
Για το βιβλίο του Τζόναθαν Σουίφτ (Jonathan Swift) «Μια ιστορία βαρελιού» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Loggia). Εικόνα: Τρία σχέδια από την έκδοση του 1705.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ακόμη κι αν δεχθούμε πως η σάτιρα δεν είναι μίμηση πράξης σπουδαίας και τέλειας, όπως μας έλεγε ο Αριστοτέλης, καίτοι η σύγχρονη κωμωδία έχει αντιστρέψει τις ιεραρχήσεις, δεν γίνεται να μην παραδεχθούμε πως όσο υπάρχει ένας Ευριπίδης θα έχουμε τη χρεία ενός Αριστοφάνη. Ομοίως, την περίοδο που ο Ντάνιελ Ντεφόου γινόταν ο θεμελιωτής του ρεαλιστικού μυθιστορήματος στην Αγγλία, ο Τζόναθαν Σουίφτ με το λαγαρό και κοφτερό ύφος του δεν άφηνε τίποτα που να μην εκπαραθυρωθεί από τη σοβαρή του θέση, και να μην ολισθήσει σε μια κάπως πιο φαιδρή.
Καμία καθοδήγηση
Η Ιστορία του βαρελιού έχει μια τέτοια «στρατηγική» διάθεση. Είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν επιδιώκουν να γίνουν αρεστά. Δεν προσφέρουν μια σταθερή αφήγηση, δεν καθοδηγούν τον αναγνώστη με ασφάλεια, ούτε του επιτρέπουν να νιώσει άνετα στη θέση του «παρατηρητή». Αντίθετα, τον παρασύρουν σε ένα κείμενο εκρηκτικό, αποσπασματικό και συχνά εσκεμμένα χαοτικό, όπου τίποτα δεν μένει στο απυρόβλητο: ούτε η θρησκεία, ούτε η φιλοσοφία, ούτε η λογοτεχνική αυθεντία, ούτε -τελικά- ο ίδιος ο συγγραφέας.
Πρόκειται για ένα από τα πιο ριζοσπαστικά έργα της ευρωπαϊκής σάτιρας και, ταυτόχρονα, για ένα από τα πιο δύσκολα στην ανάγνωση και την ερμηνεία. Γράφτηκε το 1704, σε μια εποχή έντονης θρησκευτικής και πολιτικής έντασης στην Αγγλία και την Ιρλανδία. Η αρχή του 18ου αιώνα ήταν μια περίοδος όπου οι συζητήσεις για θρησκευτική πίστη, ηθική και φιλοσοφία βρίσκονταν στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου.
Η αγγλική κοινωνία ήταν πολωμένη ανάμεσα στον καθολικισμό, τον αγγλικανισμό και τους προτεστάντες, ενώ οι συζητήσεις για την εξουσία της εκκλησίας, τη νομιμότητα της παράδοσης και τη σχέση κράτους-θρησκείας γίνονταν καθημερινά αντικείμενο διαμάχης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Σουίφτ δεν περιορίζεται σε μια απλή επίθεση· η σάτιρά του είναι πανταχού παρούσα, στοχεύοντας τις υπερβολές, την υποκρισία και τις αυθαίρετες ερμηνείες της πίστης.
Η αλληγορία
Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η αλληγορική ιστορία τριών αδελφών, του Πέτρου, του Μαρτίνου και του Τζακ, που κληρονομούν από τον πατέρα τους τρία πανομοιότυπα παλτά μαζί με αυστηρές οδηγίες για το πώς να τα φορούν. Η ιστορία αυτή παραπέμπει ευθέως στις τρεις μεγάλες χριστιανικές ομολογίες: τον καθολικισμό, τον αγγλικανισμό και τον προτεσταντισμό. Ωστόσο, όποιος περιμένει μια απλή αντικληρικαλική σάτιρα σύντομα διαψεύδεται. Ο Σουίφτ δεν επιτίθεται σε μία μόνο πλευρά· γελοιοποιεί την υπερβολή, τον δογματισμό και τη διαστρέβλωση της παράδοσης σε κάθε της μορφή. Το πρόβλημά του δεν είναι η πίστη καθαυτή, αλλά η ανθρώπινη ανάγκη να την ιδιοποιηθεί, να την παραμορφώσει και να την μετατρέψει σε εργαλείο εξουσίας.
