
Για το μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο (Don DeLillo) «Λευκός θόρυβος» (μτφρ. Πέτρος Αμπατζόγλου, εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την ομότιτλη κινηματογραφική διασκευή του Νόα Μπάουμπακ.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Διάβασα το μεταμοντέρνο, ειρωνικό και ουσιώδες μυθιστόρημα White noise, μεταφρασμένο ως Λευκός θόρυβος, γραμμένο το 1984 από τον στοχαστικό και οξυδερκή Αμερικανό πεζογράφο Ντον ΝτεΛίλο, από τις εκδόσεις Εστία, σε καλή μετάφραση του λογοτέχνη Πέτρου Αμπατζόγλου. Το Λευκός θόρυβος είναι ένα από τα σημαντικότερα και καθοριστικότερα μυθιστορήματα στο συνολικό έργο του Ντον ΝτεΛίλο, που δημοσιεύτηκε το 1985 και θεωρείται ένα από τα κεντρικά έργα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Το βιβλίο τιμήθηκε με National Book Award και θεωρείται το έργο που έκανε ευρέως γνωστό τον ΝτεΛίλο στο παγκόσμιο κοινό.
Το βιβλίο προέβλεψε τον ρόλο των ΜΜΕ και της τεχνολογίας στην καλλιέργεια του φόβου. Παραμένει επίκαιρο στην εποχή της υπερπληροφόρησης, της εξάπλωσης και κυριαρχίας των ΜΜΕ, των τεχνολογικών εφευρέσεων όπως η τηλεόραση και της τεχνητής φαρμακευτικής «ευτυχίας», της εποχής του ευρέως διαδεδομένου στις ΗΠΑ, αντικαταθλιπτικού Prozac («χάπι της ευτυχίας»).
Σε γενικές γραμμές, το Λευκός θόρυβος είναι ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που συνδυάζει χιούμορ, φιλοσοφική ανάλυση και κοινωνική κριτική προκειμένου να εξερευνήσει πώς η σύγχρονη ζωή μετατρέπει τον φόβο του θανάτου και τις υπαρξιακές ανησυχίες σε έναν συνεχώς επαναλαμβανόμενο «θόρυβο» μέσα μας και γύρω μας. Στο λογοτεχνικό πόνημα του ΝτεΛίλο συναντάμε την ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ. Παρά τα βαριά θέματα που θίγει, το βιβλίο είναι βαθιά σατιρικό, περιγελά την ακαδημαϊκή γελοιότητα, την ψευδοεπιστημονική γλώσσα και τις τυπικές και μηχανικές «τελετουργίες» της καθημερινότητας.
Ο Τζακ Γκλάντνεϊ, καθηγητής «χιτλερικών σπουδών»
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα διαδραματίζεται στη σύγχρονη -με τη δεκαετία του 1980- αμερικανική επαρχιακή κοινωνία και παρακολουθεί τη ζωή του καθηγητή Τζακ Γκλάντνεϊ. Ο καθηγητής είναι ο κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής της πρωτοπρόσωπης διήγησης του μυθιστορήματος, ένας καθηγητής των πρωτότυπων και σπάνιων «χιτλερικών σπουδών» που έχει εγκαινιάσει ο Γκλάντνεϊ σε ένα μεσοδυτικό μικρό πανεπιστήμιο της Αμερικής, όπου διδάσκει. Ο Τζακ Γκλάντνεϊ έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό πεδίο γύρω από τον Χίτλερ, παρότι δεν μιλά γερμανικά. Φοράει ακαδημαϊκή τήβεννο και σκούρα γυαλιά για να ενισχύει το κύρος του. Η ακαδημαϊκή γνώση που προσφέρει παρουσιάζεται ως θέαμα.
(...) ο ΝτεΛίλο ζωγραφίζει έναν κόσμο κορεσμένο από πληροφορία, τον «λευκό θόρυβο» της ανησυχητικής, παράξενης, μοντέρνας καθημερινότητας.
