
Για το μυθιστόρημα του Καμέλ Νταούντ (Kamel Daoud) «Ουρί» (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Από το ντοκιμαντέρ «Algeria: Women at war» (1992).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Η «μαύρη δεκαετία» παραμένει ένα τραυματικό και ευαίσθητο θέμα στη σύγχρονη ιστορία της Αλγερίας. Πρόκειται για την περίοδο 1992-2002 όπου υπήρξε ένας απηνής εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της αλγερινής κυβέρνησης και διαφόρων ισλαμιστικών ανταρτικών ομάδων.
Η σύγκρουση ξεκίνησε μετά την ακύρωση των γενικών εκλογών του 1991 από τον στρατό, στις οποίες το ισλαμιστικό κόμμα (FIS - Front islamique du salut) φαινόταν να κερδίζει. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από ακραία βία, σφαγές αμάχων, βομβιστικές επιθέσεις και απαγωγές, διαλύοντας την αλγερινή κοινωνία από τα μέσα. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας.
Η λογοτεχνία και οι τέχνες έχουν καταφέρει να διαχειριστούν τη μνήμη αυτών των αιματηρών γεγονότων, περισσότερο από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καμέλ Νταούντ που τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτή τη χαίνουσα πληγή στο μυθιστόρημά του Ουρί, είδε το βιβλίο του να απαγορεύεται ρητά στη χώρα του, την Αλγερία. Κι όμως, αυτό που δεν κατάλαβαν οι αρνητές του είναι ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν είναι απλώς ένα ακόμη πολιτικό ή ιστορικό αφήγημα γύρω από την αλγερινή «Μαύρη Δεκαετία».
Μορφή μαρτυρίας
Πρόκειται για ένα βιβλίο που επιχειρεί να μετατρέψει τη σιωπή σε γλώσσα και το τραύμα σε μορφή μαρτυρίας. Με όχημα μια γυναικεία φωνή σχεδόν κυριολεκτικά ακρωτηριασμένη, ο Νταούντ συνθέτει ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία της μνήμης, τη μετα-αποικιακή γραφή και την πολιτική αλληγορία.
Ταυτόχρονα, όμως, το βιβλίο εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τα όρια της αναπαράστασης, για τη σχέση συγγραφέα και πραγματικότητας, αλλά και για τη δυνατότητα της λογοτεχνίας να μιλήσει εκ μέρους των τραυματισμένων σωμάτων της Ιστορίας. Ο Νταούντ είχε ήδη απασχολήσει τη διεθνή κριτική με το Μερσώ, ο άλλος ξένος, το βιβλίο που απαντούσε στον Ξένο του Αλμπέρ Καμί δίνοντας όνομα και ιστορία στον ανώνυμο «Άραβα» που δολοφονείται στο κλασικό μυθιστόρημα.
Από τότε, η γραφή του έχει συνδεθεί με μια προσπάθεια επαναδιεκδίκησης της αλγερινής εμπειρίας απέναντι στις αποικιακές αφηγήσεις της Γαλλίας. Στο Ουρί, ωστόσο, ο συγγραφέας μετακινείται από τη μετα-αποικιακή συνομιλία με τον Καμί προς κάτι βαθύτερα εσωτερικό και πιο οδυνηρό: τη βία που άσκησε η ίδια η Αλγερία πάνω στον εαυτό της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της δεκαετίας του 1990.
Αφωνία
Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, η Αυγή, είναι επιζήσασα μιας σφαγής ισλαμιστών. Όταν ήταν παιδί, είδε την οικογένειά της να δολοφονείται και η ίδια επέζησε έχοντας δεχτεί μια βαθιά τομή στον λαιμό. Η πληγή αυτή τής στέρησε σχεδόν ολοκληρωτικά τη φωνή. Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό ότι η σωματική της κατάσταση λειτουργεί συμβολικά: δεν είναι απλώς μια τραυματισμένη γυναίκα· είναι η ίδια η τραυματισμένη μνήμη της Αλγερίας. Το σώμα της αποτελεί αρχείο βίας, μια ανοιχτή ουλή που αντιστέκεται στην κρατική λήθη.