Το παλτό, ως αντικείμενο, συμβολίζει την πίστη που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά
Εδώ, λοιπόν, δεν έχουμε απλώς μια λογοτεχνική ιδέα που σκάει στον αέρα διεκδικώντας μια επιβεβαίωση πρωτοτυπίας, αλλά το καθρέφτισμα μιας ολόκληρης εποχής. Το παλτό, ως αντικείμενο, συμβολίζει την πίστη που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά· η επιμονή στους κανόνες και η εμμονή στην τήρησή τους οδηγεί σε γελοιοποίηση, αντί να υπηρετεί τον πνευματικό σκοπό της. Αυτή η αλληγορία λειτουργεί ταυτόχρονα σε επίπεδο πολιτικό και φιλοσοφικό, δείχνοντας πώς η εξουσία και η παράδοση μπορούν να γίνουν όπλα στα χέρια των ανθρώπων.
Η τεχνική
Η τεχνική του Σουίφτ είναι ιδιοφυής, αν και όχι εύκολα προσβάσιμη για τον μέσο αναγνώστη. Η διαρκής παρεμβολή αποσπασμάτων, ψευδοδοκιμίων και αυτοαναφορικών σχολίων, δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι μορφής. Αντιπροσωπεύει τη διάσπαση της λογικής στην εποχή του Διαφωτισμού και τη δυσπιστία απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία. Ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθεί συνεχώς την αμφιβολία και την ειρωνεία, να αμφισβητεί τα πάντα και να μην θεωρεί τίποτα δεδομένο. Αυτή η στρατηγική κάνει το έργο πιο απαιτητικό, αλλά και πιο σύγχρονο, καθώς προαναγγέλλει τεχνικές που θα συναντήσουμε αιώνες αργότερα σε λογοτεχνία μεταμοντέρνας έμπνευσης.
Ο συγγραφέας σατιρίζει την υπερβολική σοβαρότητα των λογίων, τις πολιτικές και θρησκευτικές διαμάχες, αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.
Η σάτιρα του Σουίφτ είναι πολυεπίπεδη. Ο συγγραφέας σατιρίζει την υπερβολική σοβαρότητα των λογίων, τις πολιτικές και θρησκευτικές διαμάχες, αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη. Κάθε σελίδα μοιάζει να λέει: «Μην παίρνεις τίποτα σοβαρά, ούτε εμένα, ούτε τον εαυτό σου». Μέσα σε αυτό το παιχνίδι της ειρωνείας, η κωμωδία γίνεται όργανο γνώσης: το γέλιο δεν είναι μόνο ψυχαγωγικό, αλλά και διδακτικό, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες, τα πάθη και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Εδώ, προφανώς, ο Αριστοτέλης (που αναφέραμε στην αρχή) θα είχε κάποιες αντιρρήσεις, ωστόσο, τελικά ενδέχεται ο Σουίφτ να τον έπειθε με το εγχείρημά του.
Σε κατάσταση γελοιοποίησης
Το έργο του Σουίφτ αψηφά τις παραδοσιακές αριστοτελικές κατηγορίες. Αντί να παρουσιάζει «φαύλους» χαρακτήρες χωρίς συνέπειες, δημιουργεί μια κατάσταση όπου όλοι οι χαρακτήρες, ακόμη και οι αρεστοί ή οι υποτιθέμενα σοβαροί, βρίσκονται σε μια διαρκή διαδικασία γελοιοποίησης. Το γέλιο που προκαλείται δεν είναι αθώο· είναι πικρό, διανοητικό και, σε πολλές περιπτώσεις, ανατρεπτικό. Με αυτό τον τρόπο, το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί πρόδρομος της σύγχρονης σάτιρας, που συνδυάζει γέλιο, κριτική και αυτοαναφορικότητα, όπως συναντάμε σήμερα στο stand-up ή στο λογοτεχνικό χιούμορ που σατιρίζει τον ίδιο τον λόγο και την εξουσία.
