
Για τη συλλογή διηγημάτων της Λεονόρα Κάρινγκτον (Leonora Carrington) «Η οβάλ κυρία και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Μαρία Φακίνου), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αίολος. Εικόνα: Από τον πίνακα «Η γιγάντισσα» της συγγραφέα.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Ο υπερρεαλισμός εμφανίστηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του 1920, ως καλλιτεχνικό και πολιτικό κίνημα με σκοπό την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε μορφή καταπίεσης, λογικής επιβολής και κοινωνικού ελέγχου. Συνδύαζε την ψυχανάλυση και τον κόσμο των ονείρων με την τέχνη, επιδιώκοντας τη σύνδεση του συνειδητού με το ασυνείδητο. Στο πρώτο μανιφέστο του υπερρεαλισμού, ο Μπρετόν διευκρινίζει ότι ο υπερρεαλισμός είναι ένας καθαρός ψυχικός αυτοματισμός με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει την πραγματική λειτουργία της σκέψης με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Λεονόρα Κάρινγκτον, μια από τις σημαντικότερες ζωγράφους και συγγραφείς του ρεύματος, ανέπτυξε μια εντελώς ιδιαίτερη γυναικεία και προσωπική φωνή, μέσω της οποίας φαντασία και πραγματικότητα καθίστανται αξεδιάλυτα μέρη μιας υπερπραγματικότητας. Το έργο της, εμποτισμένο από μαγικό ρεαλισμό, αυτοβιογραφικά στοιχεία και ένα πλήθος συμβόλων (στους κόσμους που χτίζει στα διηγήματά της, τα σύμβολα γίνονται χαρακτήρες και οι χαρακτήρες σύμβολα), ενσωματώνει στοιχεία αποκρυφισμού, μυστικισμού, ερωτισμού και ονειρικών εικόνων. Είναι μακάβριο και ταυτόχρονα χιουμοριστικό, αινιγματικό, παράλογο, βίαιο αλλά και βαθιά απελευθερωτικό. Η Κάρινγκτον εγκαθιστά τη δική της μοναδική μυθολογία γεμάτη μεταμορφώσεις, ζώα, εγκαταλελειμμένα σπίτια καλυμμένα με μύκητες ή σπίτια από τα οποία η άνθρωποί τους δεν βγαίνουν ποτέ, φυτά και λαχανικά, νεκροζώντανους ανθρώπους, σάπια κρέατα, και καταπιεστικά όντα που προσπαθούν να παγιδεύσουν τις ηρωίδες ή να επιβάλλουν παράλογους κανόνες.
Οι ηρωίδες των διηγημάτων της άλλοτε δραπετεύουν, άλλοτε εγκλωβίζονται∙ σχεδόν πάντα όμως βρίσκονται σε αγώνα διαφυγής...
Η συγγραφέας έγινε ευρέως γνωστή στη χώρα μας και αγαπήθηκε μέσα από το βιβλίο της Το ακουστικό κέρας (μτφρ. Μαρία Φακίνου, εκδ. Αίολος), που σύστησε στους αναγνώστες έναν κόσμο ανορθόδοξο και μαγικό, ο οποίος απαιτεί απόλυτη παράδοση στις αφηγηματικές του ιδιοτροπίες. Η συλλογή διηγημάτων της Η Οβάλ κυρία & άλλες ιστορίες κυκλοφόρησε πρόσφατα, πάλι από τις εκδόσεις Αίολος, σε μετάφραση από τις Μυρσίνη Γκανά, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη και Μαρία Φακίνου, από τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα αγγλικά αντίστοιχα. Κοιτάζοντας κανείς αυτά τα δύο έργα από απόσταση αναγνωρίζει ότι πίσω από τις ιστορίες που αρνούνται να υπακούσουν σε νόρμες κρύβεται μετουσιωμένο ένα βαθύ τραύμα. Οι ηρωίδες των διηγημάτων της άλλοτε δραπετεύουν, άλλοτε εγκλωβίζονται∙ σχεδόν πάντα όμως βρίσκονται σε αγώνα διαφυγής, όπως και η Μάριαν Λέδερμπι στο Ακουστικό κέρας. Και στα δύο έργα η δύναμη της φαντασίας λειτουργεί απελευθερωτικά.
