
Για το μυθιστόρημα του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Georgi Gospodinov) «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος). Εικόνα: Ο πίνακας «Ο κήπος του θανάτου» του Ούγκο Σίμπεργκ.
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Ο νικητής του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ 2023 για το μυθιστόρημά του Χρονοκαταφύγιο, Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, περιγράφει τον εαυτό του ως ποιητή. Με τη χαρακτηριστική του τρυφερότητα και όχημα την αλληγορία, εξερευνά τη μνήμη, τη μελαγχολία και τον χρόνο μέσα από τα τρία προηγούμενα αλληλένδετα έργα του.
Στο Φυσικό μυθιστόρημα, ο αφηγητής προσπαθεί να κατανοήσει τη διάλυση του γάμου του μέσα από φυσικούς νόμους, τη γλώσσα και τη σχέση σώματος και ψυχής, μετατρέποντας την καθημερινότητα σε υπαρξιακό πείραμα. Η δομή που υπάρχει στη φύση αντιπαραβάλλεται με την τεχνική/τεχνητή δομή που διέπει τη ζωή και την έκφραση σε ένα μυθιστόρημα. Είναι η απεικόνιση της ζωής στη μεταπολεμική Βουλγαρία, διαποτισμένη με τη θλίψη της κατάρρευσης, το απέλπιδο κενό ενός συγχυσμένου νου, μιας ψυχής που αγωνιά.
Στο Περί φυσικής της μελαγχολίας, ο συγγραφέας πραγματεύεται τη συλλογική και ατομική θλίψη, αξιοποιώντας τον μύθο του Μινώταυρου ως αλληγορία της απόρριψης και της απομόνωσης. Μέσα από τη διερεύνηση της μνήμης και της συνείδησης, αναδεικνύει τη μελαγχολία ως πανανθρώπινη κατάσταση. Επισημαίνει ότι η μελαγχολία δεν έχει γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν έχει πολιτικές ρίζες, είναι μια κατάσταση οργανική με την οποία καλείσαι να συμφιλιωθείς και να συνυπάρξεις. Σε αρκετά σημεία, το μυθιστόρημα προοικονομεί τη θεματική του επόμενου έργου του και αφήνει να διαφανούν οι νοηματικοί δεσμοί με το προηγούμενο.
Τέλος, στο Χρονοκαταφύγιο, η μνήμη γίνεται πολιτικός και κοινωνικός μηχανισμός. Μια από τις τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Γκοσποντίνοφ στα έργα του είναι η διακειμενικότητα. Στο Χρονοκαταφύγιο, το κείμενο συνομιλεί όχι μόνο με έργα άλλων συγγραφέων μα και με τα έργα του ιδίου του συγγραφέα. Θεμέλιος λίθος της αφήγησης είναι η μνημονική και συνειρμική ανάκληση, μια επιρροή από τον Προυστ, όταν αναφέρει τη «μαντλέν της μνήμης μου». Δημιουργούνται χώροι όπου οι άνθρωποι, ακόμη και ολόκληρα έθνη, επιστρέφουν στο παρελθόν για να αποφύγουν το μέλλον. Το έργο σχολιάζει τη σύγχυση πραγματικότητας και εικόνας, τη νοσταλγία ως καταφύγιο και την ανάγκη να εξέλθουμε, σαν πεταλούδες, από το κουκούλι της ασφάλειας για να ζήσουμε στο παρόν.
Ο κηπουρός και ο θάνατος
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της μυθοπλασίας του Γκοσποντίνοφ είναι η αξιοποίηση του προσωπικού βιώματος, η ενσωμάτωση δικών του αναμνήσεων, εμπειριών και οικογενειακών στιγμών στα έργα του. Στο νέο του μυθιστόρημα Ο κηπουρός και ο θάνατος, που κυκλοφόρησε, όπως και τα προηγούμενα, από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, το αυτοβιογραφικό στοιχείο βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης. Με αφορμή τον θάνατο του πατέρα του και την περιπέτεια της υγείας του, ο Γκοσποντίνοφ ανασυνθέτει τη μεταξύ τους σχέση με στόχο την αναπαράσταση του δεσμού με τον πατέρα σε κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό επίπεδο.
