
Για τη νουβέλα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Fyodor Dostoevsky) «Σημειώσεις από το υπόγειο» (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Άγρα).
Γράφει η Διώνη Δημητριάδου
Στα κλασικά έργα επιστρέφουμε, αυτή άλλωστε είναι και η αξία τους, πολύ πιο πάνω από την όποια επικαιρότητα στη θεματική τους. Για το έργο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Σημειώσεις από το υπόγειο έχει ασχοληθεί η κριτική και η διανόηση σχεδόν από την πρώτη του δημοσίευση, το 1864, στο λογοτεχνικό-πολιτικό μηνιαίο περιοδικό Εποχή, υπογεγραμμένο από τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, εκδότη του περιοδικού, μαζί με τον αδελφό του Μιχαήλ. Ένα έργο που ξάφνιασε, που ενίοτε παρεξηγήθηκε στις προθέσεις του, αλλά αργότερα αξιολογήθηκε ως προάγγελος των μεγάλων μυθιστορημάτων του δημιουργού του.
Ο άνθρωπος του «υπογείου», απομονωμένος και αποσυνάγωγος, στον εμβληματικό του μονόλογο μιλάει με οργή, πάθος αλλά και ειρωνεία, για την κοινωνία της εποχής του, προεκτείνοντας την κριτική του σε βάθος, αναζητώντας στην ανθρώπινη φύση και στις έξωθεν επιδράσεις τις γενεσιουργές αιτίες του φαινομένου. Ο λόγος του αποκαλύπτει έναν χαρακτήρα εγωπαθή και ανορθολογικό, δηκτικό και εκδικητικό, διακατεχόμενο από συναισθήματα μισανθρωπισμού. Ο ίδιος, ωστόσο, ο Ντοστογιέφσκι δηλώνει πως με το έργο του αυτό δεν παρουσιάζει μια εξαίρεση, αλλά αντιθέτως τον πραγματικό άνθρωπο της ρωσικής πλειονότητας, φορέα ενός παραλογισμού, ακόμα και πίσω από τις πιο υψηλόφρονες ιδέες. Δείχνει, όπως και στα υπόλοιπα έργα του, την τραγικότητα του ανθρώπου που έχει επίγνωση της κατάστασής του, δεν μπορεί, όμως, ή δεν τολμά να την αλλάξει.
Επειδή έχει ιδιαίτερη σημασία η εκτίμηση ενός έργου τοποθετημένου ως συγγραφή αφενός μέσα στην εποχή του και αφετέρου στις προσωπικές συνθήκες, στα βιώματα του συγγραφέα, πρέπει να συνδέσουμε το συγκεκριμένο έργο με τα χρόνια παραμονής του στα κάτεργα της Σιβηρίας, χώρο από τον οποίο αποκόμισε τα στοιχεία του ανθρώπινου ψυχισμού που συναντάμε στην ψυχογράφηση των ηρώων των βιβλίων του. Ο ανώνυμος κάτοικος του «υπογείου» είναι ένας από αυτούς, έγκλειστος στον δικό του οιονεί υπόγειο κόσμο, από όπου παρατηρεί και καταγράφει.
Οι νεκρογενείς άνθρωποι
Αν δεχθούμε πως «Το υπόγειο», δηλαδή το πρώτο μέρος του έργου, είναι, στην ουσία, ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, γραμμένο με τον ιδιαίτερο τρόπο ενός συχνά εμπαθούς μονολόγου, το δεύτερο μέρος, δηλαδή το «Μ’ αφορμή το υγρό χιόνι», είναι μια νουβέλα, εν είδει τεκμηρίωσης των θέσεων του προηγηθέντος δοκιμίου. Είναι μια αφήγηση κάποιων γεγονότων που, όπως λέει στο τέλος του «Υπογείου» ο ανώνυμος άνθρωπος, δεν τον άφηναν ήσυχο, και πιστεύει πως η καταγραφή τους ίσως τον βοηθήσει να γίνει καλός και τίμιος, αν μη τι άλλο. Ολοκληρώνοντας τη νουβέλα του θα γενικεύσει, προεκτείνοντας τη δική του θλιβερή εμπειρία από τις συναναστροφές του σε μια συναγόμενη αλήθεια, πως οι περισσότεροι άνθρωποι (ο ίδιος, βέβαια, θα πει όλοι σας, εξαιρώντας τη δική του περίπτωση) δεν τολμούν να αντιμετωπίσουν τη «ζωντανή ζωή» (δηλαδή την κανονική, απλή και καθημερινή ζωή, χωρίς την ωραιοποίηση της λογοτεχνίας), όντας νεκρογενείς, γεννημένοι και αυτοί από γονείς που δεν είναι όντως «ζωντανοί».
