
Για τη νουβέλα του Πατρίκ Μοντιανό (Patrick Modiano) «Η χορεύτρια» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις).
Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας
Για όσους, πρόσφατα ή και παλιότερα, έχουν επισκεφτεί το Παρίσι, η εικόνα είναι χαρακτηριστική και επαναλαμβανόμενη. Χιλιάδες τουρίστες, με συρόμενες αποσκευές και σακίδια πλάτης, να μετακινούνται στο κέντρο της πόλης, σε μια αέναη θαρρείς περιδιάβαση στα παρισινά μουσεία, μνημεία, καταστήματα, πάρκα ή ταχυφαγεία του κέντρου. Η κατάσταση χειροτερεύει στο φημισμένο Quartier Latin αλλά και πέριξ του Λούβρου ή της Όπερας. Αυτήν την απωθητική για τους βέρους Παριζιάνους κατάσταση, δεν θα μπορούσε να μην τη σχολιάσει και ο Πατρίκ Μοντιανό (1945) ως αφετηρία και εφαλτήριο συγγραφής της πρόσφατης νουβέλας του Η χορεύτρια (εκδ. Πόλις, 2025). Όμως ο βέρος Παριζιάνος και εξαιρετικός Γάλλος συγγραφέας (βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2014) γνωρίζει καλά τον τρόπο να σπάζει τον πάγο του παρελθόντος, να βρίσκει την πολύτιμη, μυστική δίοδο, τη λυτρωτική εκείνη χαραμάδα για να κυλάει αθόρυβα από το θορυβώδες και άκρως τουριστικό σημερινό Παρίσι σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη εποχή. Στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60.
Ο αφηγητής είναι νεαρός, ζει στο Παρίσι και δεν έχει ακόμη κατασταλάξει με το τι θ’ ασχοληθεί στη ζωή του. Περνάει μια φάση δημιουργικής αναζήτησης και μέτρησης των δυνατοτήτων του αλλά και των ορίων του κόσμου. Γνωρίζει τη χορεύτρια, που κάθε πρωί καταφθάνει στην πλατεία Κλισί (στους πρόποδες της Μονμάρτρης, όπου, κατά τον Μεσοπόλεμο, έζησε και ο Χένρι Μίλερ, καταγράφοντας σε αυτοβιογραφική νουβέλα τον ελευθεριακό τρόπο ζωής στο Παρίσι του ’30), όπου στεγάζεται η Σχολή Ουακέρ. Δάσκαλος της χορεύτριας ο κορυφαίος Ρώσος χορευτής Μπαρίς Κνιάσεφ.
Η χορεύτρια, που μετέχει σε αρκετές εκδηλώσεις χορού, έχει έναν γιο, τον Πιερ. Δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα για τον πατέρα του παιδιού και ελάχιστα για το παρελθόν αυτής της γυναίκας. Ο αφηγητής βοηθά τη χορεύτρια με το να παίρνει τον γιο της από το σχολείο και να τον γυρίζει στο σπίτι της. Παράλληλα, κάνει μεγάλες διαδρομές στο κέντρο του Παρισιού μαζί της, θαυμάζοντας το αέρινο στυλ και την περπατησιά της. Ένα πρόσωπο, που ο αφηγητής συναντά σε παροντικό χρόνο, στο κέντρο του Παρισιού (ή νομίζει πως είναι γνωστός του από τα παλιά), ο Βερτζινί, που γνώριζε τη χορεύτρια και διατηρούσε νυχτερινό κέντρο με ένα είδος θεατρικού ρεπερτορίου, στέκεται η αφορμή να θυμηθεί αυτήν την παλιά ιστορία.
Τα παιχνίδια της μνήμης και το αιώνιο παρόν
Ωστόσο, ο αναγνώστης αμφιβάλει αν το πρόσωπο που συνάντησε σε μεγάλη ηλικία ο αφηγητής ήταν όντως ο Βερτζινί ή κάποιος άλλος της παρέας της χορεύτριας ή κάποιος παντελώς άγνωστος. Επίσης, είναι ρευστό και αδιευκρίνιστο αν ο νεαρός, τότε, αφηγητής, είχε ερωτικό δεσμό με τη χορεύτρια, αν υποκαθιστούσε τον πατέρα του παιδιού ή αν ήταν απλώς ένας συνοδός και φίλος της, που της έκανε εξυπηρετήσεις. Η μνήμη, όπως υπονοεί ο Μοντιανό, παίζει παράξενα παιχνίδια.
