
Για το μυθιστόρημα της Λάουρα Τσβιέρτνια (Laura Cwiertnia) «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» (μτφρ. Βασίλης Κωστόπουλος, εκδ. Loggia), για τις ανοιχτές πληγές μιας συνεχιζόμενης ιστορικής αδικίας.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Η εξόντωση των Αρμενίων, οι διώξεις και οι σφαγές των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, καθώς και τα πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης, παραμένουν ανοιχτές πληγές με την ανοχή της διεθνούς κοινότητας και συνιστούν μια μορφή συνεχιζόμενης ιστορικής αδικίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η λογοτεχνία λειτουργεί ως πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη και τη συγκάλυψη.
Το βιβλίο Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Loggia σε μετάφραση Βασίλη Κωστόπουλου, αποτελεί το λογοτεχνικό ντεμπούτο της Γερμαναρμένισσας Λάουρα Τσβιέρτνια. Η συγγραφέας υφαίνει μια μυθοπλαστική ιστορία βασισμένη σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τη γενοκτονία των Αρμενίων και τη συστηματική εξόντωση ενός ολόκληρου λαού που οδήγησε στον θάνατο περίπου ενάμισι εκατομμυρίου ανθρώπων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και των πογκρόμ που ακολούθησαν. Παρά τις διεθνείς πιέσεις, το τουρκικό κράτος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αρνείται τον χαρακτηρισμό των γεγονότων ως γενοκτονία και να αποσιωπά κάθε δημόσια συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα.
Αυτή η σιωπή αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου και λειτουργεί ως μηχανισμός επιβίωσης για την οικογένεια της Κάρλας. Ο θάνατος της γιαγιάς της φέρνει την ηρωίδα στον τόπο που μεγάλωσε, το Μπρέμεν-Νορντ της Γερμανίας, μια περιοχή την οποία έχει συνδέσει με δυσάρεστες αναμνήσεις. Στο σχολείο που φοίτησε, πάνω απ’ τους μισούς μαθητές ήταν μετανάστες προερχόμενοι από την Τουρκία, τη Νάπολη, την Αλβανία και την Πολωνία, ενώ τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά έμεναν σε εργατικές κατοικίες. Οι οδηγίες που άφησε η γιαγιά για την παραδοσιακή αρμένικη τέλεση της κηδείας της, καθώς και η επιθυμία της να παραδοθεί ένα χρυσό βραχιόλι σε ένα άγνωστο στην οικογένεια πρόσωπο που κατοικούσε στη Γερεβάν της Αρμενίας, αλλά και όλη η διαδικασία της κηδείας, πυροδοτεί ένα γαϊτανάκι μνήμης και αναζητήσεων που θα φέρει την Κάρλα αντιμέτωπη με την οικογενειακή της ιστορία, ύστερα από την επιμονή της να ταξιδέψει μαζί με τον πατέρα της στην Αρμενία.
Το τραύμα της Κάρλας έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους συμμαθητές της αλλά και με την ξαδέρφη της, δεν διαθέτει έναν σαφή δικό της τόπο κι αυτό αποτελεί ένα βίωμα που επαναλαμβάνεται διαγενεακά. Η εμπειρία της προγιαγιάς της, της Αρμίνε, η οποία έχασε το χωριό της όταν αυτό καταστράφηκε και εκείνη μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ορφανοτροφείο με τις καλόγριες που μιλούσαν τη μητρική της γλώσσα, εγγράφεται στην ιστορία της οικογένειας και η Κάρλα μεγαλώνει με την αίσθηση ότι δεν ανήκει πουθενά. Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετασχηματιζόταν σε έθνος, για την Αρμίνε, και κατ’ επέκταση για τους απογόνους της, δεν υπήρχε χώρος ένταξης. Με τον ίδιο τρόπο που η οικογένεια αποφεύγει συστηματικά να συζητά δημόσια φλέγοντα ζητήματα που αφορούν την ιστορία και την ταυτότητά της, έτσι και η ίδια η Κάρλα επιλέγει τη σιωπή απέναντι στη μισή Γερμανίδα ξαδέρφη της. Η φαινομενικά άσχετη, συγκρουσιακή σχέση της με τη Νίσα, κόρη της θείας από την πλευρά της μητέρας της, στα αρχικά κεφάλαια της αφήγησης, αποδεικνύεται τελικά κάτι πολύ περισσότερο από μια συνηθισμένη εφηβική αντιπαράθεση και λειτουργεί ως καθρέφτισμα μιας βαθύτερης σύγκρουσης.