Ζει με τη σύζυγό του, Μπαμπέτ, και τα τέσσερα παιδιά τους, σαν μια τυπική προαστιακή οικογένεια που αντιμετωπίζει καθημερινά προβλήματα, υπαρξιακά, πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα, και αργότερα μια οικολογική κρίση. Από τα παιδιά τους παίζουν καθοριστικό ρόλο τα μεγαλύτερα, ο πανέξυπνος Χάινριχ και η φιλοπερίεργη Ντενίζ. Άλλο βασικό πρόσωπο είναι ο Εβραίος φίλος και πρωτότυπος, στοχαστικός συνάδελφος του Τζακ στο Πανεπιστήμιο, Μάρρεϋ. Μέσα από την οικογένεια του Τζακ και της Μπαμπέτ, την επίδραση των ΜΜΕ, την υπερκατανάλωση και το άγχος του θανάτου, ο ΝτεΛίλο ζωγραφίζει έναν κόσμο κορεσμένο από πληροφορία, τον «λευκό θόρυβο» της ανησυχητικής, παράξενης, μοντέρνας καθημερινότητας. Τα σπίτια είναι γεμάτα ραδιοκύματα και ακτινοβολίες.
Ο καταναλωτισμός και τα μποντριγιαρικά ομοιώματα
Ο καταναλωτισμός δίνει και παίρνει: κομφόρ, μηχανήματα, αξεσουάρ, τραπεζικές κάρτες, πολλά προϊόντα, αθλητικά ρούχα, φόρμες και ανθεκτικές στολές προστασίας για σώματα ειδικών επιχειρήσεων, διαφημιστικά φυλλάδια, κουπόνια, λοταρίες, φόρμες διαγωνισμών, λαϊκά, κίτρινα, φτηνά περιοδικά, ραδιόφωνα, κομπιούτερ, αυτοκίνητα που συγκρούονται ή όχι, ελικόπτερα, ιπτάμενοι δίσκοι (!), πλυντήρια και στεγνωτήρες ρούχων, ανεμιστήρες, τοστιέρες, τηλεοράσεις, μετεωρολόγοι, αδιάκοπες πληροφορίες. αγορασμένα καταναλωτικά αντικείμενα κάθε είδους, «κουρασμένα πράγματα», δηλαδή αντικείμενα, διάφορες τροφές, κατεψυγμένες και φρέσκες, μπουκάλια, εντομοκτόνα, σακούλες, σκουπίδια, οικιακοί ηλεκτρικοί κομποστοποιητές, σκουπιδοφάγοι. Και πολλές αγορές από σούπερ μάρκετ με πλούσια χρώματα, φώτα, μουσικές και μυρωδιές. «Το σπίτι ήταν ένας κιτρινισμένος λαβύρινθος, παλιών και κουρασμένων πραγμάτων. Είχε συσσωρευτεί ένα πλήθος, ένας υπερβολικός όγκος, μια σχέση, μια θνησιμότητα έρπουσα αμείλικτα μες στα δωμάτια, στοιβάζοντας αντικείμενα σε χαρτόκουτα». Οι καταναλωτές είναι άπληστοι και αισθάνονται ενοχές.
Στο μυθιστόρημα συναντάμε τα ομοιώματα καταστάσεων, τα μποντριγιαρικά simulacres, την προσομοίωση και την αναπαράσταση δράσεων
Στα παιδικά δωμάτια (και στα τηλεοπτικά προγράμματα και τις διαφημίσεις), ο ΝτεΛίλο μάς λέει πως υπάρχουν λογιών-λογιών «κώδικες και μηνύματα». Όλη η οικογένεια βλέπει αναπάντεχα τη μητέρα στην καλωδιακή τηλεόραση να εργάζεται στη δουλειά της εκείνη τη στιγμή και αποσβολώνονται. Στο μυθιστόρημα συναντάμε τα ομοιώματα καταστάσεων, τα μποντριγιαρικά simulacres, την προσομοίωση και την αναπαράσταση δράσεων, που αναφέρεται σε αντίγραφα ή εικόνες που έχουν χάσει κάθε σχέση με την αρχική τους πραγματικότητα, αποτελώντας πλέον μια δική τους, αυτόνομη «πραγματικότητα», την υπερπραγματικότητα. Στο πεζογράφημα υπεισέρχονται διηγήσεις, φήμες και ανορθολογικά παραμύθια. «Είχαμε γίνει μέρος θέματος προς δημοσίευση, μιας καταστροφής ειδικά για τα μέσα ενημέρωσης», μας λέει ο «Λευκός θόρυβος» μετά την απειλητική εμφάνιση του τοξικού σύννεφου θανατηφόρων χημικών αναθυμιάσεων.