Αυτή η συνομιλία με ένα πλάσμα που δεν έχει ακόμη γεννηθεί μετατρέπει το μυθιστόρημα σε έναν στοχασμό πάνω στη συνέχεια της ιστορίας: τι σημαίνει να φέρεις ένα παιδί σε έναν κόσμο όπου το παρελθόν παραμένει ανομολόγητο;
Η επιλογή του Νταούντ να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από έναν σχεδόν εσωτερικό μονόλογο προσδίδει στο βιβλίο μια υπνωτική, σχεδόν ποιητική ατμόσφαιρα. Η Αυγή απευθύνεται διαρκώς στο αγέννητο παιδί της – την «ουρί», όπως το αποκαλεί, παραπέμποντας ευθέως στην ισλαμική παράδοση. Αυτή η συνομιλία με ένα πλάσμα που δεν έχει ακόμη γεννηθεί μετατρέπει το μυθιστόρημα σε έναν στοχασμό πάνω στη συνέχεια της ιστορίας: τι σημαίνει να φέρεις ένα παιδί σε έναν κόσμο όπου το παρελθόν παραμένει ανομολόγητο; Πώς μπορεί να υπάρξει μέλλον όταν η κοινωνία έχει οικοδομηθεί πάνω στη σιωπή;
Η σύγκρουση
Εδώ βρίσκεται και ο βασικός άξονας του έργου: η σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη και την επίσημη λήθη. Μετά τον αλγερινό εμφύλιο, το κράτος προώθησε μια πολιτική «εθνικής συμφιλίωσης» που στην πράξη σήμαινε αμνησία. Οι δράστες επανεντάχθηκαν στην κοινωνία, τα εγκλήματα έμειναν ατιμώρητα και η δημόσια συζήτηση για τη δεκαετία του τρόμου περιορίστηκε δραστικά. Ο Νταούντ παρουσιάζει αυτή τη συλλογική αποσιώπηση ως δεύτερη μορφή βίας. Οι επιζώντες δεν κουβαλούν μόνο το τραύμα της σφαγής· κουβαλούν και το βάρος μιας κοινωνίας που τους ζητά να σωπάσουν για να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει.
Σε ορισμένα σημεία, το μυθιστόρημα μοιάζει περισσότερο με παραληρηματική προσευχή παρά με γραμμική αφήγηση. Αυτή η αισθητική επιλογή συνδέεται άμεσα με το περιεχόμενο: το τραύμα δεν αφηγείται ποτέ καθαρά. Επιστρέφει αποσπασματικά, σαν εφιάλτης.
Ο Νταούντ επιχειρεί να γράψει εκεί ακριβώς όπου το κράτος επιβάλλει σιωπή. Πράγματι, το βιβλίο λειτουργεί σαν μια λογοτεχνική αντι-μαρτυρία απέναντι στην επίσημη ιστορία. Δεν ενδιαφέρεται τόσο να καταγράψει γεγονότα όσο να αναμετρηθεί με αυτό που παραμένει αδιατύπωτο. Αυτό εξηγεί και τον έντονα ποιητικό χαρακτήρα της γραφής.
Η γλώσσα
Ο Νταούντ δεν γράφει ρεαλιστικά με την παραδοσιακή έννοια. Η γλώσσα του είναι θραυσματική, γεμάτη εικόνες αίματος, σκόνης, ζώων, θρησκευτικών συμβόλων και σωμάτων που διαλύονται. Σε ορισμένα σημεία το μυθιστόρημα μοιάζει περισσότερο με παραληρηματική προσευχή παρά με γραμμική αφήγηση. Αυτή η αισθητική επιλογή συνδέεται άμεσα με το περιεχόμενο: το τραύμα δεν αφηγείται ποτέ καθαρά. Επιστρέφει αποσπασματικά, σαν εφιάλτης.
Η σχέση του βιβλίου με το γυναικείο σώμα είναι επίσης καθοριστική. Η Αυγή δεν παρουσιάζεται μόνο ως πολιτικό σύμβολο αλλά και ως γυναίκα παγιδευμένη ανάμεσα στην επιθυμία για ζωή και στον φόβο της αναπαραγωγής της βίας. Το σώμα της είναι ταυτόχρονα πεδίο επιβίωσης και φυλακή. Η εγκυμοσύνη της μετατρέπεται σε ηθικό δίλημμα: έχει δικαίωμα να φέρει στον κόσμο ένα κορίτσι σε μια κοινωνία που συνεχίζει να γεννά βία, θρησκευτικό φανατισμό και καταπίεση;
Κριτική
Σε αυτό το σημείο, ο Νταούντ αγγίζει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία του έργου του: τη σκληρή του κριτική απέναντι στον ισλαμισμό αλλά και απέναντι σε ευρύτερες όψεις της αλγερινής κοινωνίας. Ο συγγραφέας έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι απευθύνεται περισσότερο στο γαλλικό κοινό παρά στους ίδιους τους Αλγερινούς, παρουσιάζοντας μια εικόνα της Αλγερίας που επιβεβαιώνει δυτικά στερεότυπα γύρω από το Ισλάμ και την αραβική κοινωνία.
