
Για το μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια (Alberto Moravia) «Ο κονφορμίστας» (μτφρ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα). Εικόνα: Ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν πρωταγωνιστής στην ομότιτλη κινηματογραφική μεταφορά του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι του 1970.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Όσο το βαθύ φαντασιακό των δυτικών κοινωνιών θεωρεί την ετερογένεια, τη διαφορετικότητα ή την απόκλιση ως στοιχεία επικινδύνως αναπτυσσόμενα εντός της, τόσο η ομοιοτυπία και η κανονικότητα θα υποσκάπτουν τα θεμέλια. Ο Αλμπέρτο Μοράβια γράφει τον Κονφορμίστα το 1951, με την ιταλική κοινωνία να προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω της τη φασιστική περίοδο του Μουσολίνι, τη βαριά ήττα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και να οδεύσει στο μέλλον σε σαφώς πιο «κανονικά» ύδατα.
Σε εκείνη τη μεταιχμιακή περίοδο ο Μοράβια γράφει ένα από τα πλέον διεισδυτικά και ανησυχητικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, καθώς δεν περιορίζεται σε μια απλή πολιτική καταγγελία του φασισμού, αλλά προχωρά βαθύτερα, εξερευνώντας τις ψυχολογικές και υπαρξιακές ρίζες της ανθρώπινης συμμόρφωσης.
Ο Μαρτσέλο
Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται ο Μαρτσέλο Κλέριτσι, ένας άνθρωπος που δεν επιδιώκει δύναμη, ιδεολογική κυριαρχία ή ηρωισμό· επιδιώκει κάτι πολύ πιο συνηθισμένο και ταυτόχρονα πολύ πιο επικίνδυνο: να είναι «κανονικός». Από τα πρώτα στάδια της ζωής του, στιγματίζεται από ένα τραυματικό γεγονός που τον ακολουθεί σαν σκιά. Ως παιδί, πιστεύει ότι σκότωσε έναν άντρα που επιχείρησε να τον αποπλανήσει.
Είτε το γεγονός αυτό συνέβη ακριβώς όπως το θυμάται είτε όχι, η επίδρασή του είναι καθοριστική. Δημιουργεί μέσα του ένα αίσθημα ενοχής και μια βαθιά πεποίθηση ότι είναι διαφορετικός, ίσως και διεστραμμένος. Αυτή η πεποίθηση δεν λειτουργεί απλώς ως τραύμα, αλλά ως θεμέλιο της ταυτότητάς του. Ολόκληρη η μετέπειτα ζωή του οργανώνεται γύρω από την ανάγκη να καταπνίξει αυτή τη διαφορετικότητα και να ενσωματωθεί πλήρως σε ένα πρότυπο κοινωνικής κανονικότητας.
Η ανάγκη του ανήκειν
Η ανάγκη του ανήκειν εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Επιλέγει έναν γάμο που δεν βασίζεται στο πάθος ή στην ουσιαστική σύνδεση, αλλά στη σταθερότητα και την κοινωνική αποδοχή. Η σύζυγός του, η Τζούλια, αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό: την απλότητα, τη συμβατικότητα, την έλλειψη βάθους που, στα μάτια του Μαρτσέλο, εγγυάται μια «φυσιολογική» ζωή. Δεν την αγαπά πραγματικά· τη χρειάζεται. Είναι το μέσο για να αποδείξει στον εαυτό του και στους άλλους ότι ανήκει κάπου.
Ο Μαρτσέλο δεν είναι φανατικός ούτε πολιτικά συνειδητοποιημένος. Αντιθέτως, η προσχώρησή του στον φασισμό είναι μια πράξη προσαρμογής.
Ωστόσο, η πιο καθοριστική του επιλογή είναι η ένταξή του στο φασιστικό καθεστώς. Η απόφαση αυτή δεν προκύπτει από ιδεολογική πίστη. Ο Μαρτσέλο δεν είναι φανατικός ούτε πολιτικά συνειδητοποιημένος. Αντιθέτως, η προσχώρησή του στον φασισμό είναι μια πράξη προσαρμογής. Το καθεστώς προσφέρει σαφείς κανόνες, ιεραρχία, σταθερότητα και, κυρίως, μια αίσθηση συλλογικής ταυτότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Μαρτσέλο μπορεί να χαθεί, να πάψει να είναι «ιδιαίτερος» και να γίνει μέρος ενός συνόλου.
Η πλοκή κορυφώνεται όταν του ανατίθεται μια αποστολή: να συμβάλει στη δολοφονία ενός πρώην καθηγητή του, ο οποίος έχει καταφύγει στο Παρίσι και αντιτίθεται στο καθεστώς. Το ταξίδι αυτό λειτουργεί ως καταλύτης.
