
Για το μυθιστόρημα του Φερνάντο Αραμπούρου (Fernando Aramburu) «Το παιδί» (μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Από την ταινία «Στάσου πλάι μου» (1986) του Ρομπ Ράινερ.
Γράφει η Μαρία Βέρρου
Όταν λες μια ιστορία, μπορεί και να τη λες για να διαπιστώσεις τι θέλει να πει αυτή η ιστορία και, σε δεύτερο χρόνο, αν σ’ ενδιαφέρει εν τέλει να πεις αυτή κι όχι μια άλλη ιστορία.1 Το 1980 συνέβη ένα δυστύχημα που συγκλόνισε όχι μόνο τη Χώρα των Βάσκων αλλά και ολόκληρη την Ισπανία. Μια έκρηξη αερίου, στη μικρή πόλη Ορτουέγια, τίναξε στον αέρα ένα σχολείο, στέλνοντας στον θάνατο δεκάδες παιδιά. Ανάμεσά τους και τον μικρό Νούκο. Γύρω από αυτόν τον τραγικό πυρήνα ξετυλίγεται η ιστορία της οικογένειάς του, καθώς η εμπειρία του θανάτου και η διαχείριση του πένθους βιώνονται από τα μέλη της με διαφορετικό τρόπο.
Αυτός είναι ο πρώτος άξονας του μυθιστορήματος του Φερνάντο Αραμπούρου Το παιδί: ο τρόπος με τον οποίο η τραγωδία -αγαπημένο θέμα και σε άλλα έργα του Αραμπούρου- εγγράφεται στις προσωπικές ζωές των ανθρώπων. Στην οικογένεια του Νούκο, το πένθος βιώνεται ως μια κατάσταση χωρίς σαφή λήξη, με κεντρική μορφή τον παππού Νικάσιο, ο οποίος επισκέπτεται αδιάκοπα τον τάφο του εγγονού του, αρνούμενος ουσιαστικά να οριστικοποιήσει την απώλεια. Εδώ η μνήμη λειτουργεί ταυτόχρονα ως παρηγοριά, αλλά και ως φυλακή.
Με ανάλογο τρόπο λειτουργεί και η συλλογική μνήμη. Το γεγονός ανήκει στην ιστορία ολόκληρης της βασκικής κοινωνίας, διαχέεται όμως στις ζωές συγκεκριμένων ανθρώπων και μετατρέπεται σε μια βαθιά προσωπική τραγωδία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το μυθιστόρημα γίνεται ένας στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ευαλωτότητα και στη δύναμη της μνήμης.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος άξονας, ο οποίος οδηγεί σε μια διαφορετική ανάγνωση του βιβλίου: η δύναμη της επιθυμίας. Η Μαριάχε, μητέρα του μικρού Νούκο, παρουσιάζεται ως μια γυναίκα που θέλει να αποκτήσει παιδί με κάθε κόστος και οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της γύρω από αυτόν τον στόχο. Η ύπαρξη του παιδιού αποτελεί καρπό μιας ισχυρής βούλησης, μιας επιθυμίας που επηρεάζει σχέσεις, ισορροπίες και αποφάσεις. Όταν το παιδί χάνεται βίαια, καταρρέει όλη η οικογένεια, συμπαρασύροντας ταυτόχρονα κάθε νόημα που είχε αποκτηθεί από την ύπαρξή του.
Η μνήμη αντιστέκεται στην απώλεια
Στο πλαίσιο αυτό αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα δέκα εμβόλιμα κεφάλαια του βιβλίου, στα οποία ο συγγραφέας παρεμβαίνει με έναν διαφορετικό τρόπο. Όπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογο, τα κεφάλαια αυτά «συμβάλλουν στη δημιουργία στιγμών ηρεμίας και στοχασμού σε μια ιστορία που συχνά κινείται στα όρια της έντασης». Αρκετοί όμως αναγνώστες υποστηρίζουν ότι δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην εξέλιξη της ιστορίας. Μία ένσταση όχι εντελώς αβάσιμη, γιατί αν διαβάσει κανείς το βιβλίο αποκλειστικά ως ένα μυθιστόρημα για το πένθος, τα εμβόλιμα κεφάλαια φαίνεται πράγματι να διακόπτουν τη ροή και να απομακρύνουν την προσοχή από τον βασικό πυρήνα της αφήγησης. Αν, όμως, τα δει κανείς από την πλευρά της αδυναμίας των ηρώων να αποδεχθούν τον θάνατο, τότε η λειτουργικότητά τους γίνεται περισσότερο εμφανής, καθώς εισάγουν την επιθυμία να παραμείνει το παιδί παρόν, πέρα από τα όρια της λογικής. Η μνήμη αντιστέκεται στην απώλεια και διεκδικεί χώρο μέσα στην αφήγηση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή.