Ο Νταούντ δεν παρουσιάζει την Αυγή ως φορέα βεβαιοτήτων, αλλά ως ύπαρξη διχασμένη. Θέλει να θυμηθεί και ταυτόχρονα να ξεχάσει. Θέλει να μιλήσει, αλλά αδυνατεί κυριολεκτικά να αρθρώσει λόγο.
Πράγματι, στο Ουρί οι θρησκευτικές μορφές εμφανίζονται συχνά απειλητικές, σκοτεινές ή υποκριτικές, ενώ η κοινωνία μοιάζει διαποτισμένη από πατριαρχική βία. Αυτή η διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ορισμένοι Αλγερινοί διανοούμενοι και αναγνώστες αντιμετώπισαν το βιβλίο με καχυποψία, θεωρώντας ότι ο Νταούντ εργαλειοποιεί το τραύμα του εμφυλίου για να ενισχύσει ένα κοσμικό, αντι-ισλαμικό αφήγημα που βρίσκει ευήκοα ώτα στη Γαλλία. Οι αντιδράσεις αυτές δείχνουν πόσο βαθιά πολιτικοποιημένη είναι η πρόσληψη του έργου του.
Ο Νταούντ δεν είναι απλώς μυθιστοριογράφος· είναι δημόσιος διανοούμενος που παρεμβαίνει συστηματικά σε ζητήματα θρησκείας, ταυτότητας και κοσμικότητας. Επομένως, η λογοτεχνία του διαβάζεται πάντοτε και πολιτικά. Ωστόσο, θα ήταν απλουστευτικό να περιορίσει κανείς το Ουρί σε μια ιδεολογική θέση. Η μεγάλη δύναμη του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στην αμφισημία του. Ο Νταούντ δεν παρουσιάζει την Αυγή ως φορέα βεβαιοτήτων, αλλά ως ύπαρξη διχασμένη. Θέλει να θυμηθεί και ταυτόχρονα να ξεχάσει. Θέλει να μιλήσει, αλλά αδυνατεί κυριολεκτικά να αρθρώσει λόγο. Επιθυμεί να ζήσει, ενώ νιώθει ότι η ζωή της έχει ήδη τελειώσει από παιδί. Αυτή η υπαρξιακή διάσταση φέρνει τον Νταούντ πιο κοντά στον Καμί απ’ όσο ίσως ο ίδιος θα παραδεχόταν.
Το νόημα
Όπως στον Ξένο, έτσι και εδώ το κεντρικό ερώτημα αφορά τη δυνατότητα νοήματος μέσα σε έναν κόσμο βίας και παραλογισμού. Μόνο που ο Νταούντ μετατοπίζει το πρόβλημα από το φιλοσοφικό στο ιστορικό επίπεδο. Η Αυγή δεν αντιμετωπίζει ένα αφηρημένο υπαρξιακό κενό· αντιμετωπίζει την κατάρρευση μιας κοινωνίας που αδυνατεί να πενθήσει τους νεκρούς της. Το παράλογο δεν είναι μεταφυσικό, αλλά πολιτικό.
Η σιωπή μετατρέπεται έτσι σε πολιτική μεταφορά. Η Αλγερία του Ουρί είναι μια χώρα γεμάτη ανθρώπους που έχουν ιστορίες να διηγηθούν αλλά κανείς δεν θέλει πραγματικά να τις ακούσει.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η λειτουργία της σιωπής μέσα στο μυθιστόρημα. Η πρωταγωνίστρια μιλά συνεχώς εσωτερικά, όμως προς τα έξω σχεδόν δεν ακούγεται. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί μια βαθιά ειρωνεία: ο αναγνώστης έχει πρόσβαση σε έναν πλούσιο εσωτερικό κόσμο που η κοινωνία αδυνατεί να ακούσει. Η σιωπή μετατρέπεται έτσι σε πολιτική μεταφορά. Η Αλγερία του Ουρί είναι μια χώρα γεμάτη ανθρώπους που έχουν ιστορίες να διηγηθούν αλλά κανείς δεν θέλει πραγματικά να τις ακούσει.
Η δημόσια συζήτηση
Το πιο σύνθετο ζήτημα που περιβάλλει το Ουρί αφορά αναμφίβολα τις κατηγορίες ότι ο Νταούντ χρησιμοποίησε στοιχεία από την αληθινή ζωή μιας γυναίκας χωρίς συναίνεση. Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε δεν περιορίστηκε στη νομική διάσταση· άγγιξε τον ίδιο τον πυρήνα της λογοτεχνικής δημιουργίας.
Ο Νταούντ φαίνεται να υποστηρίζει ότι η λογοτεχνία δεν θεραπεύει το τραύμα· μπορεί όμως να εμποδίσει την εξαφάνισή του. Σε μια κοινωνία που οικοδομείται πάνω στη λήθη, η αφήγηση γίνεται πράξη μνήμης και, επομένως, πράξη πολιτική.