Η οικογένεια λειτουργεί σαν μικρογραφία της αμερικανικής κοινωνίας, υπερπληροφορημένη, συγχυσμένη, κατακερματισμένη από τα πολλά πληροφοριακά ερεθίσματα κι εξαρτημένη από τα ΜΜΕ. Η σύζυγος Μπάμπετ λέει πως «όλα αυτά είναι συνδυασμοί των μεγάλων εταιρειών»: «Τα αντιηλιακά, τα μάρκετινγκ, ο φόβος, η αρρώστια. Δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο». Η περίσσεια τεχνολογίας και τεχνοκρατίας υποθάλπει την αυτοκτονική επιθυμία των ατόμων. Η μικρή κόρη επαναλαμβάνει στον ύπνο της το όνομα μιας μάρκας αυτοκινήτου, «Τογιότα Σέλικα», που είδε σε διαφήμιση της τηλεόρασης.
Το άγχος του θανάτου
Ο κάθε σύζυγος, τόσο ο πατέρας Τζακ όσο κι η μητέρα Μπάμπετ, παρόλο τον φόβο του θανάτου του, θέλει να πεθάνει πριν από το έτερό του ήμισυ, λόγω του φόβου της μοναξιάς και του κενού. Ο Τζακ και η Μπαμπέτ βασανίζονται από ένα υπόγειο, συνεχές άγχος θανάτου. Η Μπάμπετ βοηθάει, σχετικά, ηλικιωμένους και φοβάται πολύ την απώλεια μνήμης. Ο πατέρας και η μητέρα μιλούν συχνά για τον θάνατο με τρόπο σχεδόν ιδεοληπτικό. Ο θάνατος είναι ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου.
Ο Τζακ προσπαθεί να καλύψει τον φόβο του θανάτου με γνώση, εξουσία, βία. Η Μπαμπέτ με χημεία και φάρμακα.
O ΝτεΛίλο αναπτύσσει μια ολόκληρη, απαισιόδοξη και θα έλεγα, ορθολογικά ντετερμινιστική και ίσως «μοιρολατρική» φιλοσοφία περί θανάτου, περί της ατομικής ανθρώπινης στάσης έναντι του θανάτου. Ο θάνατος είναι διαμεσολαβημένος μέσω της τεχνολογίας, των κομπιούτερ και της τηλεόρασης, όπως άλλωστε και η ζωή. «Αυτή είναι η φύση του μοντέρνου θανάτου. Έχει μια ζωή ανεξάρτητη από μας. Μεγαλώνει σε γόητρο και διάσταση... Τον μελετάμε αντικειμενικά. Μπορούμε να προβλέψουμε την εμφάνισή του, να ιχνογραφήσουμε την πορεία του μέσα στο σώμα. Μπορούμε να βγάλουμε διατομές, να καταγράψουμε σε μαγνητοταινία το τρέμουλο και τα κύματά του». Υπάρχει πλαστικός, συνθετικός θάνατος, ένα τεχνητό είδος θανάτου. Υπάρχει ρηχός θάνατος. Κάθε θάνατος είναι πρόωρος. Εμπεριέχει την αίσθηση του ανεκπλήρωτου που δημιουργεί θλίψη, την αίσθηση αυτών που θέλεις να πραγματοποιήσεις και δεν προλαβαίνεις. Ένα είναι το θέμα που απασχολεί το άτομο: το να ζήσει. Ο ΝτεΛίλο υποσκάπτει και καταρρίπτει τις ψευδαισθήσεις για τον θάνατο. Ο Μάρρεϋ λέει, έναντι αυτού που πεθαίνει: «Οι άλλοι θα σε περιμένουν γενναίο. Αυτό που θέλουν οι άνθρωποι σε έναν φίλο που πεθαίνει είναι ένα πεισματικό ύφος υψηλής ευγένειας, μια τραχειά φωνή, μια άρνηση να υποκύψει, με στιγμές ακατάβλητου χιούμορ».