Η ζωή στην κομμουνιστική Βουλγαρία μετά τον Β' ΠΠ, η βουλγαρική παράδοση και κουλτούρα, η νόσος, ο θάνατος και η μνήμη, μέσα από προσωπικές αφηγήσεις και διακειμενικές αναφορές, συγκροτούν έναν πολύπλευρο αναστοχασμό, αγγίζοντας και το μεταφυσικό στοιχείο. «Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο, αλλά για τη θλίψη για τη ζωή που φεύγει. Και υπάρχει διαφορά» (σελ. 12). Πάνω σε αυτή τη συνθήκη, ο Γκοσποντίνοφ χτίζει το υβριδικό αυτό έργο του. Γίνεται ο αφηγητής μιας ιστορίας που θα κρατήσει ζωντανή τη μνήμη δημιουργώντας, όπως και ο ίδιος επισημαίνει, έναν κόσμο παράλληλο, ώστε να συνυπάρχει το παρελθόν με το παρόν.
Εξ αρχής γνωρίζουμε το τέλος του κεντρικού προσώπου του μυθιστορήματος, που θα χάσει τη μάχη με τον καρκίνο. «Ναι, ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος» παραδέχεται ο συγγραφέας. Η μακρά λίστα ασθενειών που είχαν καταγραφεί στο σώμα του πατέρα του κατά τη διάρκεια της ζωής του χαρακτηρίζεται επική και παρομοιάζεται με την απαρίθμηση του καραβιών στην Ιλιάδα ή την κατασκευή της ασπίδας του Αχιλλέα. Ο Όμηρος περιγράφει τον διάκοσμο της ασπίδας του Αχιλλέα με μια αφήγηση που ενεργοποιεί τη φαντασία μέσω των σκηνών αναπαράστασης της ζωής πέραν του αντικειμένου, μιας ζωής εν εξελίξει σε όλο το φάσμα της. Το αντίστοιχο συμβαίνει και στις περιγραφές που αφορούν τον ηλικιωμένο ασθενή άνδρα. Κάθε τραύμα, κάθε νόσος, κάθε εμπειρία ήταν συνδεδεμένη με μια εποχή, ένα γεγονός. Ακολουθούμε μια περιγραφή γλαφυρή, πληθωρική, που δημιουργεί αίσθημα οικειότητας, επιτυγχάνοντας σύνδεση με τον αναγνώστη.
Στην πατριαρχική βουλγαρική κοινωνία, ο πατέρας εμφανίζεται ως αυστηρός, χωρίς συναισθηματική επαφή με τα παιδιά του. Ένας γονιός που δεν εξέφραζε την αγάπη του με λόγια και χάδια παρά μόνο φροντίζοντας για την οικονομική στήριξη της οικογένειας.
«Για τους πατεράδες γράφεις πιο δύσκολα» (σελ. 158), εξομολογείται ο συγγραφέας. Στην πατριαρχική βουλγαρική κοινωνία, ο πατέρας εμφανίζεται ως αυστηρός, χωρίς συναισθηματική επαφή με τα παιδιά του. Ένας γονιός που δεν εξέφραζε την αγάπη του με λόγια και χάδια παρά μόνο φροντίζοντας για την οικονομική στήριξη της οικογένειας. Αυτό που συνδέει τον συγγραφέα με τον πατέρα του είναι οι ιστορίες που τους αφηγούνταν. Η κύρια ενασχόλησή του ήταν ο κήπος του και η τήρηση λεπτομερών καταγραφών στο μαύρο τετράδιό του για όλες τις εργασίες φροντίδας του κήπου. Η αδυναμία έκφρασης συναισθημάτων αποτελεί ίδιον της βουλγαρικής κουλτούρας, όπως μας ενημερώνει ο συγγραφέας. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν επιστολικά μυθιστορήματα και προσωπικά ημερολόγια στη βουλγαρική παράδοση. Όταν πλέον μένουν λίγοι μήνες ζωής στον πατέρα του, παρατηρούνται αλλαγές στις σημειώσεις που κρατούσε στο τεφτέρι του. Μικρές αναφορές σε συμβάντα της προσωπικής του ζωής εμφανίζονται, ενώ όσο ο πόνος γίνεται αφόρητος, ο γραφικός του χαρακτήρας αλλοιώνεται και οι καταχωρήσεις συντομογραφούνται. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους άνδρες της οικογένειας, ο συγγραφέας συνηθίζει να καταγράφει κάθε σκέψη και συναίσθημα στο δικό του σημειωματάριο.
