νόημά της. Ο αναγνώστης δεν αισθάνεται ότι ακολουθεί έναν ερευνητή. Αισθάνεται ότι περιπλανιέται μέσα σε μια κοινωνία όπου κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του ιστορία και τη δική του αλήθεια.
Η γλώσσα του συγγραφέα
Η γλώσσα του Χάουαρντ Φαστ υπηρετεί ιδανικά αυτή την αρχιτεκτονική. Είναι καθαρή, απέριττη, ακριβής και η μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου ακολουθεί απόλυτα αυτά τα χαρακτηριστικά. Η αφήγηση δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με λυρικές εξάρσεις, ούτε να επιβάλει στον αναγνώστη κάποια συγκεκριμένη ερμηνεία. Αντίθετα, αφήνει τους χαρακτήρες να μιλήσουν μόνοι τους. Αυτή η αφηγηματική αυτοσυγκράτηση είναι ένας από τους λόγους που η Σύλβια εξακολουθεί να διαβάζεται σήμερα χωρίς να μοιάζει παρωχημένη.
Ίσως γι' αυτό, τελειώνοντας το βιβλίο, δεν μένουμε τόσο με την ιστορία της Σύλβια, όσο με το ερώτημα που αυτή γεννά. Πόσο εύκολα αποδεχόμαστε ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο; Και πόσο συχνά τον περιορίζουμε μέσα στις δικές μας ανάγκες και προσδοκίες; Ο Χάουαρντ Φαστ δεν προσφέρει απαντήσεις. Προτιμά να αφήσει τον αναγνώστη να τις αναζητήσει μόνος του.
Η Σύλβια μπορεί να μην είναι το πιο γνωστό μυθιστόρημα του Χάουαρντ Φαστ. Είναι όμως, κατά τη γνώμη μας, ένα απόλυτα ώριμο έργο. Ένα βιβλίο που συνδυάζει τη γοητεία της αφήγησης με έναν βαθύ ανθρωποκεντρικό προβληματισμό. Και, πάνω απ' όλα, ένα βιβλίο που μας θυμίζει πως η μεγαλύτερη κατάκτηση κάθε ανθρώπου -γυναίκας ή άνδρα- είναι να μπορεί να ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του και να μην ζει σύμφωνα με τις αφηγήσεις που οι άλλοι έχουν γράψει γι' αυτόν.
* Ο ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Κόντρα ρόλος» (εκδ. Πατάκη).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Πιστεύετε ότι αν ήταν πόρνη στο Ελ Πάσο θ’ άλλαζε κάτι, κύριες Μάκλιν; Άλλωστε αν το καλοσκεφτούμε, όλοι μας λίγο πολύ δεν εκπορνευόμαστε; Είμαι αρκετά μεγάλος, κύριε Μάκλιν, κι εσείς αρκετά πεπειραμένος ώστε να μην μα ξεγελούν τα κούφια λόγια και η υποκρισία που χαρακτηρίζει αυτές τις καταστάσεις. Όλοι πουλάμε τον εαυτό μας, μόνο που κάποιες φορές δεν είναι ο αγοραστής, αλλά ο πωλητής που καταβάλλει το τίμημα. Σας φαίνονται παράξενα αυτά που λέω; Πασχίζω να καταλάβω τι πραγματικά είναι η αμαρτία, όχι απλώς να την καταδικάσω…» (σελ. 175)
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Χάουαρντ Φαστ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1914 και πέθανε στο Old Greenwich του Κονέκτικατ το 2003. Πολυγραφότατος συγγραφέας ιστορικών, πολιτικών και νουάρ μυθιστορημάτων, είδε τα έργα του να γίνονται αντικείμενο θαυμασμού εκατομμυρίων αναγνωστών, να μεταφέρονται στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, αλλά επίσης να αποσύρονται από τις δημόσιες βιβλιοθήκες και να καταχωρούνται στη μαύρη λίστα την περίοδο του μακαρθισμού. Πολλά βιβλία του, όπως και η Σύλβια, εκδόθηκαν με το ψευδώνυμο E.V. Cunningham.

Ο Χάουαρντ Φαστ, από πολύ νέος, εντάχθηκε στην Αριστερά. Συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία του προοδευτικού υποψηφίου προέδρου των ΗΠΑ Henry Wallace το 1948, ήταν ηγετικό στέλεχος του Παγκόσμιου Κινήματος για την Ειρήνη και υποψήφιος βουλευτής του Αμερικανικού Εργατικού Κόμματος το 1952. Όπως και ο φίλος του, Ντάσιελ Χάμετ, ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1945 ώς το 1957, οπότε και, μετά τη δημοσιοποίηση της Έκθεσης Χρουστσόφ για τα εγκλήματα του σταλινισμού, αποχώρησε από το κόμμα. Αρνήθηκε να συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Μακάρθι, καταδικάστηκε για προσβολή του Κογκρέσου και έμεινε κάποιους μήνες στη φυλακή.
























