
Για το μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes) «Αναχωρήσεις» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο), για το οποίο ο συγγραφέας έχει ανακοινώσει ότι θα είναι το τελευταίο του.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Το ατελεύτητο τέλος των συγγραφέων γεννά πάντα σκέψεις. Όταν ο Φίλιπ Ροθ ανακοίνωσε πως δεν πρόκειται να κάτσει ξανά στο γραφείο του με σκοπό να γράψει ένα καινούργιο βιβλίο, σκεφτήκαμε τα χρόνια που περάσαμε μαζί του, την αδημονία μιας νέας έκδοσης, την απαντοχή ενός ακόμη έργου αιχμής. Οι αναγνώστες, όπως όλοι οι καταναλωτές τέχνης, αποζητούν διαρκώς το νέο, δεν αποδέχονται τους τελευταίους σταθμούς των αγαπημένων τους καλλιτεχνών, θεωρούν πως, κόντρα στους νόμους της φύσης, αυτοί θα συνεχίσουν να προσφέρουν «ύλη» και «θέμα» εις το διηνεκές.
Ο Μπαρνς οριοθετεί ένα πέρας
Τούτες είναι μόλις κάποιες εναρκτήριες σκέψεις που εμφιλοχωρούν στο μυαλό ενός μέσου -παθιασμένου- αναγνώστη του Τζούλιαν Μπαρνς που με τις Αναχωρήσεις του οριοθετεί ένα πέρας. Η υγεία του ήδη είναι κλονισμένη (πάσχει από μια σπάνια μορφή καρκίνου, για την οποία δεν διστάζει να αναφερθεί και στο προκείμενο βιβλίο), αυτά που ήθελε να πει τα είπε και πέραν τούτου ουδέν. Ακόμη κι έτσι όμως, όταν ένας συγγραφέας με το εκτόπισμα και τη διαδρομή του Τζούλιαν Μπαρνς δημοσιεύει ένα βιβλίο που μοιάζει με αποχαιρετισμό, η λογοτεχνική συζήτηση αποκτά αναπόφευκτα έναν τόνο απολογισμού.
Οι Αναχωρήσεις δεν είναι απλώς ένα ακόμη μυθιστόρημα (μάλλον, δεν είναι καν μυθιστόρημα με τον τυπικό ορισμό του είδους)· είναι ένα έργο που συνοψίζει εμμονές, επανέρχεται σε γνώριμα υπαρξιακά τοπία και ταυτόχρονα δοκιμάζει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και την προσωπική εξομολόγηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο χαμηλόφωνο αλλά πυκνό, στοχαστικό, αλλά αφηγηματικά διαυγές. Ίσως όχι το έσχατο βιβλίο ενός μεγάλου που θα περίμενες, ωσάν το χαίρε να πρέπει να μοιάζει ένδοξο, αλλά ο Μπαρνς ήταν πάντα παιγνιώδης και του άρεσαν πάντα οι εκπλήξεις.
Τι σημαίνει να θυμάσαι έναν έρωτα;
Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν. Γνωρίζονται σε νεαρή ηλικία, στο πανεπιστήμιο, όταν όλα μοιάζουν ακόμη ρευστά και πολλά υποσχόμενα. Η σχέση τους, ωστόσο, δεν ολοκληρώνεται, είτε από συγκυρία είτε από αδυναμία συγχρονισμού. Ο χρόνος παρεμβάλλεται, οι ζωές τους παίρνουν διαφορετικές τροχιές, άλλοι δεσμοί και άλλες υποχρεώσεις καθορίζουν τις επιλογές τους.