• Διαβάστε ακόμα: «Το παιδί» του Φερνάντο Αραμπούρου (κριτική) – Πώς αφηγούμαστε την απώλεια ενός παιδιού: Συγγραφικός νεωτερισμός με ένα κείμενο που «μιλάει»
Επίσης, ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το τέλος του βιβλίου. Η σκηνή στην οποία η Μαριάχε μπροστά στο σπίτι του Ρίτσι αμφιταλαντεύεται, έστω και για λίγο, πριν την οριστικοποίηση της απόφασής της, συνιστά μία ουσιαστική μεταβολή και σηματοδοτεί την κορύφωση της εσωτερικής της διαδρομής. Μία διαδρομή ωρίμανσης και αποδοχής του τετελεσμένου που συνοδεύει ορισμένες απώλειες. Έτσι, η στάση της δεν αποτελεί ήττα ούτε και κάθαρση, αλλά μια στιγμή επίγνωσης των ορίων της ανθρώπινης βούλησης.
Ακολουθώντας αυτήν την οπτική, στο Παιδί ο Αραμπούρου χτίζει μία ιστορία ισορροπιών. Η απώλεια του παιδιού λειτουργεί ως το σημείο όπου η επιθυμία συγκρούεται με την πραγματικότητα και η βεβαιότητα των ανθρωπίνων σχεδίων υποχωρεί μπροστά στο αναπόδραστο. Έτσι, το μυθιστόρημα δεν γίνεται μόνο μια αφήγηση για τον πόνο της απώλειας, αλλά κι ένας στοχασμός πάνω στα όρια της δύναμης με την οποία επιχειρούμε να δώσουμε νόημα και μορφή στη ζωή μας, ακόμα κι όταν καταρρεύσει ο κόσμος που έχουμε οικοδομήσει γύρω από το πολυτιμότερο αντικείμενο της αγάπης μας. Κι όλα αυτά διατυπωμένα σε απλή και καθαρή γλώσσα, που υιοθετεί χαμηλούς τόνους στην αφήγηση, μετατρέποντας έτσι το πένθος σε μια βαθιά εσωτερική εμπειρία.
Το θαυμάσιο μεταφραστικό αποτέλεσμα οφείλεται στην Τιτίνα Σπερελάκη.
*Η ΜΑΡΙΑ ΒΕΡΡΟΥ είναι συγγραφέας, κάτοχος MSc.
1 Μισέλ Φάις, Μεσοτοιχίες: Αθέατοι συγκάτοικοι (Το δωμάτιο του αφανιστή ιστοριών), σελ. 124, εκδ. Πατάκη, 2025.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Φερνάντο Αραµπούρου γεννήθηκε στο Σαν Σεµπαστιάν το 1959. Σπούδασε ισπανική φιλολογία στο Πανεπιστήµιο της Σαραγόσα και από το 1985 µένει στη Γερµανία. Υπήρξε µέλος του Grupo CLOC de Arte y Desarte. Είναι ένας από τους σηµαντικότερους Ισπανούς πεζογράφους και έχει τιµηθεί µεταξύ άλλων µε το Bραβείο Tusquets για το µυθιστόρηµά του Τα χρόνια της βραδύτητας (2012, εκδ. Πατάκη 2020), το Βραβείο Biblioteca Breve 2014 για το Avidas Pretensiones, καθώς και το Βραβείο της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδηµίας, το Βραβείο Mario Vargas Llosa και το Βραβείο Dulce Chacon για τη συλλογή διηγηµάτων του Los peces de la amargura (2006).

Το 2016 κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµά του Πατρίδα (εκδ. Πατάκη, 2018), το οποίο θεωρείται ένα από τα σηµαντικότερα ισπανόφωνα βιβλία της εποχής µας και µεταφράστηκε σε περισσότερες από 35 γλώσσες, ενώ έχει τιµηθεί µε κάποια από τα µεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία. Tο 2021 κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµα Τα πετροχελίδονα (ελδ. Πατάκη, 2023) που µεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Το πιο πρόσφατο έργο του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη είναι το μυθιστόρημα Το παιδί (2025).
























