
Για τη νουβέλα του Εντουάρ Λουί (Edouard Louis) «Κατάρρευση» (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη, εκδ. Αντίποδες). Εικόνες από το ντοκιμαντέρ «Édouard Louis ou la transformation» του François Caillat (2023).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Αλήθεια, πόσες αφορμές έχει ο Εντουάρ Λουί να γράψει ένα βιβλίο; Σε αντίθεση με την πλειονότητα των άλλων συγγραφέων που ψάχνουν με… ξόβεργα το θέμα που θα τους κινήσει το ενδιαφέρον, ο Γάλλος δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα περισσότερο από το να στρέψει το βλέμμα του προς το οικογενειακό του περιβάλλον.
Ο πατέρας του, ο πατριός του, η μητέρα του, ο ίδιος και η σεξουαλικότητά του και τώρα ο αδελφός του. Έχει γραφτεί και αναλυθεί εκτενώς τι σημαίνει autofiction, τι καινούργιο φέρνει (αν φέρνει) στη λογοτεχνία κι αν αυτό που κάνει, εν προκειμένω, ο Λουί είναι, όντως, μια μεταμυθοπλασία της ζωής του ή απλώς τραβάει την κουρτίνα για να δούμε τα ενδότερα μιας τυπικής λαϊκής οικογένειας του βορρά της Γαλλίας.
Καμία έκπληξη
Για κάποιον που έχει διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία του, και η αλήθεια είναι ότι τον ακολουθούν πάμπολλοι αναγνώστες (και μάλιστα φανατικά), η Κατάρρευση δεν πρόκειται να τον εκπλήξει. Κι αυτή είναι μια διαπίστωση που αξίζει να σταθούμε. Τι διαφορετικό, καινοφανές, ολοζώντανο ή, τέλος πάντων, διαφορετικό φέρνει ο Λουί από βιβλίο σε βιβλίο; Αλλάζει ο τόνος; Διαφέρει το ύφος; Ιχνηλατεί διαφορετικά πεδία διά των λέξεων; Αναζητεί μια άλλη, ξεχωριστή ματιά στα πράγματα, ακόμη και στα της οικογένειάς του; Η απάντηση είναι «όχι». Το ίδιο κοινό ρεύμα ενώνει όλα τα βιβλία του. Έτσι που αν τα ενώσεις όλα μαζί φτιάχνουν έναν πολυσέλιδο τόμο.
Ποιος ο λόγος για πειραματισμούς σε κάτι που το έχεις ήδη βρει; Από την άλλη, όμως, ενδέχεται να καταλήξεις στο συμπέρασμα πως διαβάζεις πάντα το ίδιο βιβλίο.
Από τη μία φυσικά, προς υπεράσπισή του, κάθε συγγραφέας είναι το κατακτημένο ύφος του. Ποιος ο λόγος για πειραματισμούς σε κάτι που το έχεις ήδη βρει; Από την άλλη, όμως, ενδέχεται να καταλήξεις στο συμπέρασμα πως διαβάζεις πάντα το ίδιο βιβλίο. Φευ, στον Λουί ισχύουν και τα δύο. Βεβαίως, οι πιστοί αναγνώστες του ίσως διαφωνήσουν (θεμιτό), μόνο που η αλήθεια των έργων του κραυγάζει: ο Λουί γράφει συνεχώς το ίδιο πράγμα, διερευνά το ίδιο ζήτημα, πάντα από τη μια και μόνη οπτική γωνία που εμπιστεύεται: τη δική του.
Ο αδελφός
Όπως, λοιπόν, έκανε και στα προηγούμενα βιβλία του, στην Κατάρρευση το αντικείμενο της έρευνάς του είναι ένα οικείο πρόσωπο: αυτή τη φορά ο μεγαλύτερος –ετεροθαλής– αδελφός του. Από την αρχή κιόλας, με μια κατηγορηματική φράση που θυμίζει τον Ξένο του Καμύ, μάς πληροφορεί πως ο αδελφός του βρέθηκε νεκρός, αλλά ο εκείνος δεν ενδιαφέρθηκε περισσότερο. Σαν να άκουσε μια είδηση για κάποιον άγνωστό του.
Μεγαλώνοντας έγινε ένα κλασικό χαμένο κορμί που έκλεβε, έπινε, γινόταν βίαιος, αλλά συνάμα καυχησιάρης...
Σκληρή διαπίστωση, η οποία όμως εξηγείται σε όλη την έκταση του βιβλίου. Η σχέση τους δεν ήταν καλή, ενώ τα τελευταία χρόνια είχαν εντελώς χαθεί. Ο αδελφός του ήταν από μικρός παραβατικός και ατίθασος, ενώ μέσα του βάραινε πάντα η απαξίωση που ένιωθε από τους γονείς του και κυρίως από τον πατέρα του. Μεγαλώνοντας έγινε ένα κλασικό χαμένο κορμί που έκλεβε, έπινε, γινόταν βίαιος, αλλά συνάμα καυχησιάρης, σπουδαιοφανής, ακόμη και γλυκός με τους ανθρώπους. Δισυπόστατος όπως ήταν, δεν μπορούσε να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις με κανέναν, παρά μόνο με το ποτό.