Ο Τζακ προσπαθεί να καλύψει τον φόβο του θανάτου με γνώση, εξουσία, βία. Η Μπαμπέτ με χημεία και φάρμακα. Ο ΝτεΛίλο δείχνει πως η σύγχρονη κοινωνία ιατρικοποιεί τον τρόμο αντί να τον αντιμετωπίζει. Ο θάνατος προσαρμόζεται; διαφεύγει των προσπαθειών μας να συζητήσουμε μαζί του. Ο Τζακ δεν πιστεύει πως η αγάπη είναι πιο δυνατή απ’ τον θάνατο. Δεν πιστεύει ακόμη πως η ζωή χωρίς τον θάνατο είναι ατελής και χωρίς νόημα, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι. Είναι ο θάνατος που την κάνει ατελή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύει κανείς πως η ζωή είναι πολύτιμη επειδή είναι φευγαλέα. Όταν ο θάνατός σου έχει οριστεί, είναι αδύνατο να απολαύσεις πλήρως τη ζωή.
Ακόμη και μελέτη του χιτλερισμού από τον Τζακ είναι μια υπεκφυγή, μια αναπλήρωση και μια παράκαμψη του θανάτου μέσω της διανοητικής ενασχόλησης με τον μαζικό, φρικιαστικό κι εκτεταμένο θάνατο που έσπειραν οι ναζιστές.
Κατόπιν, οι δυο φίλοι καθηγητές διερευνούν το πώς μπορεί κανείς να αποφύγει τον θάνατο και τον φόβο του θανάτου: πρώτον, χάρη στην τεχνολογία. Δεύτερον, με το να πιστέψεις στη μεταθανάτια ζωή. Και τρίτον, με το να σταθείς ατσαλάκωτος σε ένα θανατηφόρο ατύχημα. Ο καθηγητής Μάρρεϋ λέει στον Τζακ πως για να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου οφείλει να τον απωθήσει, να καταπνίξει αυτή τη συντριπτική γνώση, να τη μεταμφιέσει, να τη θάψει και να την αποκλείσει. Ο πόνος, ο φόβος, ο θάνατος και η σκληρή πραγματικότητα, όλα αυτά κατ’ ουσίαν είναι αφύσικα. Γι’ αυτό καταφεύγουμε στην καταστολή τους, στον συμβιβασμό και στη μεταμφίεση. Ακόμη και μελέτη του χιτλερισμού από τον Τζακ είναι μια υπεκφυγή, μια αναπλήρωση και μια παράκαμψη του θανάτου μέσω της διανοητικής ενασχόλησης με τον μαζικό, φρικιαστικό κι εκτεταμένο θάνατο που έσπειραν οι ναζιστές.
Τα μικρά παιδιά είναι προνομιούχα γιατί δεν ξέρουν πως θα πεθάνουν. Το να σκοτώσεις έναν άλλο είναι σαν να κερδίζεις πίστωση ζωής, πεθαίνει ο άλλος και όχι εσύ. Αυτός που σκοτώνει συνεχίζει τη ζωή του. Το αρσενικό ζώο έχει την τάση να σκοτώσει. Κατά προέκταση ο Τζακ, αργότερα, θα αποπειραθεί να σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του, τον μίστερ Γκρέι. Ένας άνθρωπος περνάει τη ζωή του οδεύοντας προς τον θάνατο, αποχαιρετώντας τους άλλους. Το πρόβλημα είναι πώς μπορεί ν’ αποχαιρετήσει κανείς τον εαυτό του. Τα πολυτιμότερα πράματα στη ζωή είναι αυτά για τα οποία αισθανόμαστε βέβαιοι, τα παιδιά μας, η οικογένειά μας κλπ. Στο τέλος ο μυθιστοριογράφος προβληματίζεται σχετικά με τη θρησκευτική πίστη και τις βεβαιότητές της, την ανάγκη της κοινωνίας κάποια μέλη της να υιοθετούν την πίστη, ώστε να υποστηριχτούν, να στηριχτούν εκεί κι οι υπόλοιποι.
Η δεύτερη ενότητα
Στη δεύτερη ενότητα, η καθημερινότητα των μελών της οικογένειας και των γειτόνων τους διακόπτεται από ένα δυστύχημα στην περιοχή τους σε ένα διερχόμενο βιομηχανικό τρένο που απελευθερώνει από ατύχημα ένα τοξικό νέφος πάνω από την πόλη. Τα ΜΜΕ αλλάζουν συνεχώς ονομασία και περιγραφή του φαινομένου, αποκαλύπτοντας την αβεβαιότητα και τη σύγχυση της επίσημης, κρατικής πληροφορίας.