Η ιστορία της οικογένειας της Κάρλας
Η αφήγηση δεν ακολουθεί γραμμική πορεία και ο αναγνώστης καλείται, μέσα από συνεχείς χρονικές μετατοπίσεις, να συναρμολογήσει σταδιακά τα κομμάτια ενός οικογενειακού παζλ που θα τον οδηγήσουν στην κάτοχο του βραχιολιού. Ο πατέρας της Κάρλα, ο Άβι, είναι Αρμένιος που έζησε στην Τουρκία πριν από τη γενοκτονία, αποφεύγοντας ωστόσο να μιλά για την καταγωγή του, ενώ η επίσης Αρμένισσα μητέρα του, η Μαριάμ, μετανάστευσε στη Γερμανία ως ανειδίκευτη εργάτρια σε εργοστάσια σοκολάτας, κλωστοϋφαντουργίας και ιχθυοκαλλιέργειες όταν εκείνος ήταν παιδί και δεν την ξαναείδε ποτέ. Μέσα από τη δική της ιστορία αναδεικνύεται η συνθήκη των γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν συλλήβδην ως Τούρκοι, αγνοώντας ότι στην Τουρκία ζούσαν και Αρμένιοι.
Η βία δεν σταμάτησε με το τέλος της γενοκτονίας. Το 1955, κατά τα Σεπτεμβριανά στην Κωνσταντινούπολη, σημειώθηκαν εκτεταμένα πογκρόμ. Καταστήματα καταστράφηκαν, ανάμεσά τους και το τσαγκάρικο του παππού της ηρωίδας
Στο πλαίσιο της στενής πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής συμμαχίας μεταξύ Γερμανικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γερμανικές εταιρείες επωφελήθηκαν από την εθνοκάθαρση των Αρμενίων αφού η βίαιη εκτόπισή τους συνοδεύτηκε από τις δημεύσεις περιουσιών, την αναδιάρθρωση της οικονομίας και τη δημιουργία φθηνού εργατικού δυναμικού. Παρά τη γνώση των γεγονότων μέσω διπλωματικών και στρατιωτικών αναφορών, η Γερμανία διατήρησε τη συμμαχία της και συνέχισε τις οικονομικές της δραστηριότητες, συμβάλλοντας έμμεσα στη συγκάλυψη των εγκλημάτων. Η βία δεν σταμάτησε με το τέλος της γενοκτονίας. Το 1955, κατά τα Σεπτεμβριανά στην Κωνσταντινούπολη, σημειώθηκαν εκτεταμένα πογκρόμ. Καταστήματα καταστράφηκαν, ανάμεσά τους και το τσαγκάρικο του παππού της ηρωίδας, εκκλησίες λεηλατήθηκαν, τάφοι βεβηλώθηκαν και χριστιανοί κληρικοί υπέστησαν βασανισμούς. Οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν νέο προσφυγικό κύμα, στο οποίο περιλαμβάνονταν και πολλοί Αρμένιοι, ενώ συνολικά καταγράφονται δεκάδες πογκρόμ κατά χριστιανικών πληθυσμών, μεταξύ αυτών και Ελλήνων, κι αυτό γιατί οι Τούρκοι φοβούνταν ότι οι Αρμένιοι θα δημιουργούσαν αστάθεια στην περιοχή λόγω θρησκευτικής συγγένειας με τη Ρωσία.
Η νέα και η παλιά ζωή
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ανασφάλειας, πολλοί Αρμένιοι κατέφυγαν στην απόκρυψη της ταυτότητάς τους ως μέσο προστασίας, χρησιμοποιώντας διαφορετικό όνομα μέσα στο σπίτι και διαφορετικό μπροστά στους γείτονες, εξού και ο ευθύβολος τίτλος του βιβλίου. Υπό αυτές τις συνθήκες, για τις αρμενικές οικογένειες της διασποράς, η τήρηση των παραδόσεων λειτούργησε ως βασικός μηχανισμός σταθερότητας. Η ενδοκοινοτική συνοχή, η οποία εκφραζόταν και μέσα από τους γάμους εντός της κοινότητας, λειτουργούσε ως τρόπος διατήρησης της ταυτότητας. Η μητέρα του Άβι δεν αποδεχόταν την ιδέα ενός γάμου με γυναίκα που δεν ήταν Αρμένισσα, με τον ίδιο τρόπο που και η ίδια ήταν αυτονόητο ότι έπρεπε να παντρευτεί Αρμένιο.