Στο Παρίσι
Στο Παρίσι, ο Μαρτσέλο έρχεται σε επαφή με έναν διαφορετικό κόσμο, πιο ελεύθερο, πιο αυθεντικό, αλλά και πιο επικίνδυνο για την ψυχική του ισορροπία. Εκεί γνωρίζει τη σύζυγο του καθηγητή, την Άννα, μια γυναίκα που ενσαρκώνει ό,τι ο ίδιος καταπιέζει: την ελευθερία, τη ρευστότητα της ταυτότητας, την ερωτική ένταση χωρίς περιορισμούς. Η σχέση του με την Άννα είναι σύνθετη και αντιφατική. Από τη μία πλευρά, έλκεται έντονα από αυτήν, όχι μόνο ερωτικά αλλά και υπαρξιακά. Αντιπροσωπεύει μια ζωή που θα μπορούσε να ζήσει, αν τολμούσε να αποδεχτεί την αβεβαιότητα και την ελευθερία. Από την άλλη, η παρουσία της τον απειλεί, γιατί κλονίζει την εύθραυστη κατασκευή της «κανονικότητάς» του. Έτσι, η έλξη συνυπάρχει με τον φόβο, και η επιθυμία με την ανάγκη απόρριψης.
Αυτή η παθητικότητα είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του χαρακτήρα του. Δεν είναι ότι επιλέγει ενεργά το κακό με τη μορφή της σαδιστικής πρόθεσης. Επιλέγει να μην επιλέξει.
Η κορύφωση του έργου έρχεται με τη σκηνή της δολοφονίας. Ο Μαρτσέλο βρίσκεται παρών, σε θέση να επέμβει, να αποτρέψει το έγκλημα ή έστω να αντιδράσει. Όμως δεν το κάνει. Παραμένει παθητικός. Αυτή η παθητικότητα είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του χαρακτήρα του. Δεν είναι ότι επιλέγει ενεργά το κακό με τη μορφή της σαδιστικής πρόθεσης. Επιλέγει να μην επιλέξει. Και αυτή ακριβώς η άρνηση της ευθύνης τον καθιστά συνένοχο.
Το τέλος του μυθιστορήματος είναι εξίσου αποκαλυπτικό. Μετά την πτώση του φασισμού, το κοινωνικό πλαίσιο αλλάζει ριζικά. Εκεί που πριν η συμμόρφωση σήμαινε πίστη στο καθεστώς, τώρα σημαίνει αποστασιοποίηση από αυτό. Ο Μαρτσέλο, ωστόσο, δεν βιώνει κάποια εσωτερική μεταμόρφωση. Απλώς προσαρμόζεται ξανά. Η στάση του αποδεικνύει ότι δεν είχε ποτέ πραγματικές πεποιθήσεις· είχε μόνο την ανάγκη να ανήκει.
Ταυτότητα και «κακό»
Σε μια κρίσιμη στιγμή, συναντά τον άντρα που πίστευε ότι είχε σκοτώσει ως παιδί, ζωντανό. Αυτή η αποκάλυψη έχει τεράστιες συνέπειες. Το τραύμα που είχε χρησιμοποιήσει ως εξήγηση για την «απόκλισή» του αποδεικνύεται αμφίβολο. Καταρρέει έτσι το αφήγημα πάνω στο οποίο είχε οικοδομήσει την ταυτότητά του. Αν όμως δεν ήταν ποτέ «διαφορετικός» με τον τρόπο που πίστευε, τότε τι δικαιολογεί τις πράξεις του; Αντί να αντιμετωπίσει αυτό το ερώτημα, ο Μαρτσέλο επιλέγει μια άλλη οδό: μεταθέτει την ευθύνη. Κατηγορεί άλλους, προβάλλει το κακό έξω από τον εαυτό του, προσπαθεί να διατηρήσει μια εικόνα αθωότητας. Αυτή η στάση αποκαλύπτει την αδυναμία του να αναλάβει ευθύνη και να αποκτήσει αυτογνωσία. Παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν μηχανισμό αυτοεξαπάτησης.
Παράλληλα, το μυθιστόρημα προσεγγίζει το ζήτημα του κακού με έναν ιδιαίτερα ανησυχητικό τρόπο. Ο Μαρτσέλο δεν είναι ένα «τέρας». Δεν αντλεί ευχαρίστηση από τη βία ούτε καθοδηγείται από μίσος. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, με φόβους, ανασφάλειες και ανάγκη αποδοχής.
Σε φιλοσοφικό επίπεδο, το έργο θέτει κρίσιμα ερωτήματα για τη φύση της ταυτότητας. Ο Μαρτσέλο δεν διαθέτει έναν σταθερό, εσωτερικό πυρήνα. Αντίθετα, η ταυτότητά του είναι ρευστή και εξαρτάται από τις κοινωνικές συνθήκες. Υιοθετεί ρόλους, προσαρμόζεται σε προσδοκίες, αλλά δεν φαίνεται να έχει μια αυθεντική σχέση με τον εαυτό του. Αυτό εγείρει το ερώτημα κατά πόσο η ταυτότητα είναι κάτι δεδομένο ή κάτι που κατασκευάζεται μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση.
