
Για το μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια (Alberto Moravia) «Η περιφρόνηση» (μτφρ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Ελληνικά γράμματα). Εικόνα: Από την ομότιτλη ταινία του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Ο τρόπος με τον οποίον παρουσιάζονται στη λογοτεχνία παλαιότερων δεκαετιών -ή και αιώνων- οι σχέσεις των δύο φύλων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως εξάλλου κι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται από το κοινό της κάθε εποχής. Συνήθως η αξιολογική κρίση προηγείται, με τα ανάλογα συμπεράσματα να έπονται, καθώς οι γυναίκες και οι άντρες τείνουν αυθόρμητα να ταυτίζονται ή όχι με τους ήρωες του έργου, αναγνωρίζοντας εκεί τον εαυτό τους και τις εμπειρίες τους. Το να ξεπεραστεί -όχι πως είναι απαραίτητο- αυτή η αρχετυπική αντίδραση δεν αποτελεί μονομερώς πρόβλημα του αναγνώστη, αλλά και του συγγραφέα. Ο δεύτερος, κατά κύριο λόγο, οφείλει να πείσει ότι το έργο του διαθέτει βάθος, πέραν του πρώτου επιπέδου ανάγνωσης, προκειμένου να γίνει αντικείμενο αναστοχασμού. Εξαιρετικό δείγμα και απόδειξη των προηγουμένων αποτελεί το βιβλίο Η περιφρόνηση του Αλμπέρτο Μοράβια, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια.
Το έργο
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο αυτό είναι η τυπική ιστορία ενός ζευγαριού που οδηγείται στη διάλυση. Ο άντρας αφηγητής περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο το χρονικό του προαναγγελθέντος χωρισμού, μη αφήνοντας περιθώρια αμφιβολίας, όπως έχει ήδη ξεκαθαριστεί από τον τίτλο. Νιόπαντρο ζευγάρι – η όμορφη σύζυγος, πρώην γραμματέας, Εμίλια, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, και ο διανοούμενος σύζυγος Ρικάρντο, φέρελπις θεατρικός συγγραφέας, ο οποίος όμως ασχολείται με τη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων, προκειμένου να προσφέρει υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στη σύζυγο (ένα διαμέρισμα). Εντούτοις, η σχέση έχει ήδη ξεκινήσει να μετρά αντίστροφα, ιδίως όταν θα παρεμβληθούν δύο ακόμα πρόσωπα: ο κινηματογραφικός παραγωγός Μπατίστα, εργοδότης του Ρικάρντο, ο οποίος του αναθέτει το σενάριο της νέας του ταινίας με θέμα την Οδύσσεια και ο σκηνοθέτης της, ο Γερμανός Ράινγκολντ. Το κουαρτέτο θα εμπλακεί σε ένα πνευματικό κι όχι μόνο παιχνίδι, με τον καθέναν από τους μετέχοντες να συνεισφέρει με τον δικό του τρόπο στην αποκαθήλωση του ονείρου του αφηγητή.