Ο Τζακ εκτίθεται στο τοξικό νέφος και αργότερα μαθαίνει μέσω ανάλυσης των κομπιούτερ ότι αυτή η έκθεση μπορεί να μειώσει το προσδόκιμο ζωής του. Η απειλή δεν βιώνεται άμεσα, αλλά μέσω δεδομένων, οθονών και στατιστικών.
Ξαφνικά, επέρχεται καταστροφή, εκκένωση της περιοχής και πανικός από ένα διαστελλόμενο μαύρο σύννεφο, ένα εναέριο τοξικό επεισόδιο, ένα αερομεταφερόμενο τοξικό γεγονός, ένα χημικό νέφος που φέρνει όξινη βροχή και τοξικό χιόνι, που οδηγεί σε μαζική εκκένωση της επαρχιακής κωμόπολης. Οι κυνηγημένοι, κατατροπωμένοι κάτοικοί του μπαίνουν στα αυτοκίνητά τους φορτωμένοι τροφές, νερό κα τα απαραίτητα υπάρχοντά τους και μπαίνουν σε ουρές μποτιλιαρισμένων αμαξιών που προχωρούν αργά απομακρυνόμενα από την πόλη προς τα εκεί που τα διατάζουν οι κρατικές αρχές μέσα από μεγάφωνα, ελικόπτερα και σειρήνες που ουρλιάζουν… Η οικογένεια Γκλάντνεϊ αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι της και να καταφύγει σε κέντρα φιλοξενίας. Περνάει, στη λεωφόρο, δίπλα από μοτέλ, μαγαζιά επίπλων, φαστφουντάδικα, εκθέσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, φτηνά σινεμά κι αποθήκες. Αργότερα έχουμε περιγραφές και άλλων, χαρακτηριστικών, σύγχρονων χώρων, κομμωτηρίων, στεγνοκαθαριστηρίων, σπιτιών, καταστημάτων οπτικών, κρεαταγορών, αγορών ψαρικών, χυτηρίων, κτιρίων ελαφριάς βιομηχανίας και πολυκατοικιών.
Ο Τζακ εκτίθεται στο τοξικό νέφος και αργότερα μαθαίνει μέσω ανάλυσης των κομπιούτερ ότι αυτή η έκθεση μπορεί να μειώσει το προσδόκιμο ζωής του. Η απειλή δεν βιώνεται άμεσα, αλλά μέσω δεδομένων, οθονών και στατιστικών. Ο φόβος του πρώην περισπούδαστου και καταξιωμένου καθηγητή Τζακ εντείνεται όχι επειδή νιώθει άρρωστος, αλλά επειδή η τεχνολογία του λέει ότι κινδυνεύει. Ο ΝτεΛίλο γράφει μετά την εισβολή της διαρροής χημικών στην περιοχή: «Όσο προχωράει η επιστήμη τόσο πιο πρωτόγονος γίνεται ο φόβος». Ενίοτε τα οικολογικά ή και τα δυστοπικά πεζογραφήματα είναι κάπως βαρετά, όμως ο Λευκός θόρυβος είναι συναρπαστικός.