Η δεύτερη πράξη της αφήγησης εκτυλίσσεται χρόνια αργότερα. Οι δύο ήρωες ξανασυναντιούνται σε ώριμη ηλικία, έχοντας βιώσει απώλειες, φθορά, απογοητεύσεις αλλά και τη γαλήνη που συχνά φέρνει η αποδοχή. Η συνάντησή τους δεν έχει τη φλόγα της νεότητας· έχει όμως τη βαρύτητα της εμπειρίας. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε ανεκπλήρωτη υπόσχεση, τώρα υπάρχει το ερώτημα: τι σημαίνει να θυμάσαι έναν έρωτα; Είναι ο έρωτας αυτός που ζήσαμε ή εκείνος που φανταζόμαστε ότι ζήσαμε;
Η σχέση του Στίβεν και της Τζιν λειτουργεί ως όχημα για έναν βαθύτερο στοχασμό: για τον χρόνο ως αθόρυβο πρωταγωνιστή.
Ο Μπαρνς δεν ενδιαφέρεται για δραματικές κορυφώσεις. Αυτό το έχουμε πια κατανοήσει πλήρως και από τα προηγούμενα βιβλία του. Το ενδιαφέρον του στρέφεται στη λεπτή μετατόπιση της συνείδησης, στη μικρή εσωτερική ρωγμή που προκαλεί η ανάμνηση. Η σχέση του Στίβεν και της Τζιν λειτουργεί ως όχημα για έναν βαθύτερο στοχασμό: για τον χρόνο ως αθόρυβο πρωταγωνιστή.
Ο αφηγητής «Τζούλιαν»
Παράλληλα με την κεντρική ιστορία, το βιβλίο διαθέτει μια ιδιότυπη αφηγηματική φωνή: έναν αφηγητή που ονομάζεται Τζούλιαν. Οι αναλογίες με τον ίδιο τον συγγραφέα είναι εμφανείς, χωρίς ποτέ να καθίστανται απολύτως ρητές. Το τέχνασμα αυτό -η δημιουργία ενός ημι-αυτοβιογραφικού αφηγητή- επιτρέπει στον Μπαρνς να κινηθεί σε μια «ενδιάμεση» ζώνη ανάμεσα στην προσωπική μαρτυρία και τη μυθοπλαστική επινόηση. Ο «Τζούλιαν» σχολιάζει, αναθεωρεί, αμφιβάλλει. Ενίοτε στοχάζεται για το πώς η περιβόητη μαντλέν του Προυστ τον βοήθησε να ανακαλέσει μια ολόκληρη ζωή και να δημιουργήσει, μέσω αυτής, ένα μνημειώδες έργο.
Το παιχνίδι αυτό με την αλήθεια δεν είναι καινούργιο στην εργογραφία του Μπαρνς, αλλά εδώ αποκτά έναν σχεδόν απολογιστικό χαρακτήρα.
Ο Μπαρνς αναγνωρίζει ότι η μνήμη είναι ασταθής· ότι κάθε ανάμνηση είναι ήδη μια ερμηνεία. Έτσι, το βιβλίο γίνεται ταυτόχρονα ιστορία και μετα-ιστορία: αφήγηση και σχολιασμός της αφήγησης. Το παιχνίδι αυτό με την αλήθεια δεν είναι καινούργιο στην εργογραφία του Μπαρνς, αλλά εδώ αποκτά έναν σχεδόν απολογιστικό χαρακτήρα.
Η μνήμη ως κατασκευή, ο χρόνος ως βίωμα
Η μνήμη υπήρξε διαχρονικά κεντρικό θέμα στο έργο του Μπαρνς. Στο βραβευμένο με Μπούκερ Ένα κάποιο τέλος (εκδ. Μεταίχμιο), ο συγγραφέας διερευνούσε πώς οι προσωπικές αφηγήσεις μπορούν να διαστρεβλώσουν το παρελθόν. Στις Αναχωρήσεις, η διερεύνηση αυτή γίνεται ακόμη πιο εσωτερική και λιγότερο δραματική. Δεν πρόκειται για την αποκάλυψη μιας κρυμμένης αλήθειας· πρόκειται για την αποδοχή ότι η αλήθεια ίσως να μην είναι ποτέ μία και ενιαία.