Εναλλακτικός τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι «Η αμφιβολία». Αν η περιφρόνηση είναι το κυρίαρχο συναίσθημα της Εμίλια, η αμφιβολία είναι το επικρατούν όσον αφορά τον πρωταγωνιστή. Ολόκληρο το κείμενο βρίθει από αμφιβολία για τα πάντα – όχι μόνο για τα αισθήματα του ως προς την Εμίλια, για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση που προέκυψε, αλλά στη συνέχεια για το σύνολο της ύπαρξής του. Είναι όντως ένας εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης ή ένας αριβίστας τυχοδιώκτης, έρμαιο στα χέρια του πανίσχυρου παραγωγού; Είναι τίμιος και αξιοπρεπής άντρας ή παθητικό και άβουλο υποχείριο που αδυνατεί να «κρατήσει» τη γυναίκα του, προσφέροντάς της αίσθημα ασφάλειας (μην ξεχνάμε ότι η υπόθεση εκτυλίσσεται λίγο μετά τον Β' Παγκόσμιο, σε μια Ιταλία ρημαγμένη από τον πόλεμο);
Το βασικό, όμως, αίσθημα αμφιβολίας πυροδοτείται από την Εμίλια. Δίχως αυτό το πρωταρχικό αίτιο, τίποτα από τα υπόλοιπα δεν θα είχε λάβει χώρα – είναι η αμφιβολία αρχικά για τα καταρρέοντα αισθήματά της και στη συνέχεια για την αδυναμία του, αφενός να εξηγήσει στον εαυτό του κι αφετέρου να αποσπάσει από εκείνη τους λόγους για τους οποίους «κέρδισε» την περιφρόνησή της (συχνά με απροκάλυπτα παραβιαστικό και βίαιο τρόπο). Η αμφιβολία τον καταδιώκει σε όλο το βιβλίο, δίχως να προκύψει κάποια ανατροπή, αφού κανένα από τα φλέγοντα ερωτήματα δεν πρόκειται να λυθεί, λαμβάνοντας οριστική απάντηση. Την απάντηση θα τη δώσει ο θάνατος που απλά θα κόψει τον γόρδιο δεσμό, καθιστώντας περιττές τις αμφισημίες. Ο αφηγητής θα καταθέσει τη μαρτυρία του -το βιβλίο που διαβάζουμε-, μεταθέτοντας τις απορίες του και τους ατέρμονους συλλογισμούς του στον αναγνώστη. Η κυκλική αφήγηση λειτουργεί ως ιός που διασπείρεται προς τα έξω, σε όσους είναι διατεθειμένοι να εγκύψουν.
Η ερμηνεία
Ο ρόλος του άντρα στο κείμενο είναι πρωταγωνιστικός. Της γυναίκας όχι. Η Εμίλια υπάρχει μόνο μέσα από τις σκέψεις και τις πράξεις του συζύγου της. Σε ένα πρωτόλειο επίπεδο κριτικής, ο σύγχρονος αναγνώστης θα μπορούσε να καταδικάσει την παραδοσιακή ανδροκεντρική οπτική που καθιστά το θηλυκό παρακολουθηματικό και διαμεσολαβούμενο – δευτερεύουσα ύπαρξη, ντεκόρ και κομπάρσο στη ζωή του άρρενος. Θεωρώ ότι αυτή η κριτική στην Περιφρόνηση θα ήταν μονομερής, αδικώντας τον συγγραφέα και το βιβλίο που διαθέτει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, πέραν του προφανούς, εκτός εάν περιορίσουμε την οπτική μας στα έτοιμα σχήματα της εποχής μας. Όμως ακόμα κι αν ορίσουμε το πλαίσιο της σχέσης αυτής (αλλά και των περισσότερων) με όρους εξουσίας, δεν θα διακρίνουμε σε καμία περίπτωση ως το τέλος την κυριαρχία του άρρενος, μολονότι επιχειρεί να επιβληθεί ακόμα και δια της βίας ώστε να υποτάξει το θηλυκό (μόνο αθώος δεν είναι ο αφηγητής), δεδομένου ότι η σύζυγος παραμένει απροσπέλαστη και ακατανόητη στα μάτια του.
Σε κάθε περίπτωση, η Εμίλια είναι ένα διφορούμενο ον, ερμητικό και δυσανάγνωστο.