Ο άνθρωπος του Υπογείου φέρνει τη δική του παραδοξότητα στον τέλειο αυτό κόσμο, διακηρύσσοντας πως ο εγωπαθής αμοραλισμός υπερβαίνει την «πειθαρχία» του ορθού λόγου
Έχει, νομίζω, σημασία το γεγονός πως ο Ντοστογιέφσκι δημιουργώντας τη λογοτεχνική περσόνα του ανθρώπου στις Σημειώσεις από το υπόγειο, χρησιμοποιεί τον όρο παραδοξολόγος, χαρακτηρίζοντάς τον. Η λέξη παραπέμπει στο «παρά την δόξαν», υπονοώντας τη διαφορετική (ίσως και αποσυνάγωγη και απορριπτέα από τους πολλούς) άποψη, θεώρηση του κόσμου. Σε μια δεύτερη προσέγγιση υπονοεί την τραγικότητα του παράδοξου, όπως εμφανίζεται στην προσπάθεια του ανθρώπου να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια ζωή διαρκών αδιεξόδων και στις ανεδαφικές και ουτοπικές εξαγγελίες μιας καλύτερης ζωής. Καθόλου τυχαία το κείμενο του Ντοστογιέφσκι έρχεται ως ένσταση στο έργο του Ν. Γ. Τσερνισέφσκι Τι να κάνουμε, έργο ιδιαίτερα επιδραστικό στην εποχή του, στηριγμένο σε μια θεωρία ουτοπιστική για έναν κόσμο δομημένο στις βάσεις του ορθολογισμού και της επιστήμης. Ο άνθρωπος του Υπογείου φέρνει τη δική του παραδοξότητα στον τέλειο αυτό κόσμο, διακηρύσσοντας πως ο εγωπαθής αμοραλισμός υπερβαίνει την «πειθαρχία» του ορθού λόγου, αρνούμενος το βασικό αξίωμα πως δύο και δύο κάνουν τέσσερα, δυναμιτίζοντας έτσι τον αστήρικτο ενθουσιασμό για μια νέα κοινωνία, έναν καινούργιο άνθρωπο.
Οι εκδόσεις Άγρα επαναφέρουν στο προσκήνιο της συζήτησης το έργο αυτό του Ντοστογιέφσκι, στη μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου (η ίδια μετάφραση είχε κυκλοφορήσει το 2007 από τις εκδόσεις Ίνδικτος), η οποία υπογράφει και την Εισαγωγή και τις κατατοπιστικές Σημειώσεις. Σκληρόδετη έκδοση με το μισό κρυμμένο πρόσωπο στο εξώφυλλο να παραπέμπει στην «υπόγεια» θέα στον κόσμο.
*Η ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ είναι συγγραφέας. Το νέο της βιβλίο, Ο φλοιός και ο χυμός – Υπέργειες και υπόγειες προσεγγίσεις σε λογοτεχνικούς τόπους, κυκλοφορεί από τις εκδ. Κουκκίδα.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Για τον Θεό –θα σας φωνάξουν–, δεν πρέπει να εξεγείρεστε: Δυο και δυο κάνουν τέσσερα! Η φύση δεν σας ρωτάει· δεν την ενδιαφέρουν οι επιθυμίες σας, ούτε σε ποιο βαθμό σας αρέσουν ή δεν σας αρέσουν οι νόμοι της. Οφείλετε να την αποδέχεστε όπως είναι, κι επομένως κι όλες τις συνέπειές της. Ο τοίχος λοιπόν είναι τοίχος… κλπ. κλπ.» Για τον Θεό, τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα οι νόμοι της φύσης και η αριθμητική, όταν για κάποιο λόγο αυτοί οι νόμοι και το δύο και δύο ίσον τέσσερα δεν μου αρέσουν; Εννοείται πως δεν θα γκρεμίσω τον τοίχο αυτό με το κεφάλι μου, αφού δεν έχω όντως τη δύναμη να το κάνω, αλλά δεν θα συμφιλιωθώ κιόλας μόνο και μόνο γιατί έχω μπροστά μου έναν πέτρινο τοίχο και δεν έχω τις δυνάμεις να τον ρίξω» (σ. 43).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ρωσικής καταγωγής. Ο Φιοντόρ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε το 1821 στη Μόσχα. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Μηχανικών της Πετρούπολης. Υπηρέτησε στον στρατό για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο, όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματα του.

Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α΄. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί γιά συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Τα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά άνετα.
Σ' αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτης, Οι αδερφοί Καραμαζώφ, Έγκλημα και τιμωρία, Ο ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών, ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Πολίτης και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.






