Η ιδέα ότι «θυμόμαστε όχι ό,τι συνέβη, αλλά ό,τι αντέχουμε να θυμόμαστε» διατρέχει υπόγεια το βιβλίο.
Οι χαρακτήρες ανακαλούν το παρελθόν τους με διαφορετικούς τόνους, με μικρές αποκλίσεις που αποκτούν βαρύτητα. Η μνήμη δεν παρουσιάζεται ως αποθήκη γεγονότων αλλά ως αφήγηση υπό διαρκή αναθεώρηση. Η ιδέα ότι «θυμόμαστε όχι ό,τι συνέβη, αλλά ό,τι αντέχουμε να θυμόμαστε» διατρέχει υπόγεια το βιβλίο. Άλλωστε, όπως λέει και μια παλιά ρωσική παροιμία: «Το μόνο που αλλάζει είναι το παρελθόν».
Ένα άλλο κυρίαρχο θέμα είναι ο χρόνος. Όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως βίωμα του σώματος και της απώλειας. Οι ήρωες βρίσκονται αντιμέτωποι με τη γήρανση, με τη σωματική ευθραυστότητα, με την αίσθηση ότι οι επιλογές πλέον δεν είναι άπειρες. Η πιθανότητα μιας «δεύτερης ευκαιρίας» δεν προβάλλεται ρομαντικά· εξετάζεται νηφάλια.
Ο Μπαρνς μοιάζει να ρωτά: μπορεί ο χρόνος να επουλώσει, ή απλώς μεταμορφώνει τις πληγές σε αφηγήσεις; Η επανένωση των δύο ηρώων δεν λειτουργεί ως λυτρωτική κορύφωση, αλλά ως ήσυχη συνειδητοποίηση. Ο έρωτας της ωριμότητας δεν είναι ένταση· είναι αναγνώριση.
Χαμηλόφωνη γραφή με χιούμορ για την απώλεια
Η γραφή του Μπαρνς παραμένει λιτή, ελεγχόμενη, σχεδόν διαφανής. Αποφεύγει τη ρητορεία και εμπιστεύεται την υπόγεια συγκίνηση. Το χιούμορ, διακριτικό αλλά παρόν, λειτουργεί ως αντίβαρο στη βαρύτητα των θεμάτων. Υπάρχει μια κομψότητα που υπενθυμίζει την αγγλική παράδοση. Μια συγγνωστή επιμονή στη νηφαλιότητα ακόμη και όταν το θέμα είναι η απώλεια. Ο Μπαρνς μιλάει για τις δικές του απώλειες (κυρίως της γυναίκας του που έφυγε νωρίς από καρκίνο), ακόμη και για τη δική του, που κάποια στιγμή θα έρθει, αποδραματοποιώντας τες. Ως μέρος της πορείας κάθε ανθρώπου.
Αν παλαιότερα έργα του είχαν την ένταση της αναμέτρησης, εδώ υπάρχει η γαλήνη του απολογισμού.
Το βιβλίο κινείται αργά, σχεδόν στοχαστικά. Δεν προσφέρεται για αναγνώστες που αναζητούν πλοκή γεμάτη ανατροπές· απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για τις μικρές μετατοπίσεις της συνείδησης. Οι Αναχωρήσεις μπορούν να διαβαστούν ως φυσική συνέχεια των εμμονών του Μπαρνς: μνήμη, χρόνος, απώλεια, η σχετικότητα της αλήθειας. Ωστόσο, διαθέτουν μια ιδιαιτερότητα: την αίσθηση ενός συγγραφέα που κοιτάζει -πια- πίσω. Αν παλαιότερα έργα του είχαν την ένταση της αναμέτρησης, εδώ υπάρχει η γαλήνη του απολογισμού. Από την άλλη, όπως υπαινιχθήκαμε στην αρχή, το τελευταίο βιβλίο ενός συγγραφέα τέτοιου διαμετρήματος, ειδικά όταν δεν εικάζεται πως είναι τέτοιο, αλλά το ανακοινώνει ο ίδιος, δεν φτάνει να συνοψίζει απλώς τα οικεία θέματα και τις προβληματικές με τις οποίες αναμετρήθηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Οι Αναχωρήσεις μοιάζουν αρκετά με ένα εγκεφαλικό παιχνίδι (με τη θετική έννοια του όρου), όπου ο παράγοντας «συναίσθημα» βρίσκεται σε μερική έλλειψη. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος αναγνώστης αποφασίσει να ξεκινήσει την περιήγησή του στον κόσμο του Μπαρνς από αυτό το βιβλίο (κάνοντας μια ανάποδη πορεία), μάλλον θα βρεθεί μπροστά σε ένα αυτοαναφορικό περιβάλλον στο οποίο δύσκολα θα καταφέρει να εισχωρήσει, άρα και να το κατανοήσει.