Η τρίτη ενότητα
Όλος αυτός ο κόσμος της περιοχής είχε γίνει μέρος θέματος και θεάματος «προς δημοσίευση, μιας καταστροφής ειδικά για τα μέσα ενημέρωσης», όπως παρατηρεί ο Τζακ. Στην τρίτη ενότητα, τα απογεύματα, με τη δύση εμφανίζεται ένα εντυπωσιακό πορφυρό ηλιοβασίλεμα λόγω των υπολειμμάτων του χημικού νέφους. Παρόλα αυτά, οι τυπικές αμερικάνικες επέτειοι εορτάζουν την επιβεβαίωση των παραδοσιακών αξιών και την αμερικάνικη ατομική αισιοδοξία. Δεν επισυμβαίνουν, όμως, μόνο το τοξικό σύννεφο και οι λογιών λογιών δηλητηριώδεις διαρροές, υπάρχουν και οι ακτινοβολίες μέσα στα σπίτια, από τις διάφορες ηλεκτρικές συσκευές και τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία τους. Ο Τζακ αρχίζει να φοβάται εμμονικά τον θάνατο. Γίνονται συζητήσεις, σε όλο το μυθιστόρημα, μεταξύ των μελών της οικογένειας, μεγάλων και μικρών. Ακούν ραδιόφωνο και βλέπουν πολύ τηλεόραση. Το ζευγάρι Τζακ και Μπάμπετ κάνει συχνά σεξ και οδηγεί το αυτοκίνητο στην περιοχή. Ο Τζακ και ο φίλος του Μάρρεϋ μιλούν στις τάξεις του κολλεγίου. Παρόλα αυτά, οι ανθρώπινες επαφές μοιάζουν κάπως μηχανικές, με ψυχρή, ηλεκτρονική, ψηφιακή υπόσταση, κενές, και η αποξένωση και ο φόβος του θανάτου καραδοκούν.
![]() |
|
Από την κινηματογραφική διασκευή του Νόα Μπάουμπακ |
Κάποτε ο Τζακ ανακαλύπτει το μυστικό της Μπάμπετ. Η γυναίκα του συμμετέχει μυστικά σε ένα πειραματικό πρόγραμμα μ’ ένα μυστήριο, άγνωστο φάρμακο, το Ντάιλαρ, που υποτίθεται πως εξαλείφει τον φόβο του θανάτου και το οποίο της το προμηθεύει ένας περιθωριακός, μυστηριώδης τύπος, ο μίστερ Γκρέι, με αντάλλαγμα το να κάνουν σεξ για μερικούς μήνες. Ο Τζακ αισθάνεται ζήλια, ταυτόχρονα προδομένος και κατώτερος. Γιατί πιστεύει ότι η Μπάμπετ του έκρυβε τις δραστηριότητές της, τις σκέψεις και τα συναισθήματά της και γιατί φοβάται τον θάνατο περισσότερο από αυτόν, άρα έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο κοντά στον θάνατο. Ο θάνατος είναι σαν ηλεκτρονικός θόρυβος, ένας μονότονος «λευκός» θόρυβος. «Είμαστε το σύνολο των πληροφοριακών μας στοιχείων… όπως είμαστε το σύνολο χημικών αντιδράσεων». Υπεισέρχεται η μέθοδος της νευροχημείας, των βιονευροεπιστημών, της βιοϊατρικής και της βιονευρολογίας. «Είμαστε το σύνολο των χημικών μας παρορμήσεων».
Ο σύζυγος αποφασίζει, λοιπόν, ότι για να ξεπεράσει τον τρόμο, τον φόβο του θανάτου και τη ζήλια πρέπει να σκοτώσει τον μίστερ Γκρέι. Σε μια κρίση υπαρξιακού πανικού και ζήλιας, αναζητά οπλισμένος τον άνδρα και βιαιοπραγεί εναντίον του, τον πυροβολεί χωρίς να τον σκοτώσει, σε μια σκηνή παράλογη, χαοτική και χλευαστική. Κατόπιν όμως μετανιώνει, νιώθει συμπόνια και μια ροπή προς την αρετή, την ανθρωπιά και την αυταπάρνηση, αφήνει τη μνησικακία και τον μικροπρεπή εγωισμό και τον σώζει.
Ο Λευκός θάνατος κλείνει με εικόνες από σούπερ μάρκετ. Ο θάνατος δεν εξαφανίζεται, απλώς σκεπάζεται από τον συνεχή θόρυβο της κατανάλωσης και των μέσων. Το μυθιστόρημα τελειώνει χωρίς οριστική λύση, αφήνοντας τα πρόσωπα να επιστρέψουν στη ρουτίνα, μέσα σε έναν κόσμο όπου οι κάθε λογής φόβοι παραμένουν, καλυμμένοι όμως από θόρυβο.
