
Για το μυθιστόρημα του Ερίκ Βυϊγιάρ (Éric Vuillard) «Οι ορφανοί: Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ» (μτφρ. Στύλβα Πράσσου, εκδ. Πόλις).
Γράφει η Έλενα Χουζούρη
Ο Γάλλος συγγραφέας και σκηνοθέτης Ερίκ Βυϊγιάρ (Λυών, 1968), μας έχει συστηθεί ήδη με πέντε μυθιστορήματα του, όλα από τις εκδόσεις Πόλις. Συγγραφέας με έντονη συγγραφική προσωπικότητα που συνδυάζει την λιτή αφήγηση, την πυκνότητα του λόγου, την κινηματογραφική ταχύτητα, την δημοσιογραφική παρατήρηση, κυρίως όμως την τολμηρή κοινωνική, πολιτική ματιά, τόσο ως προς την επιλογή των θεμάτων του, όσο και προς την διερεύνηση και αποκάλυψη των ημιφωτισμένων ή παραπλανητικά δοσμένων πλευρών τους.
Θα μπορούσα να πω ότι ο Βυϊγιάρ αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόταση αναφορικά με την σχέση λογοτεχνίας-Ιστορίας-πολιτικής. Το διαπιστώσαμε και σε προηγούμενα μυθιστορήματα, όπως λόγου χάριν στο Μια αξιοπρεπής έξοδος, που αφορούσε την Γαλλική εμπλοκή στην Ινδοκίνα την δεκαετία του 1950. Η πρόσφατη εκδοτική εμφάνιση του Γάλλου συγγραφέα είναι το αφήγημα, σύμφωνα με την ένδειξη της ελληνικής έκδοσης -θα το χαρακτήριζα περισσότερο ως μυθιστορηματική βιογραφία-, Οι ορφανοί – Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ. Δεν είναι η πρώτη φορά, από όσο διαβάζω στο γαλλικό βιογραφικό του, που ο Βυϊγιάρ επιχειρεί να διαβεί τον Ατλαντικό και από την Γαλλία ή τις αποικίες της, όπως ήταν η Ινδοκίνα ή το Κονγκό, να αποβιβαστεί στην περιβόητη ή και διαβόητη αμερικάνικη «Άγρια Δύση» του 19ου αιώνα. Η ανασύνθεση της θρυλικής προσωπικότητας ενός βασικού εκπροσώπου των περιλάλητων «Ανθρώπων των Συνόρων», Μπάφαλο Μπιλ, στο βιβλίο του La tristesse de la terre του χάρισε το βραβείο Goncourt, το 2017.
Και τώρα έφτασε η ώρα να ανασυνθέσει την προσωπογραφία ενός ακόμη μύθου της «Αγριας Δύσης», του Μπίλι δε Κιντ. Συγγραφέας, όπως ήδη είπαμε, με ισχυρή πολιτική συνείδηση και αντίστοιχη οπτική ο Βυϊγιάρ, με έφεση να ανασκαλίζει δύσκολες και εν πολλοίς αποσιωπημένες ή υποφωτισμένες ή και παραπλανητικές ιστορικές σελίδες. Στην περίπτωση, λοιπόν, του Μπίλι δε Κιντ αλλά και σε εκείνη του Μπάφαλο Μπιλ, θεωρώ ότι οι προσωπογραφίες και των δύο, δεν είναι παρά τα αφηγηματικά προσχήματα για να «εισβάλλει» ο Γάλλος συγγραφέας, όπως θα έκαναν και οι παραπάνω ήρωες του, σε αυτήν που δικαίως ονομάστηκε «Άγρια Δύση», να την χαρτογραφήσει εξονυχιστικά, ακολουθώντας με δεξιοτεχνική επιμονή τα ίχνη, αιματηρά συνήθως, όλων εκείνων που περιπλανήθηκαν σε αυτήν, θέτοντας τις πρωταρχικές αξίες της μεγάλης σε έκταση χώρας που ονομάστηκε Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αξίες που είχαν -και εξακολουθούν να έχουν δυστυχώς- ως πυρήνα τους την βία, και τον νόμο της ζούγκλας, σε πιο θεσμοποιημένη μορφή.
Ο Βυϊγιάρ κατανέμει την ιστορία ή τις ιστορίες, θα έλεγα, που μας διηγείται σε δεκαοχτώ υποκεφάλαια, από το πρώτο που μας συστήνει τον Μπίλι, έως τον δέκατο όγδοο που σκοτώνεται. Με την αξιοθαύμαστη λιτότητα, πυκνότητα και κινηματογραφική του ταχύτητα, ο Γάλλος συγγραφέας δεν μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τις σελίδες του ούτε λεπτό, σαν να παρακολουθούμε με αμείωτη ένταση κλασικά γουέστερν, με εντελώς διαφορετική ματιά από εκείνα που πρωταγωνιστούσε ο Τζον Γουαίην. Ας παρακολουθήσουμε όμως τον διαβόητο -«Billy the Kid was a bad man»-, σύμφωνα με τις αμερικάνικες λαικές παραδόσεις, Μπίλι δε Κιντ και την ιστορία του.