Πολυσημία
Από την άλλη, δεν γίνεται να μην παραδεχθούμε πως οι Αναχωρήσεις λειτουργούν με έναν πολύσημο τρόπο. Αναφέρεται στις αναχωρήσεις των προσώπων από τη ζωή του άλλου, στις αναχωρήσεις από τη νεότητα, ίσως και σε μια ευρύτερη υπαρξιακή αποχώρηση. Ωστόσο, το βιβλίο δεν έχει τόνο παραίτησης. Αντίθετα, διακρίνεται από μια ήρεμη αποδοχή. Ο Μπαρνς δεν προτείνει ότι μπορούμε να ξαναγράψουμε το παρελθόν· δείχνει όμως ότι μπορούμε να το επανερμηνεύσουμε. Και αυτή η επανερμηνεία, όσο εύθραυστη κι αν είναι, αποτελεί ίσως τη μοναδική μορφή δεύτερης ευκαιρίας που διαθέτουμε.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία του βιβλίου: στην αναγνώριση ότι κάθε αναχώρηση είναι ταυτόχρονα μια μορφή επιστροφής
Στο τέλος, οι Αναχωρήσεις δεν είναι απλώς μια ιστορία για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Είναι ένα βιβλίο για το πώς οι άνθρωποι ζουν με τις επιλογές τους, πώς συνομιλούν με τις μνήμες τους και πώς αποδέχονται ότι η ζωή δεν προσφέρει απόλυτες αφηγήσεις, αλλά μόνο εκδοχές. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία του βιβλίου: στην αναγνώριση ότι κάθε αναχώρηση είναι ταυτόχρονα μια μορφή επιστροφής (μια ευθεία παραπομπή στον Τ.Σ. Έλιοτ). Όχι στον χρόνο που χάθηκε, αλλά στην επίγνωση του ποιοι υπήρξαμε και ποιοι τελικά γίναμε.
Εννοείται πως κρατάμε την τελευταία σελίδα του τελευταίου βιβλίου του Μπαρνς, στην οποία απευθύνεται σε όλους εμάς που τον ακολουθήσαμε πιστά, τείνοντας το χέρι του προς τη μεριά μας, αποχαιρετώντας μας, διατηρώντας όμως μέσα του ενεργή τη συνύπαρξή μας. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά υπηρετεί πιστά το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes) είναι ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς. Γεννημένος το 1946, σπούδασε Νομικά και Γαλλική Φιλολογία στην Οξφόρδη.
![]() |
|
Ο Τζούλιαν Μπαρνς. Εικόνα: Wikimedia Commons |
Ήταν τρεις φορές υποψήφιος για το Βραβείο Μπούκερ για τα μυθιστορήματα Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ (1984), England, England (1998) και Άρθουρ & Τζoρτζ (2005). Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος (2011).
Έχει τιμηθεί με το βραβείο Ε. Μ. Forster (1986), το βραβείο David Cohen για τη συνεισφορά του στη λογοτεχνία (2011) και το Jerusalem Prize for the Freedom of the Individual in Society (2022).