Αναζητώντας τον εαυτό
Αυτό ήταν άλλωστε που τον έστειλε στον άλλο κόσμο σε ηλικία μόλις 38 ετών. Τι κάνει, λοιπόν, ο Λουί σε αυτό το βιβλίο; Προσδοκά να σκιαγραφήσει το προφίλ ενός προβληματικού ανθρώπου; Ο ίδιος σημειώνει πως γράφει για να κατανοήσει τον εαυτό του, μέσω της σχέσης του με τον αδελφό του και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του.
Πώς, δηλαδή, εκείνος κατάφερε να ξεφύγει από την οικογενειακή μέγγενη που έσφιγγε έως πνιγμού κάθε μέλος της, και στη συγκεκριμένη περίπτωση τον αδελφό του. Λέει πως ο αδελφός του είναι σαν να γεννήθηκε με ένα Τραύμα (ναι, με κεφαλαίο), μια πληγή, η οποία όχι μόνο δεν επουλωνόταν συν τω χρόνω, αλλά έδινε περισσότερο πόνο και αίμα. Αυτή η στρεβλή διάσταση ζωής που όδευε μαθηματικά προς την κατάρρευση και τελικά τον θάνατο, υπαγορευόταν από τη λαϊκή καταγωγή του αδελφού του.
Το πολιτικό πλαίσιο
Να πάλι το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετεί όλα τα θέματά του ο Λουί. Αν δεν είσαι μπουρζουάς, δεν έχεις μόρφωση και δεν διαθέτεις τα οικονομικά μέσα να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα, ακόμη και να αποτύχεις, καταλήγεις ένας μικρός απατεώνας, με πρώτο θύμα τον ίδιο σου τον εαυτό. Ο μανιχαϊσμός της άποψης του Λουί σηκώνει πολλή ανάλυση, καθώς πρόκειται για ένα κοινωνιολογικό συμπέρασμα εκ του προχείρου ή, τέλος πάντων, ένα συμπέρασμα που βασίζεται σε μικρό δείγμα ανάλυσης. Εκτός και αν θεωρεί ο συγγραφέας πως όλες οι λαϊκές οικογένειες στη Γαλλία (ή αλλού) έχουν την ίδια –μοιραία– κατάληξη. Μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο; Προφανώς και όχι.
Το λούμπεν στοιχείο με όλα τα συμπαρομαρτούντα του εμφανίζεται κι εδώ στο πρόσωπο του αδελφού του. Όσες φορές προσπάθησε να φύγει από τον πάτο, επέστρεψε σ’ αυτόν αύτανδρος.
Είναι αντιληπτό πέρα για πέρα γιατί ο Λουί έχει εδραία ανταπόκριση σε μεγάλα αναγνωστικά κοινά. Τα βιβλία του είναι ευθύβολα, σκληρά, εισδύουν σε κρυφές γωνίες και με αλογόκριτο τρόπο φέρνουν στην επιφάνεια τα σκοτεινά σημεία του οικογενειακού βίου. Φυσικά, όλα αυτά είναι σαν να δίνουν φωνή σε ανθρώπους που έχουν βιώσει παρόμοιες ή αντίστοιχες καταστάσεις. Το λούμπεν στοιχείο με όλα τα συμπαρομαρτούντα του εμφανίζεται κι εδώ στο πρόσωπο του αδελφού του. Όσες φορές προσπάθησε να φύγει από τον πάτο, επέστρεψε σ’ αυτόν αύτανδρος. Το ποτό τον νικούσε πάντα. Μόνο που το ποτό λειτουργούσε ως αναισθητικό για να λειάνει τον εσωτερικό, ολοκάθαρα ψυχικό πόνο που αισθανόταν. Ένα κενό που του είχε δημιουργήσει η οικογένειά του.
Τι κομίζει
Τι κομίζει, λοιπόν, αυτό το βιβλίο; Μάλλον τη συνέχεια μιας άλλης οικογενειακής πράξης; Θα είναι η αδελφή του το επόμενο μέλος που θα αναλυθεί; Άλλωστε, στην Κατάρρευση εμφανίζεται αρκετά. Μήπως θα είναι ο μικρότερος αδελφός του; Κάποιος ξάδελφος ενδεχομένως;
Όλα αυτά τα επιμέρους πρόσωπα λειτουργούν ως εναύσματα και ως αφορμές για να μιλήσει ο Λουί για τον εαυτό του, να αναζητήσει τον μύθο πίσω από τη ζωή του και να κατανοήσει, ενδεχομένως, τις δικές του αποφάσεις και τα κίνητρα που τις υπαγόρευσαν. Πόσο αναγνωστικό ενδιαφέρον έχει αυτό; Αποδεικνύεται πως έχει. Όχι για όλους, αλλά κι αυτό είναι αναμενόμενο. Η μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη, όπως πάντα, είναι ακριβής και συνεπής στο ύφος του συγγραφέα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
