Δεν θα βρούμε, όμως, ειδωλοποίηση της συζύγου. Η εναντίωσή της στη, μετρημένη όπως προείπα, εξουσία του συζύγου λαμβάνει εξαρχής τις διαστάσεις έντονης αντιπαράθεσης που κλιμακώνεται σταδιακά, φτάνοντας στην πόρτα της εξόδου και της απιστίας. Εντούτοις, τα κίνητρά της παραμένουν ασαφή, ενώ η αντιπαράθεσή της εκδηλώνεται μεν σθεναρά, πλην όμως αφήνεται να υπονοηθεί ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από στερεοτυπική και ασύνειδη αντιπαλότητα ενός μη σκεπτόμενου ανθρώπου προερχόμενου από τα λαϊκά στρώματα. Εάν ο άντρας αδυνατεί να καταλάβει, η γυναίκα αδυνατεί να εξηγήσει παρά μόνο με τη μορφή συνθηματολογίας, δανειζόμενη στερεοτυπική ορολογία («Δεν είσαι αρκετά άντρας») ή απλά επαναλαμβάνοντας το mantra («Σε περιφρονώ»), επιτυγχάνοντας τη σύγχυση και την αμηχανία εκείνου που επιθυμεί να κατανοήσει το πώς και το γιατί. Είναι εξίσου προφανές ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να ικανοποιήσει την περιέργεια του συζύγου ως αντικειμένου της περιφρόνησής της. Σε κάθε περίπτωση, η Εμίλια είναι ένα διφορούμενο ον, ερμητικό και δυσανάγνωστο. Ο αντίλογος εδώ μπορεί να είναι ότι έτσι την περιγράφει κι επομένως την κρίνει ο αναξιόπιστος άντρας αφηγητής κι επομένως ο ίδιος ο συγγραφέας. Μιας και δεν είναι όμως δουλειά του κριτικού να διεξάγει δίκες προθέσεων (η λεγόμενη «ερμηνευτική της υποψίας» έχει μάλλον υποβαθμίσει την ποιότητα του κριτικού λόγου), εκείνο που με απασχολεί είναι κατά πόσον οι υπάρχουσες συμβάσεις λειτουργούν ενδοκειμενικά, αφήνοντας τις κρίσεις περί των λοιπών παράμερα.
Ο Οδυσσέας υπήρξε κατ’ εξακολούθηση άπιστος όσο περιφερόταν ανέστιος, εξαρχής επιλέγοντας την αναχώρηση αντί της παραμονής δίπλα στη σύζυγο, αποδεικνύοντας την αποξένωσή του.
Δεδομένης της ευφυίας του, ο πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο αναξιόπιστος, αλλά ταυτόχρονα δειλός, ευθυνόφοβος και μικροπρεπής. Εκείνο που τον καθιστά συμπαθή, κατά περίπτωση, είναι η ανάγκη του να κατανοήσει, έστω με τον δικό του τρόπο, όσα του συμβαίνουν (και μέσω αυτού, επαναλαμβάνω, ο αναγνώστης). Κι αν ο διμέτωπος αγώνας με τη σύζυγο πιθανώς να οδηγούσε σε μία ακόμα κοινότοπη ιστορία σύγκρουσης των φύλων, ο συγγραφέας με ευφυή τρόπο παρεμβάλει ένα ακόμα επίπεδο: ιστορικό/ μυθολογικό. Ο Γερμανός σκηνοθέτης αποτελεί την ψυχολογική συνιστώσα του κουαρτέτου, παρεμβάλλοντας τη δική του πρωτότυπη ερμηνεία της ομηρικής Οδύσσειας (σε πλήρη αντίθεση με την επίπεδη, εμπορική εκδοχή του παραγωγού), επηρεασμένος από την ψυχανάλυση. Ξαφνικά, το δράμα του Οδυσσέα και της Πηνελόπης μεταφέρεται στον ιδιωτικό χώρο του πρωταγωνιστή κι όταν ο σκηνοθέτης μεταφράζει το έπος με όρους ψυχολογικούς, εξεγείρεται και αντιδρά οριακά βίαια. Ο Οδυσσέας υπήρξε κατ’ εξακολούθηση άπιστος όσο περιφερόταν ανέστιος, εξαρχής επιλέγοντας την αναχώρηση αντί της παραμονής δίπλα στη σύζυγο, αποδεικνύοντας την αποξένωσή του. Την ίδια στιγμή, η απόφασή του για συμμετοχή στον πόλεμο αποτελεί προσπάθεια εξιλέωσης εξαιτίας της δεδομένης περιφρόνησης της συζύγου που τελικά τον υποχρεώνει με τη επάνοδό του να σκοτώσει τους μνηστήρες ώστε να αποδειχθεί άξιος της εμπιστοσύνης της. Προφανώς, όσα επεξηγούνται ουδέτερα και με ύφος διδακτικό από τον σκηνοθέτη, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στον Ρικάρντο που ταυτίζεται κι αυτό τον εξοργίζει, νιώθοντας εκτεθειμένος και γυμνός στα μάτια του κόσμου. Η οργίλη αντίδρασή του θα εκπλήξει βεβαίως τον σκηνοθέτη και θα αποτελέσει μία ακόμα αφορμή για σύγκρουση.