Η γλώσσα και ο πόνος
Ο Γκοσποντίνοφ συνδέει τον πόνο με τη γλώσσα, όπως επίσης με τον θάνατο και την Ιατρική. Πρόκειται, όπως μας λέει, για γλωσσικό ζήτημα. Η χρήση ορολογίας από τους γιατρούς όταν ανακοινώνουν διαγνώσεις λειτουργεί είτε προστατευτικά για τον πάσχοντα, είτε καταλήγει στην απo-ανθρωποποίησή του. Η αποστειρωμένη κλινική γλώσσα τού αφαιρεί την ιδιότητα του ανθρώπου, καθιστώντας τον ασθενή ιατρικό περιστατικό. Το σώμα γίνεται αντικείμενο εξέτασης, διερεύνησης, επεξεργασίας. Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται μια ειδοποιός διαφορά, η νόσος του καρκίνου. Μια ασθένεια με διαφορετικό κοινωνικό και ψυχολογικό αντίκτυπο. Ο συγγραφέας αναφέρει το έργο της Σούζαν Σόνταγκ Η νόσος ως μεταφορά, δίνοντας έμφαση στον μύθο που περικλείει τη συγκεκριμένη ασθένεια και αντανακλάται στους ίδιους τους ασθενείς. Η Σόνταγκ διερευνά τις κοινωνικές ερμηνείες της ασθένειας ασκώντας κριτική στις ψυχολογικές και ηθικές διαστάσεις που δημιουργούν αισθήματα ενοχής και ανεπάρκειας στους ασθενείς, δίνοντας παραδείγματα της γλωσσικής τοξικότητας στην παρουσίαση της φυματίωσης, παλαιότερα, και του καρκίνου, με τον οποίο η ίδια πάλευε. Οι μεταφορές και οι μύθοι για τον καρκίνο μετέτρεψαν την ασθένεια σε ταμπού συνδέοντάς τη με τον βέβαιο θάνατο. Η λέξη καρκινοπαθής έγινε συνώνυμη του μελλοθάνατος και ο καρκίνος του τετελεσμένου και αμετάκλητου. Ακόμα και σήμερα συναντάμε την πεποίθηση αυτή σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Η Όντρι Λορντ στο βιβλίο της Ημερολόγια καρκίνου αναφέρει το σύνδρομο «φταίει το θύμα», μιλώντας για το αίσθημα ενοχής που καλλιεργείται στον ασθενή από τη στρεβλή σύνδεση του καρκίνου με το αίσθημα της ευτυχίας. Το πόσο ευτυχισμένος είναι κάποιος δεν ευθύνεται ούτε για την εμφάνιση της νόσου ούτε για την ίασή της. Ο Γκοσποντίνοφ, μέσα από την περιπέτεια υγείας του πατέρα του, εξετάζει όλες αυτές τις διαστάσεις της νόσου και τα ζητήματα που ασθενείς και κοντινό περιβάλλον καλούνται να αντιμετωπίσουν.
«Η παιδική ηλικία είναι κατακόρυφη... Τα γηρατειά είναι οριζόντια... Είναι η εξοικείωση με μια μακρά, ίσως αιώνια, οριζοντιότητα».
Την περίπτωση του Μαγικού βουνού του Τόμας Μαν ως λογοτεχνική καταγραφή της φυματίωσης, τη συναντάμε και έμμεσα στην αναφορά που κάνει ο συγγραφέας στη σχέση νεότητας/υγείας και γηρατειών/ασθένειας/θανάτου με τη στάση του σώματος. «Η παιδική ηλικία είναι κατακόρυφη... Τα γηρατειά είναι οριζόντια... Είναι η εξοικείωση με μια μακρά, ίσως αιώνια, οριζοντιότητα». Παρόμοιο αλληγορικό σχήμα συναντάμε και στο Μαγικό βουνό, με τις κατακλίσεις των ασθενών.