Η σιωπή λειτουργούσε ως κοινός άγραφος κανόνας, ένας τρόπος διατήρησης ισορροπιών σε έναν χώρο όπου οι άνθρωποι συνυπήρχαν χωρίς να μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά.
Στους τούρκικους καφενέδες της Γερμανίας, οι άντρες κάπνιζαν, έπιναν τσάι κι έπαιζαν τάβλι, αναπαράγοντας μια καθημερινότητα οικεία και φαινομενικά ακίνδυνη. Ωστόσο, η αποφυγή κάθε πολιτικής συζήτησης δεν ήταν τυχαία. Το αν κάποιος ήταν υπέρ ή κατά του στρατιωτικού καθεστώτος δεν αποτελούσε αντικείμενο συζήτησης για λόγους αυτοπροστασίας. Η σιωπή λειτουργούσε ως κοινός άγραφος κανόνας, ένας τρόπος διατήρησης ισορροπιών σε έναν χώρο όπου οι άνθρωποι συνυπήρχαν χωρίς να μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά. Όπως χαρακτηριστικά πίστευε ο πατέρας της Κάρλας, η αποφυγή των άκρων είναι χρυσός και κανένα ενθύμιο της παλιάς ζωής δεν μπορεί να σε βοηθήσει όταν φτάσεις στη νέα.
Το δυτικό βλέμμα
Η λεπτομερής αναπαράσταση των οικογενειακών τελετουργιών, των φαγητών και των τόπων, τόσο στην Κωνσταντινούπολη, όπου ταξιδεύει η ηρωίδα για να βρει τις ρίζες της, όσο και στην Αρμενία, συγκροτεί ένα αισθητικό πλαίσιο που αγγίζει τον οριενταλισμό, παρουσιάζοντας την Ανατολή ως έναν κατεξοχήν γοητευτικό χώρο στα όρια του εξωτισμού. Πρόκειται για έναν τρόπο θέασης που συνδέεται ιστορικά με το δυτικό βλέμμα απέναντι στην Ανατολή, γεγονός που εξηγείται αν σκεφτούμε ότι η συγγραφέας μεγάλωσε και έζησε στη Γερμανία – η ίδια άλλωστε έχει δηλώσει σε συνέντευξή της ότι αντιλαμβανόταν την Αρμενία ως ανατολίτικη χώρα, μια θεώρηση που την έφερε σε σύγκρουση με τον τρόπο που οι ίδιοι οι Αρμένιοι αντιλαμβάνονται την ταυτότητα του τόπου τους, κατατάσσοντάς τον στον ευρωπαϊκό χώρο.
Μέσα από μια γλώσσα που ενσωματώνει αποικιοκρατικές δομές, οι άνθρωποι συχνά παρουσιάζονται ως ομοιογενείς, ανώνυμες μάζες, περισσότερο ως φορείς ατμόσφαιρας.
Αυτό αποτελεί μια κριτική που μπορεί εύλογα να της ασκηθεί, ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο αναγνώστης απολαμβάνει τον τρόπο που περιγράφει τους τόπους, υιοθετώντας συνειδητά ή ασυνείδητα την οπτική της ταξιδιώτισσας-τουρίστριας. Μέσα από μια γλώσσα που ενσωματώνει αποικιοκρατικές δομές, οι άνθρωποι συχνά παρουσιάζονται ως ομοιογενείς, ανώνυμες μάζες, περισσότερο ως φορείς ατμόσφαιρας. Το ταξίδι με το φεριμπότ προς τα πριγκηπονήσια, τα παζάρια με τους ανθρώπους τους, το Καντίκιοϊ και η ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, η Αρμενία που στα μάτια της αφηγήτριας μοιάζει με ένα γαστρονομικό χωνευτήρι, οι φουρνάρηδες που πουλούν πεϊνιρλί με πρόβειο τυρί στις γωνίες, το όρος Αραράτ και η λίμνη Σεβάν, συνθέτουν ένα σκηνικό που λειτουργεί περισσότερο ως μια ανθρωπολογική παρατήρηση μέσα από την οποία συγκρίνονται άτυπα οι άνθρωποι και οι τόποι.