Υπάρχει όμως ένα σημείο καμπής, οπότε η υποψία του για την απιστία της Εμίλια θα μετατραπεί σε κάτι χειροπιαστό. Θα παρακολουθήσει εξ αποστάσεως -πάντα η αποστασιοποιημένη οπτική του διανοούμενου, εκείνου που αντιδρά παθητικά στις εξελίξεις, αρκούμενος στην εκ των υστέρων ανάλυση- τον Μπατίστα να προσεγγίζει ερωτικά τη σύζυγό του. Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει σε νέο κύκλο ενδοσκόπησης, με τον αφηγητή να επιχειρεί να εκμαιεύσει αλήθειες που φυσικά ποτέ δεν εκφέρονται καθαρά. Τελικά, θα συγκρουστεί με όλους, με διαφορετικό τρόπο, ώσπου η Εμίλια στο τέλος θα τον εγκαταλείψει φεύγοντας για τη Ρώμη συνοδεία του Μπατίστα (έστω προσωρινά). Ο Ρικάρντο θα απομείνει να περιφέρεται στο Κάπρι άπραγος, πλην όμως σε διαρκή ενασχόληση με τις σκέψεις του που δεν εκτονώνονται παρά ανακυκλώνονται αέναα εντός του, προσκρούοντας συνεχώς στα άδεια από ενοίκους δωμάτια του μυαλού του. Μάλιστα, σε ακραία κρίση σολιψισμού θα ονειρευτεί την επιστροφή της Εμίλια, αν και η αυλαία έχει ήδη πέσει πάλι εν αγνοία του, αφού η κοπέλα είναι πλέον νεκρή σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Σε μια έσχατη ειρωνεία της τύχης, θα του στερήσει πεθαίνοντας δια παντός τις απαντήσεις που θα προσέφεραν και το οριστικό κλείσιμο που επιζητούσε.
Ο πρωταγωνιστής θα παραμείνει με την περιφρόνηση που στα χέρια του συγγραφέα θα μετατραπεί σε τέχνη.
Όμως, ό,τι δεν μπορεί να προσφέρει η ζωή, το προσφέρει η τέχνη, η οποία βεβαίως διαθέτει το μέγιστο πλεονέκτημα: αγνοεί και αδιαφορεί για το περί δικαίου αίσθημα, για τις αξιολογικές κρίσεις, για την τρέχουσα ηθική των θνητών. Το βιβλίο που κρατήσαμε στα χέρια μας ήταν, όπως το αναφέρει ο αναξιόπιστος και υποκειμενικός αφηγητής, η προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το συμβάν αυτό, μεταθέτοντας τα διλήμματα, τις αμφιβολίες και την περιφρόνηση στον αναγνώστη του, αφήνοντάς τον να βρει τις απαντήσεις, εάν υπάρχουν. Ο πρωταγωνιστής θα παραμείνει με την περιφρόνηση που στα χέρια του συγγραφέα θα μετατραπεί σε τέχνη.