Η κύρια, όμως, διακειμενική αναφορά του Γκοσποντίνοφ είναι τα ομηρικά έπη. Στην Οδύσσεια, η απουσία του πατέρα κατοπτρίζεται στη σχέση του Οδυσσέα με τον Τηλέμαχο, ενώ η γονεϊκή σχέση σε αυτή του Λαέρτη με τον Οδυσσέα.
Η αθανασία
Ο τίτλος του βιβλίου συνειρμικά οδηγεί στον Επίκουρο και την άποψή του για τον θάνατο. Ο συγγραφέας πραγματεύεται την αθανασία, το οριστικό τέλος, τη μνήμη σε όλο το εύρος του έργου του. Ο κηπουρός-πατέρας κρατιέται στη ζωή, φροντίζοντας τον κήπο του. Είναι ο τρόπος του για να εκφράζει την αγάπη του και να παραμένει ενεργός, με την ελπίδα ότι θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα από τον κήπο του και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας-γιος μέσα από τα λογοτεχνικά έργα του διατηρεί ζωντανή την ανάμνηση του πατέρα. Από την εποχή των ομηρικών επών και της προφορικής τότε διάδοσής τους μέχρι τον γραπτό λόγο, οι ιστορίες μεταφέρονται εγκολπώνοντας το διηνεκές, όντας μια προσπάθεια διασφάλισης της αθανασίας.
Οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση της χώρας του συγγραφέα δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το βιβλίο. Μικρές νύξεις μα και η σκιαγράφηση της δόμησης των χαρακτήρων της μεταπολεμικής γενιάς δίνουν πολιτική χροιά στην αφήγηση.
Το προσωπικό και αυτοβιογραφικό ύφος αποκτά κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις μέσα στη λογοτεχνία του Γκοσποντίνοφ.
Στο Ο κηπουρός και ο θάνατος, ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ συνεχίζει αυτό που γνωρίζει καλύτερα: μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε κοινωνική κριτική. Χρησιμοποιεί τον εαυτό του όχι για να διηγηθεί ένα προσωπικό βίωμα, αλλά για να υπογραμμίσει ότι οι πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις επηρεάζουν τον ιδιωτικό βίο. Αναμνήσεις από την κομμουνιστική Βουλγαρία, οικογενειακές ιστορίες και καθημερινές λεπτομέρειες λειτουργούν ως ντοκουμέντα μιας εποχής όπου η συλλογική ταυτότητα επιβλήθηκε στο άτομο. Ο κηπουρός αντικατοπτρίζει τη φροντίδα, την ενέργεια που καταθέτουμε για την συνέχιση της ζωής. Την ίδια φροντίδα που χρειάζεται και κάθε αδύναμος για να έχει μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ο θάνατος, θα μπορούσαμε να πούμε, υπάρχει ως σκιώδης χαρακτήρας του βιβλίου, καθώς περιφέρεται γύρω από τους ηλικιωμένους και ανήμπορους, τους ανθρώπους που δεν έχουν θέση στην παραγωγικότητα. Ο Γκοσποντίνοφ επιλέγει συνειδητά να δώσει χώρο σε αυτούς που τα συστήματα εξουσίας θεωρούν «αόρατους». Τις παραμέτρους αυτές είχε θέσει και ο Ντιντιέ Εριμπόν στο Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού μιλώντας για τη μητέρα του.
«... δεν μας έμαθαν πώς να γερνάμε. Τι κάνεις στο τέλος της ζωής; Πώς επιβραδύνεις, πώς συνηθίζεις την ιδέα ότι τώρα η "δουλειά" σου είναι να ξεκουράζεσαι (είναι δουλειά η ξεκούραση); Όσο υπάρχει δουλειά στον κήπο, βρίσκεσαι σε μια προστατευμένη ζώνη, έχεις ένα είδος εποχιακής αθανασίας» (σελ. 44). Το προσωπικό και αυτοβιογραφικό ύφος αποκτά κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις μέσα στη λογοτεχνία του Γκοσποντίνοφ.