Η γραφή της νουβέλας είναι αφαιρετική και λεπτεπίλεπτη. Ο φωτισμός χαμηλός, νυχτερινός. Η γοητεία της εποχής, ο κόσμος του χορού στο Παρίσι του ’60, η σκληρή πειθαρχία των χορευτών, το σκοτεινό παρελθόν των καλλιτεχνών, όλα μεταφέρονται από τον Μοντιανό με αριστουργηματικό τρόπο στο βιβλίο. Η λογοτεχνία και ο χορός σε αγαστή σύζευξη. Πολλά τα κοινά σημεία τους, με σημαντικότερο όλων την πειθαρχία. Η πειθαρχία του σώματος από τη μια, η πειθαρχία των λέξεων από την άλλη. Η μνήμη εμφιλοχωρεί στο παρελθόν με μεγάλη αβεβαιότητα και πολλές ελλείψεις. Όμως αυτό το, έστω ελλιπές, ταξίδι της μνήμης στον χρόνο είναι ζωτικής σημασίας για τον συγγραφέα.
Σημασία έχει το αιώνιο παρόν στο οποίο ζούμε.
Ο αφηγητής αμφιβάλει για πολλά από τα περασμένα, για την αληθοφάνειά τους. Τα μόνα ανεξίτηλα του νου: τα ονόματα των δρόμων, οι πλατείες, τα παλιά κτήρια, οι χώροι που ανέδιδαν «μια ιδιαίτερη μυρωδιά παλιού ξύλου, λεβάντας και ιδρώτα». Και, φυσικά, η ύπαρξη της χορεύτριας. Τι σημασία έχει αν τα πρόσωπα είναι θολά και συγκεχυμένα, και οι πράξεις και οι συμπεριφορές τους σκοτεινές και ανερμήνευτες μέχρι σήμερα; Σημασία έχει η, ανεξίτηλη με τα χρόνια, αιώρηση εκείνης της χορεύτριας στο πλακόστρωτο των δρόμων του Παρισιού, που, κατευθυνόμενη τα βράδια στο διαμέρισμά της, έστρεφε, κάθε τόσο, πίσω το κεφάλι της, από φόβο μήπως κάποιος την παρακολουθούσε. Σημασία έχει το αιώνιο παρόν στο οποίο ζούμε.
Αθεράπευτος νοσταλγός του παλιού Παρισιού, ο Μοντιανό θρηνεί ψιθυριστά για όσα χάθηκαν με τα χρόνια και αδυνατούμε πλέον να τα αναπαραστήσουμε σε παροντικό χρόνο. Γνωρίζει καλά πως αυτό ακριβώς είναι και το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου. Στα ογδόντα χρόνια του πλέον, βιώνει την τραγωδία της νοσταλγίας, κι όχι ένα απλό άλγος του νόστου. Ξαναβρίσκει, όμως, λυτρωτικά, διά της γραφής, την ουσία των πραγμάτων, κερδίζοντας εκ νέου τον χαμένο χρόνο που μεσολάβησε από τότε.
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο η συλλογή διηγημάτων «Ένα δικό του δωμάτιο» (εκδ. Ρώμη).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η χορεύτρια κι εγώ καθίσαμε στον μεγάλο καναπέ. Η Πόλα Χάμπερσεν ήρθε απ’ την κουζίνα κρατώντας ένα δίσκο που τον άφησε πάνω στο τραπεζάκι, ανάμεσα στ’ αγαλματάκια. Γέμισε τα τρία ποτήρια μας μ’ ένα ποτό που δεν μπορούσα να διαβάσω τ’ όνομά του στο μπουκάλι. Ήπια πολύ λίγο. Πολύ δυνατό. Η Πόλα Χάμπερσεν κατέβασε μια μεγάλη γουλιά. Η χορεύτρια, ούτε σταγόνα. Και μου ’ρθε ξαφνικά στη μνήμη μια φράση που, απ’ ό,τι μου ’χε πει η ίδια, την έλεγε ο Κνιάσεφ στους μαθητές και στις μαθήτριές του: «Οι χορευτές δεν έχουν ανάγκη το αλκοόλ, γιατί ο χορός είναι το πιο δυνατό αλκοόλ». (σσ. 57-58)
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ζαν Πατρίκ Μοντιανό, [γεν.1945], γνωστός ως Πατρίκ Μοντιανό, είναι Γάλλος μυθιστοριογράφος. Βραβεύθηκε το 2014 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (είναι ο δέκατος πέμπτος Γάλλος που τιμήθηκε με το ίδιο βραβείο). Αναγγέλλοντας τη βράβευσή του, η Σουηδική Ακαδημία αναφέρθηκε στην «τέχνη της μνήμης, χάρη στην οποία ο συγγραφέας ζωντάνεψε τις πιο ανεπαίσθητες ανθρώπινες ιστορίες κι έφερε στο φως τη ζωή στην Κατοχή».

Έχει τιμηθεί επίσης με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1972, με το βραβείο Goncourt το 1976 (για το μυθιστόρημά του Οδός σκοτεινών μαγαζιών), με το βραβείο του Ιδρύματος Pierre de Monaco το 1984 και με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας Paul Morand για το σύνολο του έργου του το 2000.





