Παράλληλα, το μυθιστόρημα προσεγγίζει το ζήτημα του κακού με έναν ιδιαίτερα ανησυχητικό τρόπο. Ο Μαρτσέλο δεν είναι ένα «τέρας». Δεν αντλεί ευχαρίστηση από τη βία ούτε καθοδηγείται από μίσος. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, με φόβους, ανασφάλειες και ανάγκη αποδοχής. Το κακό, στην περίπτωσή του, προκύπτει από την απουσία σκέψης, από την άρνηση της ευθύνης και από την προθυμία να υπακούσει χωρίς να αμφισβητήσει. Αυτή η ιδέα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, γιατί υπονοεί ότι το κακό δεν είναι πάντα κάτι εξαιρετικό, αλλά μπορεί να προκύψει από την καθημερινή ανθρώπινη αδυναμία.
Ένα ακόμη βασικό θέμα είναι η ελευθερία. Για τον Μαρτσέλο, η ελευθερία δεν είναι επιθυμητή. Αντίθετα, είναι τρομακτική, γιατί συνεπάγεται επιλογή και ευθύνη. Η συμμόρφωση, όσο περιοριστική κι αν είναι, του προσφέρει ασφάλεια. Μέσα σε ένα σύστημα κανόνων, δεν χρειάζεται να αποφασίσει· αρκεί να υπακούσει. Έτσι, η υποταγή γίνεται μια μορφή προστασίας από το άγχος της ελευθερίας.
Ψέματα
Τέλος, το έργο αναδεικνύει τη δύναμη της αυτοεξαπάτησης. Ο Μαρτσέλο δεν λέει απλώς ψέματα στους άλλους· λέει ψέματα στον εαυτό του. Αναδιαμορφώνει τις αναμνήσεις του, κατασκευάζει αφηγήσεις που τον δικαιολογούν και αποφεύγει κάθε επώδυνη αλήθεια. Αυτή η ικανότητα να ζει μέσα σε μια ψευδαίσθηση είναι που του επιτρέπει να συνεχίζει χωρίς να καταρρέει ψυχικά.

Ο Κονφορμίστας δεν είναι απλώς μια ιστορία για έναν άνθρωπο μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Είναι μια βαθιά μελέτη της ανθρώπινης φύσης και των μηχανισμών που μπορούν να οδηγήσουν ένα άτομο να θυσιάσει την ηθική του για την αποδοχή. Το πιο ανησυχητικό μήνυμα του έργου δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Μαρτσέλο, αλλά ότι τα χαρακτηριστικά του (η ανάγκη για αποδοχή, ο φόβος της διαφορετικότητας, η τάση για προσαρμογή) είναι σε κάποιο βαθμό αναγνωρίσιμα σε όλους. Κάτι που στις μέρες μας γίνεται ολοένα και πιο έκδηλο.
Στον κινηματογράφο
Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο από τον Ιταλό auteur Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, το 1970. Σε αντίθεση με τον Μοράβια, που εστιάζει περισσότερο στην ψυχολογική ανάλυση του ήρωα, ο Μπερτολούτσι ρίχνει φως στην αισθητική και πολιτική ερμηνεία της ιστορίας. Δύο προσεγγίσεις που μπορεί φαινομενικά να διαφέρουν, εντούτοις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οδηγούνται σε κοινές παραδοχές. Πολύ καλή η μετάφραση του Σταύρου Παπασταύρου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αλμπέρτο Μοράβια (1907-1990) γεννήθηκε και πέθανε στη Ρώμη, που είναι το σκηνικό των περισσότερων βιβλίων του. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Ιταλίας: ο Μοράβια έγραψε μέσα στο περιβάλλον του μεταπολεμικού ρεαλισμού χωρίς να ταυτιστεί με κανένα λογοτεχνικό κίνημα, δημιουργώντας, μάλλον, ο ίδιος σχολή με το έργο του.
![]() |
|
© Paolo Monti |
Το 1929 εκδόθηκε στο Μιλάνο το πρώτο του μυθιστόρημα, Οι αδιάφοροι, μια ρεαλιστική περιγραφή της μεσαίας τάξης, που έγινε μπεστ σέλερ και αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Ροντ Στάιγκερ. Με τα επόμενα μυθιστορήματά του επιχείρησε να σχολιάσει την κατάσταση των πραγμάτων στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του φασισμού, προκαλώντας το θρησκευτικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής. Η κοινωνική αλλοτρίωση, το σεξ χωρίς αγάπη, η συχνά αξιολύπητη εικόνα του ανδρικού φύλου, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η συναισθηματική ανικανότητα, τα προβλήματα του σύγχρονου ζευγαριού και η απομόνωση αποτελούν μερικούς από τους θεματικούς άξονες στα μυθιστορήματα Αγκοστίνο (1944), Μια γυναίκα από τη Ρώμη (1947), Η ανυπακοή (1948), Ο κονφορμίστας (1951), Η χωριάτισσα (1957), Η πλήξη (1960).
Έγραψε, επίσης, νουβέλες, σενάρια και συλλογές διηγημάτων. Πολλά βιβλία του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο καθώς διακρίνονται από καθαρά «κινηματογραφικές» αρετές: απλό αφηγηματικό στιλ, δυνατή πλοκή, καίριες ψυχολογικές παρατηρήσεις και αυθεντικούς χαρακτήρες.
