Αναγνώστες και κριτικοί έχουν ερμηνεύσει το βιβλίο με διαφορετικούς τρόπους: ως επίθεση στην εκκλησία, ως φιλοσοφική σάτιρα, ως κριτική στη λογοτεχνική σοβαρότητα ή ως προειδοποίηση για την ανθρώπινη αλαζονεία.
Η πολυπλοκότητα του έργου εξηγεί γιατί έχει προκαλέσει τόσο έντονες συζητήσεις για αιώνες. Αναγνώστες και κριτικοί έχουν ερμηνεύσει το βιβλίο με διαφορετικούς τρόπους: ως επίθεση στην εκκλησία, ως φιλοσοφική σάτιρα, ως κριτική στη λογοτεχνική σοβαρότητα ή ως προειδοποίηση για την ανθρώπινη αλαζονεία. Η ίδια η πολυσημία του έργου αποτελεί μέρος της αξίας του: αναγκάζει τον αναγνώστη να εμπλακεί ενεργά, να σκεφτεί, να αμφισβητήσει και να γελάσει ταυτόχρονα.
Παρά τις δυσκολίες του, το βιβλίο παραμένει επίκαιρο. Σε έναν κόσμο γεμάτο πληροφορία, αυθεντίες και ιδεολογικές συγκρούσεις, η στρατηγική του Σουίφτ να διασπά τη σοβαρότητα και να αναδεικνύει τη γελοιότητα κάθε μορφής δογματισμού μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη. Το έργο μάς υπενθυμίζει ότι το γέλιο μπορεί να είναι όπλο, καθρέφτης και μέσο αυτοκριτικής, όλα εν ταυτώ.
Διανοητική διέγερση
Τι κι αν δεν είναι το κλασικό πρωτοεπίπεδο ανάγνωσμα; Τι κι αν δεν σκοπεί να προσφέρει άμεση παρηγοριά ή ηθική επιβεβαίωση; Η σπουδαιότητά του, τέτοια που έκανε τον «πολύ» Χάρολντ Μπλουμ να το χαρακτηρίσει στον Δυτικό Κανόνα ως την καλύτερη πρόζα στην αγγλική μετά τον Σαίξπηρ, είναι ότι προσφέρει μια εμπειρία διανοητικής διέγερσης και αισθητικής απόλαυσης, που συνδυάζει σάτιρα, αυτοαναφορικότητα και φιλοσοφικό βάθος.
Μέσα από τη διάλυση της αφήγησης και την ασταμάτητη ειρωνεία, ο Σουίφτ καταφέρνει να δημιουργήσει ένα έργο που συνεχίζει να προκαλεί, να διασκεδάζει και να προβληματίζει, τριακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του. Είναι ένα βιβλίο που απαιτεί συμμετοχή, προσοχή και διάθεση για αμφισβήτηση. Η μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου δένει αγαστά με το παιγνιώδες ύφος του Σουίφτ, προσφέροντάς μας το βρετανικό φλέγμα και σκώμμα του συγγραφέα σε άψογα ελληνικά.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζόναθαν Σουίφτ (1667-1745), σατιρικός συγγραφέας, ποιητής και φυλλαδιογράφος με έντονη πολιτική δράση, γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε Θεολογία στο Δουβλίνο. Πνεύμα οξύ και κριτικό, με βαθιά αίσθηση ειρωνείας, χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Το Μια ιστορία βαρελιού (1704) παρανοήθηκε, θεωρήθηκε έργο βλάσφημο και προκάλεσε τη δυσμένεια της βασίλισσας Άννας, αποκλείοντας τον Σουίφτ από τ’ αξιώματα στα οποία προσέβλεπε στην Εκκλησία της Αγγλίας. Το 1713 διορίστηκε πρωτοπρεσβύτερος του Αγ. Πατρικίου στο Δουβλίνο. Το 1738 παρουσίασε συμπτώματα φρενοβλάβειας και το 1741 θεωρήθηκε ανίκανος να φροντίζει τον εαυτό του και τέθηκε υπό επιμέλεια. Γνωστότερο έργο του, τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (1726).























