
Για το μυθιστόρημα του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες (Juan Gabriel Vásquez) «Τα ονόματα της Φελίσας» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος). Στην κεντρική εικόνα, η εικαστικός Φελίσα Μπουρστίν.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Αναζητώντας τις γυναίκες-σύμβολα, αυτές τις φυσιογνωμίες που, πολύ πριν αναδυθεί το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα και η διεκδίκηση της ισόκυρης θέσης της γυναίκας στον κοινωνικό βίο, διεκδίκησαν την αυταξία τους, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στην Κολομβιανή εικαστικό Φελίσα Μπουρστίν. Καίτοι σχετικά άγνωστη, υπήρξε μια σημαίνουσα μορφή του κολομβιανού μοντερνισμού και έμεινε στην ιστορία για τα πρωτοποριακά έργα της, που διεύρυναν τα όρια της κινητικής γλυπτικής, την ίδια στιγμή που χρησιμοποιούσε ευτελή υλικά (κυρίως μέταλλα) για να δημιουργεί τις πολυαισθητικές της εγκαταστάσεις.
Τι παραπάνω, άραγε, μπορεί να προσφέρει μια μυθιστορηματική βιογραφία μιας γυναίκας που με τη δράση και το οξύ πνεύμα της άφησε το χνάρι της στα εικαστικά, αλλά και πολιτικά πράγματα της χώρας της; Μα, ο Βάσκες δεν είναι ένας απλός καταγραφέας επιτευγμάτων και γεγονότων. Στο βιβλίο του Τα ονόματα της Φελίσας είναι σαν να φυσάει πνοή στο όνομα της Φελίσας και να της προσφέρει μια δεύτερη ζωή. Είναι το ίδιο ακριβώς που έκανε και ο Κολμ Τομπίν με τη μυθιστορηματική βιογραφία του Τόμας Μαν στον Μάγο.
Τα δύο αυτά βιβλία θα μπορούσαν να διαβαστούν παράλληλα για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν τη ζωή δύο πραγματικών προσώπων και κατάφεραν να αναδείξουν τη μυθιστορηματική πλευρά τους. Κοινώς, να δουν τις κρυφές ποιότητες των χαρακτήρων τους. Τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τα πάθη τους. Εντέλει, είναι δύο βιβλία που επανακαθορίζουν την έννοια της βιογραφίας.
Τα κενά
Ο Βάσκες, λοιπόν, εισδύει στον κόσμο της Φελίσας και με τη βοήθεια του τελευταίο συντρόφου της, του Πάμπλο, ανασκαλεύει μνήμες, τεκμήρια, στοιχεία και γεγονότα. Τα κενά που εμφανίζονται μπροστά του -η ζωή κάθε ανθρώπου έχει αυτά τα κενά- τα συμπληρώνει με τη δύναμη της φαντασίας, δίχως όμως να μας δίνει μια εκδοχή ξένη από αυτή που θα ταίριαζε στην Φελίσα.
Μια γυναίκα που ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, καθώς δεν δίστασε να πάει κόντρα στην εβραϊκή οικογένειά της, να χωρίσει, να μείνει μακριά από τις τρεις κόρες της, μόνο και μόνο για να ακολουθήσει τη φωνή της δημιουργίας που βοούσε μέσα της. Ωσαύτως, δεν δίστασε να τα βάλει με τη στρατοκρατούμενη Κολομβία και τον δικτατορικό μηχανισμό που σκορπούσε τρόμο, και να υποστηρίξει αριστερές ιδέες, καίτοι η ίδια δεν υπήρξε ποτέ μέλος μιας αριστερής οργάνωσης. Αν και πολλές φορές αναγκάστηκε να αποχωριστεί τη γενέθλια Μπογκοτά, η διά βίου αγάπη της για την Κολομβία την έφερε τελικά πίσω. Η τελευταία κατοικία της, όπως είχε ζητήσει, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η κολομβιανή γη.