Θέματα και ύφος
Το μυθιστόρημα είναι ιδιότυπο, ατμοσφαιρικό, σαρκαστικό και σχετικά αποσπασματικό, είναι λογοτεχνική σάτιρα και φιλοσοφικό έργο, με τόνο μελλοντολογικό και προφητικό, χάρη στην ερμηνεία του για τη σύγχρονη κοινωνία των μαζικών μέσων επικοινωνίας και της κατανάλωσης. Είναι γραμμένο με ένα στυλ που μιμείται τον ίδιο τον «θόρυβο» της σύγχρονης ζωής: επαναλήψεις, λίστα γεγονότων και ηχητικές εικόνες δημιουργούν αίσθηση διάχυτης πληροφορίας και σύγχυσης.
Στο μυθιστόρημα βρίσκουμε μια επιθετικά ειρωνική ματιά πάνω στη νέα πραγματικότητα.
Το σημαδιακό αυτό μυθιστόρημα περιέχει ορισμένες από τις σταθερές και τα άλλα θεματικά μοτίβα του πολύ σημαντικού, διεισδυτικού συγγραφέα ΝτεΛίλο, τις οικολογικές ευαισθησίες, την κριτική στην καταναλωτική μαζική κοινωνία, τη λαϊκή κουλτούρα, το lifestyle, τις διαφημίσεις, την κοινωνική απάθεια, τον ολοκληρωτισμό και τον ναζισμό, τις συμπεριφορές των σύγχρονων ανθρώπων, το εκπαιδευτικό σύστημα, την τεχνολογία και τεχνοκρατία, τα ΜΜΕ, την τηλεόραση, τον ρόλο της αναπαραγωγής των ειδήσεων των καταστροφών, την οικογένεια, τον γάμο, τις σχέσεις των ζευγαριών, το ερωτικό στοιχείο, το σεξ, τον φόβο και την έλξη του θανάτου, την επεξεργασία της γλώσσας, την αυτοαναφορικότητα, τα εξωλογοτεχνικά στοιχεία, και άλλα πολλά…
Στο μυθιστόρημα βρίσκουμε μια επιθετικά ειρωνική ματιά πάνω στη νέα πραγματικότητα. Αυτήν της εποχής της υπερπληροφόρησης, της υπερκατανάλωσης -βρισκόμαστε εν μέσω της ριγκανικής ευφορίας-, της οικολογικής αφύπνισης, της φιλελεύθερης απενοχοποίησης, της έξαρσης της συνωμοσιολογίας και του επαναπροσδιορισμού των παραδοσιακών αξιών, ξεκινώντας από τον ρόλο της οικογένειας και φτάνοντας ως τη σημασία της κοινωνικής, lifestyle, καταξίωσης. Τα πρόσωπα αγωνίζονται, εν μέσω υπαρξιακού αδιεξόδου και απελπισίας, να βρουν νόημα και ταυτότητα σε έναν κόσμο γεμάτο «λευκό θόρυβο», ανεξέλεγκτες χειμαρρώδεις πληροφορίες, αλλεπάλληλες, πολλαπλές διαφημίσεις, επιστημονικούς όρους και επιφάνειες χωρίς βάθος.
Το μυθιστόρημα διασκεύασε ελεύθερα για το σινεμά, το 2022, ο σημαντικός, ανεξάρτητος Αμερικανός σκηνοθέτης Νόα Μπάουμπακ, φτιάχνοντας την καλή ομώνυμη ταινία με τον Άνταμ Ντράιβερ ως Τζακ, την Γκρέτα Γκέργουιγκ ως σύζυγό του και τον Ντον Τσιντλ ως τον καθηγητή, φίλο του Τζακ, Μάρρεϋ.
* Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντον ΝτεΛίλο γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης το 1936. Δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα σε ηλικία είκοσι τριών ετών. Έκτοτε εξέδωσε δώδεκα μυθιστορήματα και δύο θεατρικά έργα. Είναι ο πρώτος Αμερικανός που τιμήθηκε με το Jerusalem Prize, το 1999, για το συνολικό του έργο.
![]() |
|
Εικόνα: Library of America |
Άλλες σημαντικές διακρίσεις: -National Book Award για το μυθιστόρημα Λευκός θόρυβος. -Irish Times International Fiction Prize για το Ζυγός. -PEN/Faulkner Award for Fiction για το Μάο ΙΙ -Το μνημειώδες μυθιστόρημα του ΝτεΛίλλο Υπόγειος κόσμος απέσπασε το Howells Medal της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών ως το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο των τελευταίων ετών.

