Η ζωή του Μπίλι δε Κιντ
Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας ήδη στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του, ο Μπίλι ξεκινάει την ζωή του, στα δεκαεφτά του χρόνια, σκοτώνοντας ήδη κάποιον. Ο επίσημος θρύλος ρίχνει όλο το φταίξιμο στον πάμφτωχο και ορφανό έφηβο, κατατάσσοντάς τον αμέσως στους εκκολαπτόμενους εγκληματίες. Ήταν όμως έτσι; Και εδώ μπαίνει ο Βυϊγιάρ που αρχίζει να ανασκαλεύει και να αναποδογυρίζει τα πράγματα. Διότι, όπως επισημαίνει, δεν πρέπει να αρκεστούμε στους θρύλους που βασίζονται σε μια αμφιλεγόμενη κατάθεση ενός ακόμα πιο αμφιλεγόμενου τύπου, με κάθε άλλο παρά έντιμο και καθαρό πρόσωπο αλλά με ισχυρές διασυνδέσεις με τους λεγόμενους ευυπόληπτους πολίτες της πόλης. Όπως γράφει ο Γάλλος συγγραφέας: «Είναι δεκαεπτά ετών. Είναι ορφανός και όχι ντόπιος. Απέναντί του στέκει σαν μια γροθιά όλη η πόλη, μια ενιαία κερδοσκοπική εταιρεία…».
Για να στήσει την δική του εκδοχή ο Βυϊγιάρ πλησιάζει τον έφηβο με οδηγό την ενσυναίσθηση και την δεδηλωμένη συμπάθεια που τρέφει στους ανθρώπους της τελευταίας κοινωνικής υποστάθμης που από τη γέννηση τους ακόμη είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν. Γιατί μια τέτοια ακριβώς περίπτωση ήταν και ο έτσι κι αλλιώς χαμένος από χέρι, Μπίλι δε Κιντ. Γιατί ακόμα και τα τυπικά βιογραφικά του στοιχεία, πνίγονται στην ασάφεια και στην ανακρίβεια. Έτσι ώστε τόσο ο συγγραφέας όσο και εμείς μαζί του να μην είμαστε σίγουροι αν πράγματι γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1859, στις τρώγλες του Μανχάταν ή του Μπρούκλιν-εδώ ο νους μας τρέχει στην ταινία «Οι συμμορίες της Νέας Υόρκης, την ίδια ακριβώς εποχή-, αν πράγματι η μητέρα του ήταν Ιρλανδή μετανάστρια που η ακραία πείνα την έφερε στην Αμερική, αν υπήρχε σύζυγος και πατέρας, αν το ένα και αν το άλλο, τόσο που ακόμα και οι ποντικοί των αρχείων να μην μπορούν να βγάλουν άκρη και δίνουν αντικρουόμενες πληροφορίες. Ακόμα και το πραγματικό του όνομα τυλίγεται από ένα πέπλο ομίχλης, που υποβοηθάει στη δημιουργία του μύθου: Μπορεί να τον έλεγαν Μακ Κάρτι, μπορεί και Άντριμ, μπορεί όμως και Μπόνευ, μπορεί και Γουίλιαμ ή και Χένρι ή και Μπίλι.
Για τον Γάλλο συγγραφέα, ο desperado είναι η διεφθαρμένη εκδοχή του selfmade, του αυτοδημιούργητου δηλαδή, που θα αποτελέσει την ανάποδη όψη του ίδιου νομίσματος και θα εκπροσωπηθεί από τους λεγόμενους Rubbers barones, που θα πλουτίσουν με επίσης διεφθαρμένους τρόπους αλλά σε αγαστή συμπόρευση με την νόμιμη εξουσία.
Ένα είναι το σίγουρο ότι ο νεαρός δεν είχε πού την κεφαλή κλείναι, ότι ξεκίνησε με μικροκλοπές, και σε πολύ μικρό διάστημα νάτον να εγκολπώνεται όλες τις αξίες και τις απαξίες αυτής, που καθόλου τυχαία, ονομάστηκε «Άγρια Δύση»- τίτλος που μάλλον επάξια συνεχίζει, με πιο σύγχρονους τρόπους να φέρει, έως σήμερα. Γιατί τελικά, όπως και στην περίπτωση του Μπάφαλο Μπιλ, όπως και σε αυτήν του Μπιλι δε Κιντ, καθώς και του άλλου θρυλικού παράνομου, ορφανού και πάμφτωχου επίσης, Τζέσε Έβανς -βλέπουμε την φωτογραφία του στο εξώφυλλο του βιβλίου- και σε όλων εκείνων των desperado που αλώνιζαν με τις συμμορίες τους στον αμερικάνικο Νότο, του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, εκείνο που ενδιαφέρει τον Γάλλο συγγραφέα είναι ακριβώς η ίδια η Άγρια Δύση» που τους έθρεφε, τους χρησιμοποιούσε όταν τους είχε ανάγκη και τους εξολόθρευε όταν επιχειρούσαν, αντί να συνθηκολογήσουν και να περάσουν στην επιτρεπόμενη από τους, έως τότε κρυφούς πάτρωνες τους, νομιμότητα, να επιλέξουν την « ελευθερία» του θανάτου, όπως ο νεαρός Μπιλ δε Κιντ.