Το ύφος
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση επιβάλλεται σε ένα κείμενο πλήρες αμφισημιών, όπου ο συγγραφέας -και μέσω αυτού ο αφηγητής- αρνούνται να συγκατανεύσουν προβάλλοντας μία και μόνη αλήθεια. Το πιο ενδιαφέρον από στιλιστικής πλευράς, το οποίο θεωρώ μέγιστη επιτυχία του Μοράβια, είναι το γεγονός ότι επιτυγχάνει απόλυτα στη στόχευσή του χωρίς να χρησιμοποιήσει μοντερνιστικές τεχνικές, όπου οι εσωτερικοί μονόλογοι και θραυσματικότητα της αντίληψης θα απέδιδαν πιθανώς αμεσότερα την αμφιβολία και βεβαίως την αντιληπτική μονομέρεια του υποκειμένου. Αντ’ αυτού, ο συγγραφέας προσφέρει ένα ρεαλιστικό κείμενο, γραμμικό και χωρίς χρονικές μεταπτώσεις, όπου η πορεία της σκέψης παρακολουθεί τα γεγονότα και το αντίστροφο, αποκαλύπτοντας (ή αποκρύπτοντας) τα μυστικά του καθ’ οδόν. Η τεχνική επιδεξιότητα του Μοράβια είναι θαυμαστή, καθώς ενισχύει την αμφιβολία του πρωταγωνιστή που καθίσταται εμμονική και μεταφέρεται στον αναγνώστη αυτούσια. Ταυτόχρονα, του αρνείται τη διαφάνεια και την κάθαρση, με όχημα τον υπαινικτικό λόγο, που οδηγεί μεν στον λαβύρινθο, αλλά δεν προσφέρει την πολυπόθητη έξοδο.
Πλην όμως, η σταδιακή εισαγωγή στη σκέψη του αφηγητή και ο τρόπος με τον οποίον ο Μοράβια συνενώνει το μυθολογικό στο προσωπικό, αναβαθμίζει το έργο σε κάτι που ξεπερνά το στενό πλαίσιο της εμπειρίας του αφηγητή κι επομένως του αναγνώστη.
Η αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή, λοξοκοιτάζει από τις γωνίες και ο Μοράβια την επιμερίζει στις οπτικές των προσώπων του δράματος. Το καθένα συνεισφέρει με τη δική του, τη οποία καταθέτει μέσω του αφηγητή, αφήνοντας τον τελικό απολογισμό στον αναγνώστη. Ομολογώ ότι η αρχική εντύπωση, στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, υπήρξε κατά κάποιον τρόπο αμήχανη, καθώς, όπως προείπα, το ζήτημα των σχέσεων θέτει συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια στον αναγνώστη μιας εποχής, προκρίνοντας την τελεσίδικη κρίση εις βάρος του στοχασμού. Πλην όμως, η σταδιακή εισαγωγή στη σκέψη του αφηγητή και ο τρόπος με τον οποίον ο Μοράβια συνενώνει το μυθολογικό στο προσωπικό, αναβαθμίζει το έργο σε κάτι που ξεπερνά το στενό πλαίσιο της εμπειρίας του αφηγητή κι επομένως του αναγνώστη. Ολοκληρώνοντας την Περιφρόνηση, επέστρεψα στα αρχικά κεφάλαια και στη συνέχεια επιλεκτικά σε κάποια ενδιάμεσα, θαυμάζοντας το ευφυές στήσιμο της πλοκής και τον τρόπο με τον οποίο παρατίθενται εμβόλιμα όσα εν συνεχεία αναδεικνύονται καθοριστικά για το έργο. Και μόνο για το γεγονός ότι επιτυγχάνει με άψογο τρόπο να παραμερίσει τις αμφιβολίες του αναγνώστη του, ίσως και την αρχική του περιφρόνηση, αναγκάζοντάς τον να αναστοχαστεί επάνω σε αυτό που μόλις διάβασε, αποτελεί μέγιστη επιτυχία. Θεωρώ ότι η Περιφρόνηση είναι ένα τυπικό παράδειγμα σύγχρονου μεταπολεμικού έργου που διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να θεωρηθεί κλασικό.
* Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Έτσι όταν, εκείνη τη μέρα, μου φώναξε «Σε περιφρονώ», ένιωσα αμέσως τη βεβαιότητα πως αυτή η φράση, που από το στόμα μιας άλλης γυναίκας μπορεί και να μην είχε κανένα νόημα, ειπωμένη από εκείνη σήμαινε ακριβώς αυτό που εννοούσε: πως με περιφρονούσε στ' αλήθεια, κι αυτό ήταν πια αδύνατον να αλλάξει. Ακόμα κι αν δεν ήξερα τίποτα για τον χαρακτήρα της Εμίλια, ο τόνος με τον οποίο είχε προφέρει αυτή τη φράση δεν μου άφηνε καμία αμφιβολία: ήταν ο τόνος του παρθένου λόγου, που είχε ξεπηδήσει εντελώς αυθόρμητα, είχε ειπωθεί από ένα άτομο που αυτή την κουβέντα δεν την είχε ξεστομίσει ίσως ποτέ άλλοτε και, κάτω από την πίεση της ανάγκης, την είχε ψαρέψει από τον αρχέγονο βυθό της γλώσσας, χωρίς να το ψάξει καθόλου, σχεδόν αθέλητα. Έτσι όπως, καμιά φορά, ένας χωρικός, με μια φανταχτερή φράση, που τη διαλέγει ανάμεσα στις τόσες συντετμημένες και φθαρμένες τοπικές εκφράσεις, διατυπώνει μια ξεκάθαρη ηθική άποψη που, από το στόμα κάποιου άλλου δεν θα προκαλούσε έκπληξη, μα απ' το δικό του ξαφνιάζει και μοιάζει σχεδόν απίστευτη. «Σε περιφρονώ»; αυτές οι δύο λέξεις, όπως παρατήρησα με πίκρα, είχαν τον ίδιο, απολύτως αυθεντικό τόνο με τις δύο άλλες, τις τόσο διαφορετικές, που μου είχε πει την πρώτη φορά που μου εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά της: «Σ' αγαπώ».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αλμπέρτο Μοράβια (1907-1990) γεννήθηκε και πέθανε στη Ρώμη, που είναι το σκηνικό των περισσότερων βιβλίων του. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Ιταλίας: ο Μοράβια έγραψε μέσα στο περιβάλλον του μεταπολεμικού ρεαλισμού χωρίς να ταυτιστεί με κανένα λογοτεχνικό κίνημα, δημιουργώντας, μάλλον, ο ίδιος σχολή με το έργο του.
![]() |
|
© Paolo Monti |
Το 1929 εκδόθηκε στο Μιλάνο το πρώτο του μυθιστόρημα, Οι αδιάφοροι, μια ρεαλιστική περιγραφή της μεσαίας τάξης, που έγινε μπεστ σέλερ και αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Ροντ Στάιγκερ. Με τα επόμενα μυθιστορήματά του επιχείρησε να σχολιάσει την κατάσταση των πραγμάτων στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του φασισμού, προκαλώντας το θρησκευτικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής. Η κοινωνική αλλοτρίωση, το σεξ χωρίς αγάπη, η συχνά αξιολύπητη εικόνα του ανδρικού φύλου, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η συναισθηματική ανικανότητα, τα προβλήματα του σύγχρονου ζευγαριού και η απομόνωση αποτελούν μερικούς από τους θεματικούς άξονες στα μυθιστορήματα Αγκοστίνο (1944), Μια γυναίκα από τη Ρώμη (1947), Η ανυπακοή (1948), Ο κονφορμίστας (1951), Η χωριάτισσα (1957), Η πλήξη (1960).
Έγραψε, επίσης, νουβέλες, σενάρια και συλλογές διηγημάτων. Πολλά βιβλία του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο καθώς διακρίνονται από καθαρά «κινηματογραφικές» αρετές: απλό αφηγηματικό στιλ, δυνατή πλοκή, καίριες ψυχολογικές παρατηρήσεις και αυθεντικούς χαρακτήρες.
