Μια γεμάτη ζωή
Από τη Νέα Υόρκη στην Κολομβία και εν συνεχεία στο Παρίσι, η Φελίσα δεν άλλαζε μόνο τόπους, αλλά προσέφερε στη ζωή της το δικαίωμα να υπάρξει όπως εκείνη ήθελε. Έζησε έντονα, μετέφερε το πάθος της στα έργα της, αγάπησε, χώρισε, έχασε δικά της άτομα, πικράθηκε, πολέμησε για τις ιδέες της, αδικήθηκε από τον κολομβιανό Τύπο που τη χαρακτήριζε «τρελή» (κι εκείνη απαντούσε πως είναι καλύτερα να δηλώνει τρελή σε μια πατριαρχική κοινωνία) και, τελικά, έφτασε στο σημείο να βιώσει μια εσωτερική μοναξιά, η οποία την οδήγησε σε πρόωρο τέλος.
Η σειρά έργων της με τίτλο «Οι υστερικές» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προθυμίας της να μετατρέψει τις προσβολές σε κολακεία και να μετασχηματίσει την εχθρικότητα σε τέχνη. Κατασκευασμένες από λεπτές λωρίδες χάλυβα που είχε συλλέξει από ένα τοπικό εργοστάσιο, αυτές οι δελεαστικές κυκλικές μορφές πάλλονται χωρίς συγκεκριμένο ρυθμό, χάρη σε μικρούς μηχανισμούς, εκπέμποντας έναν ανησυχητικό μηχανικό θόρυβο. Θέτουν υπό αμφισβήτηση σεξιστικούς ιατρικούς κώδικες που αφορούν τις γυναίκες και συγκλόνισαν βαθιά το κοινό.
Η χουντική κυβέρνηση της χώρας της (κάθε φορά και διαφορετική) δεν μπορούσε να αποδεχθεί την ελευθεριότητα της Μπουρστίν και συχνά πυκνά της έκανε τη ζωή δύσκολη
Κλεισμένη σε ένα γκαράζ δίπλα στο εργοστάσιο του πατέρα της, το οποίο είχε μετατρέψει σε ατελιέ, η Μπουρστίν εργάστηκε άοκνα επί είκοσι χρόνια. Η αθεόφοβη δεν δίστασε να κρεμάσει εκεί τα πορτρέτα του Φιδέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα, έπειτα από μια επίσκεψη στην Κούβα, κάτι που έκανε να φρίττουν οι λογής πράκτορες της ασφάλειας που την επισκέπτονταν για τους συνήθειες ελέγχους, οι οποίοι κάποια στιγμή οδήγησαν στη σύλληψή της. Η χουντική κυβέρνηση της χώρας της (κάθε φορά και διαφορετική) δεν μπορούσε να αποδεχθεί την ελευθεριότητα της Μπουρστίν και συχνά πυκνά της έκανε τη ζωή δύσκολη. Την ανάγκασε, τελικά, να φύγει άρον άρον -ουσιαστικά φυγαδεύτηκε έπειτα από ολόκληρη επιχείρηση- με τελικό προορισμό το Παρίσι.
Ο Μάρκες
Δίπλα της, πάντα αρωγός σε κάθε προσπάθειά της, δεν ήταν μόνο ο τελευταίος από τους συντρόφους της, αλλά και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Γνωρίστηκαν όταν ακόμη ο Νομπελίστας συγγραφέας ήταν νέος και μόλις είχε αρχίσει να ταρακουνάει τον κόσμο με τα πρώτα του βιβλία. Είχαν και οι δύο τους το Παρίσι να τους ενώνει και την αναγκαστική εξορία τους από την πατρίδα. Τους έδεναν πολλά, γι’ αυτό και ο Μάρκες, όταν άρχισε να γίνεται γνωστός και να ανοίγουν γι’ αυτόν όλες οι πόρτες, στάθηκε πολλές φορές στο πλευρό της Φελίσας.
Ανάμεσα σε φίλους, μεταξύ αυτών ο Μάρκες και η γυναίκα του, Μερσέδες, η Φελίσα βρήκε ξαφνικό θάνατο, τη στιγμή που η παρέα είχε βγει έξω για φαγητό σε ένα ρωσικό εστιατόριο στο Παρίσι. Ήταν 8 Ιανουαρίου 1982 όταν συνέβη το απευκταίο. Τυπικά, η Φελίσα πέθανε σε ηλικία μόλις 49 ετών, προδομένη από την καρδιά της. Κι όμως, ο Μάρκες φαίνεται πως βρήκε την πραγματική αιτία του τέλους της όταν έγραψε σε ένα άρθρο του ότι πέθανε από θλίψη.