Για τον Γάλλο συγγραφέα, ο desperado είναι η διεφθαρμένη εκδοχή του selfmade, του αυτοδημιούργητου δηλαδή, που θα αποτελέσει την ανάποδη όψη του ίδιου νομίσματος και θα εκπροσωπηθεί από τους λεγόμενους Rubbers barones, που θα πλουτίσουν με επίσης διεφθαρμένους τρόπους αλλά σε αγαστή συμπόρευση με την νόμιμη εξουσία. Μέσα στα, μικρής έκτασης – η πολυλογία δεν διακρίνει τον Βυϊγιάρ- δεκαεφτά υποκεφάλαια του βιβλίου, εξαιρετικά ζυγισμένα και δεξιοτεχνικά αλληλοσυνδεδεμένα, αναδύεται καρέ-καρέ ένας ολόκληρος κόσμος, αυτός που αποτέλεσε την βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, από τον αφανισμό των αυτοχθόνων, την εξάπλωση ενός ασυγκράτητου στη βία, αποικισμού, τις συγκρούσεις των συμμοριών στις παρυφές των αμφιλεγόμενων ακόμα συνόρων των νότιων πολιτειών, τις συνεχείς περιπλανήσεις και μετακινήσεις τόσο του νεαρού Μπίλι όσο και των άλλων παράνομων, τις άθλιες συνθήκες ζωής τους, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας που προκαλούσε αυτός ο τρόπος ζωής, πέρα και πάνω από τις επιβαλλόμενες από τις θεσμικές εξουσίες κανονικότητες, στην συνθηκολόγηση κάποιων από αυτούς με την εξουσία και την επιβράβευση τους με το άστρο του σερίφη, κάτι που δεν έκανε ούτε ο Τζέσε Έβανς ούτε ο σύντροφος του στην «ελευθερία» της παρανομίας, Μπίλι δε Κιντ και τελικά το πληρώνουν με την ζωή τους. «Υπήρχαν πολλοί τρόποι να εξαφανιστεί κανείς» γράφει ο συγγραφέας στο υποκεφάλαιο «Νέοι και Φτωχοί»: «Όσοι δεν συμμορφώθηκαν συνέχισαν για ένα διάστημα σκορπίζοντας στην περιοχή μια αόριστη οσμή τρόμου. Πολύ σύντομα θα καταλήξουν όλοι τους κρεμασμένοι, αποκεφαλισμένοι, τουφεκισμένοι, λιντσαρισμένοι…..Με το που ολοκληρώθηκε ο αποικισμός, οι λιγοστοί περιπλανώμενοι καουμπόηδες, κακοποιοί και ληστές έγιναν ανυπόφοροι.».
Ο Γάλλος συγγραφέας υποδύεται ο ίδιος την αφηγηματική φωνή που διηγείται τις «ιστορίες» του βιβλίου του με κορμό αυτήν του νεαρού παράνομου Μπίλι δε Κιντ, υιοθετώντας όμως τον τρόπο της «συνομιλίας» με τους/τις αναγνώστες/αναγνώστριές του, στο πρώτο ή στον δεύτερο πληθυντικό και παρεμβαίνοντας με τα σχόλια του, έτσι ώστε να μας υπενθυμίζει διαρκώς πόσο οι θρύλοι και οι μύθοι της λεγόμενης «Άγριας Δύσης» μπορεί να μην είναι ακριβώς όπως τα επίσημα αρχεία των κρατούντων υποστηρίζουν, αλλά μπορεί να έχουν και εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Και, πρέπει να πω, ότι μέσα και προπαντός πίσω από τα ψιλά γράμματα των διαφορετικών αυτών εκδοχών, ο Βυϊγιάρ κλείνει το μάτι στην σημερινή τραμπική Αμερική, αρκούντως άγρια όσο και η περιβόητη «Άγρια Δύση» του 19ου αιώνα. Η μετάφραση της Στύλβα Πράσσου συντελεί στην απόλαυση του πυκνού, ουσιαστικού και αποκαλυπτικού βιβλίου του Ερίκ Βυϊγιάρ.
*Η ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το βιβλίο της «“Ψυχή ντυμένη αέρα” – Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου: Η μούσα της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ερίκ Βυϊγιάρ γεννήθηκε το 1968 στη Λυών. Σπούδασε νομικά, πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία (με τον Ζακ Ντεριντά). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και μυθιστορήματα και έχει σκηνοθετήσει δύο ταινίες.

Έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με τα βραβεία Franz Hessel (για τα βιβλία Το Κονγκό, La Bataille de l' Occident), Alexandre-Vialatte (για το 14η Ιουλίου και για το σύνολο του έργου του) καθώς και με το Goncourt 2017 για την Ημερήσια διάταξη, που ανακηρύχθηκε καλύτερο βιβλίο της χρονιάς από την Boston Globe. Ο Πόλεμος των φτωχών ήταν στη βραχεία λίστα υποψηφιοτήτων για το βραβείο International Booker.
