Μπορεί ένας συγγραφέας να μετασχηματίζει τον πόνο άλλων σε τέχνη; Πού τελειώνει η έμπνευση και πού αρχίζει η εκμετάλλευση; Το γεγονός ότι το Ουρί πραγματεύεται ακριβώς τη φίμωση των θυμάτων καθιστά αυτή τη διαμάχη ακόμη πιο ειρωνική και ηθικά αμήχανη.
Παρά τη σκοτεινότητά του, το βιβλίο δεν είναι εντελώς απαισιόδοξο. Η ίδια η πράξη της αφήγησης λειτουργεί ως μορφή αντίστασης. Η Αυγή μπορεί να μη διαθέτει φωνή με τη συμβατική έννοια, αλλά το μυθιστόρημα της προσφέρει χώρο ύπαρξης. Ο Νταούντ φαίνεται να υποστηρίζει ότι η λογοτεχνία δεν θεραπεύει το τραύμα· μπορεί όμως να εμποδίσει την εξαφάνισή του. Σε μια κοινωνία που οικοδομείται πάνω στη λήθη, η αφήγηση γίνεται πράξη μνήμης και, επομένως, πράξη πολιτική.
Το επείγον
Ο Νταούντ γράφει με την αίσθηση του επείγοντος, σαν να φοβάται ότι οι νεκροί της Αλγερίας θα χαθούν οριστικά αν δεν μετατραπούν άμεσα σε λέξεις. Η λογοτεχνία του δεν αναζητά την ουδετερότητα· επιδιώκει τη σύγκρουση με την ιστορία, με την πολιτική, με τη θρησκεία και με την ίδια τη μνήμη. Μας υπενθυμίζει ότι υπάρχουν τραύματα τα οποία δεν τελειώνουν όταν σταματά ο πόλεμος. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στα σώματα, στις οικογένειες, στις γλώσσες και στις σιωπές των ανθρώπων. Η Αυγή κουβαλά στον λαιμό της μια ουλή που μοιάζει με δεύτερο στόμα – ένα στόμα που δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά δεν παύει να απαιτεί να ακουστεί.
Μέσα από αυτή την εικόνα, ο Νταούντ κατορθώνει να συμπυκνώσει ολόκληρη τη φιλοσοφία του μυθιστορήματος: η μνήμη μπορεί να είναι πληγή, αλλά η λήθη είναι πάντοτε πιο επικίνδυνη. Κατόπιν όλων αυτών, είναι λογικό και επόμενο η επιτροπή του σημαντικού Βραβείου Γκονκούρ προέκριναν το Ουρί ως το καλύτερο το 2024.
Φευ, το ίδιο αναμενόμενες ήταν και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν στην Αλγερία με την έκδοση του βιβλίου. Όσο για την ελληνική έκδοση, ο Γιάννης Στρίγκος μάς παρέδωσε μια άρτια μετάφραση μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο το κενό που άφησε πίσω του με την αδόκητη εκδημία του.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Γεννηµένος το 1970 στο Μοσταγκανέµ της Αλγερίας, ο Καµέλ Νταούντ υπήρξε για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια ο πιο πολυδιαβασµένος δηµοσιογράφος και χρονικογράφος της γαλλόφωνης εφηµερίδας Le Quotidien d’Oran. Από το 2023 ζει στο Παρίσι, αυτοεξόριστος από τη χώρα καταγωγής του για πολιτικούς λόγους.

Το πρώτο του µυθιστόρηµα, Μερσώ, ο άλλος ξένος (2013, Εκδ. Πατάκη, 2016, µτφρ. Γιάννης Στρίγκος), απέσπασε στη Γαλλία το βραβείο Goncourt µυθιστορήµατος πρωτοεµφανιζόµενου συγγραφέα και µεταφράστηκε σε 35 γλώσσες. Το 2014 τιµήθηκε για το ίδιο βιβλίο µε το βραβείο Francois Mauriac, που απονέµεται από τη Γαλλική Ακαδηµία, καθώς και µε το Βραβείο των Πέντε Ηπείρων της Γαλλοφωνίας.
Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν επίσης τα µυθιστορήματά του Ζαµπόρ ή Οι ψαλµοί (2017, Εκδόσεις Πατάκη, 2021, µτφρ. Γιάννης Στρίγκος) και Ουρί (2024, Εκδόσεις Πατάκη, 2026, µτφρ. Γιάννης Στρίγκος), το οποίο και απέσπασε το βραβείο Goncourt.
