Η θλίψη
Μια θλίψη ανερμήνευτη, ερμητικά κλεισμένη στα εσώψυχά της και την οποία ο Βάσκες διερευνά δίχως να είναι σε θέση να την ορίσει. Άλλωστε, κατανοεί και ο ίδιος πως ούτε η μυθοπλασία είναι ικανή να χαρτογραφήσει την κινούμενη άμμο που υπήρχε μέσα της και η οποία τη βύθιζε κάθε μέρα και περισσότερο, ως τη στιγμή της πλήρους εξαφάνισης.
Το γεγονός ότι στις μέρες μας γίνονται αναδρομικές εκθέσεις με έργα της και ότι το πέρασμά της από τη ζωή δεν έχει εξαφανιστεί, κάτι δείχνει για την αξία της.
Η Φελίσα ήταν σαν εκείνα τα άστρα που έλαμψαν νωρίς και το φέγγος τους ήταν τόσο δυνατό που οδήγησε στην αυτοανάφλεξή της. Η μικρότητα και η στενοκεφαλιά με την οποία αντιμετωπίστηκε από τη συντηρητική και εν πολλοίς υποκριτική κολομβιανή κοινωνία, οι διώξεις που υπέστη από το χουντικό καθεστώς, η απομάκρυνσή της από τις κόρες της, αλλά και το πλήρες δόσιμο στην τέχνη της (ως του σημείου της εξαντλήσεως), φαίνεται πως λειτούργησαν ανασχετικά. Κάηκε νωρίς το κερί της, σώθηκε το λάδι της πριν την ώρα του.
Ακόμη κι έτσι, η Φελίσα πρόλαβε να αφήσει το όνομά της στην τέχνη. Το γεγονός ότι στις μέρες μας γίνονται αναδρομικές εκθέσεις με έργα της και ότι το πέρασμά της από τη ζωή δεν έχει εξαφανιστεί, κάτι δείχνει για την αξία της. Η δουλειά του Βάσκες, ο σεβασμός με τον οποίο χειρίστηκε το υλικό μιας ζωής, αλλά και την ίδια τη Φελίσα, καθώς και ο τρόπος που αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο, δείχνουν πως ο Κολομβιανός συγγραφέας -δικαίως- ανήκει αυτή τη στιγμή στην κατηγορία των σημαντικών πεζογράφων παγκοσμίως. Όσο για τη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη (έχει μεταφράσει πολλάκις τον Βάσκες), ό,τι και να γράψεις θα είναι λίγο. Ακολούθησε πιστά την ανθρωπιά που βγάζει το ύφος του Βάσκες από την πρώτη κιόλας πρόταση. Την ακολούθησε και την τίμησε δεόντως.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες γεννήθηκε στην Μπογκοτά της Κολομβίας, το 1973, και σπούδασε Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία στη Σορβόνη. Έχει εκδώσει οκτώ μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, καθώς και τέσσερις συλλογές φιλολογικών δοκιμίων.
Στα ελληνικά, κυκλοφορούν, από τις εκδόσεις Ίκαρος, τα βιβλία του: Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (2014), Οι πληροφοριοδότες (2015), Η μορφή των λειψάνων (2018), Οι υπολήψεις (2019), Τραγούδια για την πυρκαγιά (2020) και Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω (2021).

Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία, σημαντικότερα των οποίων είναι το Premio Alfaguara (2011), το English Pen Award (2012), το Prix Roger Caillois (2012), το Premio Von Rezzori (2013), το IMPAC Dublin Literary Award (2014), το Premio Real Academia Española (2014) και το Βραβείο Biblioteca de Narrativa Colombiana (2020).
Τα βιβλία του έχουν εκδοθεί σε 28 γλώσσες και σε περισσότερες από 40 χώρες. To 2016 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών από τη Γαλλική Δημοκρατία.
