Χωρίς υπερβολές και εξάρσεις
Η συγγραφέας δημιουργεί μια απλή αλλά λειτουργική πλοκή για να ντύσει την ιστορία της, η οποία κρατάει το ενδιαφέρον και με μια αφήγηση ρέουσα που περνά αβίαστα από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, ταξιδεύει τον αναγνώστη μαζί με την ηρωίδα και την οικογένειά της από την Κωνσταντινούπολη, στη Γερμανία και από κει στην Αρμενία σε ένα οδοιπορικό μνήμης που ανασυνθέτει την πρώτη γενοκτονία του εικοστού αιώνα.
Χωρίς υπερβολές και συναισθηματικές εξάρσεις, το βιβλίο προσεγγίζει χαμηλόφωνα ένα ιστορικά φορτισμένο θέμα, το οποίο διαχρονικά συγκινεί τους Έλληνες αναγνώστες, λόγω της εγγύτητάς του με τα γεγονότα που οδήγησαν στη Μικρασιατική καταστροφή αλλά και της αίσθησης μιας ιστορικής αδικίας που δεν αποκαταστάθηκε.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ότι οι πρόγονοί μου υπήρξαν θύματα μιας γενοκτονίας το έμαθα στο γυμνάσιο. Από μια τυχαία φράση της καθηγήτριάς μου στην Ιστορία. Ήταν τελευταία ώρα. Χάζευα έξω από το παράθυρο και σκεφτόμουν τον Ρικάρντο και τα κόλπα του με το σκέιτμπορντ. Σκεφτόμουν αν το απόγευμα θα καθόμουν ξανά στην επικλινή ράμπα. Στα σκαλοπάτια, αρκετά κοντά του για να με προσέξει. Αλλά και αρκετά μακριά του ώστε να του κινήσω το ενδιαφέρον. «Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Νεότουρκοι δολοφόνησαν ενάμισι εκαταμμύριο Αρμένιους», είπε κάποια στιγμή η καθηγήτριά μου. Εκτός από μένα, μονάχα ο Μάλτε σήκωσε το κεφάλι του. «Είναι από τα θέματα που θα μπουν στο διαγώνισμα;» Η καθηγήτρια του έγνεψε αρνητικά. Ήθελα κι εγώ να σηκώσω το χέρι μου, αλλά αυτό παρέμεινε κολλημένο στο θρανίο. Τα γυμνασιόπαιδα δεν είναι και τα καταλληλότερα πρόσωπα για να θέσουν σοβαρά ερωτήματα. Ωστόσο, μέρες μετά το μάθημα, η φράση της δασκάλας μού τριβέλιζε το μυαλό. Μέχρι τότε για μένα Αρμένιοι ήταν μονάχα ο πατέρας μου, η γιαγιά μου, η θεία μου και η κουνιάδα της γιαγιάς μου. Και μάλιστα δεν ανήκαν στα θύματα της γενοκτονίας όπως την περιέγραφε το βιβλίο της Ιστορίας. «Γιατί δεν μου μίλησες ποτέ γι’ αυτό;» ρώτησα τον πατέρα μου το Σαββατοκύριακο την ώρα που καθόμασταν στην κουζίνα. Αντί να μου απαντήσει, με κοίταξε επιτιμητικά και η έκφραση αυτή δεν έφυγε από το πρόσωπό του για το υπόλοιπο της μέρας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Λάουρα Τσβιέρτνια γεννήθηκε στο Μπρέμεν-Νορντ και μεγάλωσε σε μια γερμανο-αρμενική οικογένεια. Σπούδασε στην Κολωνία και στη Γρανάδα της Ισπανίας.

Σήμερα είναι συντάκτρια στην εφημερίδα Die Zeit. Το βιβλίο Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς αποτελεί το λογοτεχνικό της ντεμπούτο.






