Βάσει όσων έχουμε αναφέρει ήδη, καθίσταται εμφανής η συχνή χρήση διακειμενικών αναφορών από τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Γκοσποντίνοφ δεν αφήνει υπαινιγμούς, δεν χρησιμοποιεί πλάγιους τρόπους και συγκαλύψεις. Ο λόγος του είναι άμεσος, πρόδηλος. Αναφέρει ρητά τους λογοτεχνικούς συσχετισμούς καθώς απομακρύνεται από αλληγορίες, συμβολισμούς και μεταμοντέρνες τεχνικές αναζήτησης των συνδέσεων από τον αναγνώστη. Παραμένει ρεαλιστικός, ειλικρινής, μιλώντας για την αλήθεια της ζωής και της απώλειάς της. Επισημαίνει την αναγκαιότητα αξιοπρέπειας στην ασθένεια και στον θάνατο. Βίωμα και λογοτεχνία συναντιούνται και αποτυπώνονται με το ίδιο αφηγηματικό στυλ.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Αν ήταν όπως πριν, ο πατέρας μου θα σήκωνε το κεφάλι από τις αμπολές, θα άφηνε για λίγο την τσάπα και θα κοίταζε ψηλά. Το αεροπλάνο να περνά και πάνω από το νεκροταφείο; Πετάμε στα έντεκα χιλιάδες επτακόσια μέτρα τώρα, το δείχνει η οθόνη. Άραγε να ανεβαίνουν οι ψυχές σε τέτοιο ύψος; Ή παραμένουν εκεί κάτω, ανάμεσα στα παρτέρια με τις ντάλιες και τις καμπανούλες;
Δεν υπάρχουν σύννεφα πάνω από τα σύννεφα,
δεν υπάρχουν σύννεφα πάνω από τα σύννεφα,
όπως μετά τον θάνατό μας δεν υπάρχει θάνατος...
Το είχα γράψει κάπου, σε κάποιο από τα παλιά μου σημειωματάρια· τι να ήξερα τότε από θάνατο. Αργότερα, βρήκα παρόμοια λόγια και σε άλλα τετράδια. Μας απομένει τουλάχιστον η παρηγοριά ότι θα ζήσουμε μόνο μία φορά τον θάνατο των γονιών μας. Για τον δικό μας θάνατο δεν μιλάω καν. Αυτόν δεν θα τον ζήσουμε ούτε μία φορά».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ γεννήθηκε το 1968. Είναι ένας από τους πιο μεταφρασμένους Βούλγαρους συγγραφείς μετά το 1989, ενώ συγκαταλέγεται στους πιο εφευρετικούς και τολμηρούς λογοτέχνες της Ευρώπης. Το πρώτο του βιβλίο Φυσικό μυθιστόρημα (Ίκαρος, 2020) κυκλοφόρησε το 1999, έγινε διεθνές μπεστ σέλερ, μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες και χαρακτηρίστηκε από το New Yorker ως ένα «αναρχικό-πειραματικό ντεμπούτο». Το δεύτερο μυθιστόρημά του Περί φυσικής της μελαγχολίας (Ίκαρος, 2018) κέρδισε πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ άλλων το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος στη Βουλγαρία (2013), το ελβετικό βραβείο Jan Michalski Preis (2016) και το πολωνικό βραβείο Angelus (2019). Έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 15 γλώσσες.

Το τρίτο του μυθιστόρημα Χρονοκαταφύγιο (Ίκαρος, 2021) κυκλοφόρησε το 2020. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος στη Βουλγαρία (2021), με το βραβείο Strega Europeo (2021), καθώς και με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2023. Έχει διδάξει στο Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστήμιου Humboldt στο Βερολίνο και εργάστηκε ως επισκέπτης συγγραφέας στο Berliner Kunstlerprogramm des DAAD και στο Wissenschaftskolleg zu Berlin.