Η βιογραφία της συγγραφέα επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτού του τραύματος. Γεννημένη το 1917 στο Λάνκασερ της Αγγλίας, ασφυκτιούσε μέσα στην οικογένεια και την αριστοκρατική της ανατροφή, αποβλήθηκε από δύο καθολικά σχολεία και δεν δέχτηκε να γίνει μια δεσποινίδα της καλής κοινωνίας. Η Κάρινγκτον σπούδασε τέχνη στο Λονδίνο, συνδέθηκε με το κίνημα των υπερρεαλιστών, έζησε μια παθιασμένη σχέση με τον Μαξ Έρνστ και όταν εκείνος κλείστηκε από τους Ναζί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κλονίστηκε η ψυχική της υγεία και υποβλήθηκε σε βίαιες θεραπευτικές παρεμβάσεις σε κάποιο σανατόριο στην Ισπανία (το αυτοβιογραφικό βιβλίο-μαρτυρία για τον εγκλεισμό της στην ψυχιατρική κλινική με τίτλο Αποκάτω κυκλοφόρησε το 2021 στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ars Nocturna). Ενώ επρόκειτο να μεταφερθεί σε ένα άλλο άσυλο, κατάφερε να δραπετεύσει και τελικά να μεταναστεύσει στο Μεξικό, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Εκεί ήρθε σε επαφή με άλλες καλλιτέχνιδες και μαζί δημιούργησαν έναν πυρήνα γυναικείας καλλιτεχνικής έκφρασης έξω από την ανδρική κυριαρχία του ευρωπαϊκού υπερρεαλισμού.
Διηγήματα όπως «Η Ντεμπιτάντ» αποτυπώνουν με ευφάνταστο τρόπο την άρνησή της να συμμορφωθεί με την πνιγηρή αστική και αριστοκρατική ζωή και καταδεικνύουν το αίσθημα ασφυξίας που ένιωθε εξαιτίας του κόσμου με τον οποίο έπρεπε να συναναστρέφεται. Η δυσαρέσκειά της απέναντι στην ανθρωπότητα και τις κοινωνικές και πολιτικές κατασκευές γίνεται εμφανής σε πολλά σημεία του έργου της. Στο συγκεκριμένο διήγημα, η ηρωίδα προτιμά να πηγαίνει στον ζωολογικό κήπο και να μιλά με τα ζώα απ’ το να ανέχεται τους ανθρώπους, τους οποίους σε πολλά σημεία του βιβλίου η συγγραφέας εμφανίζει ως βδελυρά τρόπον τινά όντα: «η αναγουλιαστική μυρωδιά ανθρώπου χώθηκε στα ρουθούνια της» αναφέρει στο «Όταν περνούσαν».
Η Κάρινγκτον δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη βία του ενός είδους προς το άλλο και αρνείται στον άνθρωπο την πρωτοκαθεδρία στη ζωική αλυσίδα.
Για να επανέλθουμε στην «Ντεμπιτάντ», η ηρωίδα γρήγορα αναπτύσσει φιλία με μια ύαινα και της προτείνει να πάρει τη θέση της στη δεξίωση. Η ύαινα δέχεται και προκειμένου να καμουφλαριστεί, τρώει την καμαριέρα και οικειοποιείται το πρόσωπό της. Στο τραπέζι όμως η ύαινα αρνείται να φάει κάτι που ήταν ασύμβατο με το διαιτολόγιο ενός άγριου ζώου κι έτσι κατασπαράζει το πρόσωπο με το οποίο είχε καμουφλαριστεί κι έπειτα πηδά από το παράθυρο κι εξαφανίζεται. Ο συμβολισμός είναι προφανής, θα πρέπει όμως ο αναγνώστης να αντιπαρέλθει οτιδήποτε μοιάζει με πολιτική ορθότητα, να κάμψει τις αντιστάσεις του και να αφεθεί στο παράλογο, κι αυτό ισχύει με όλα τα διηγήματα της συλλογής. Η Κάρινγκτον δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη βία του ενός είδους προς το άλλο και αρνείται στον άνθρωπο την πρωτοκαθεδρία στη ζωική αλυσίδα. Το θέμα των προσωπείων είναι κάτι που απασχολεί τη συγγραφέα, όπως και το θέμα των ανδρείκελων (βλ. «Η μητέρα μου είναι αγελάδα»), μέσα στα οποία παγιδεύονται οι άνθρωποι και αδυνατούν να απαλλαγούν. Οι ηρωίδες της Κάρινγκτον όμως πάντα βρίσκουν έναν τρόπο να το σκάνε, πράγμα το οποίο ως ένα βαθμό φαίνεται ότι το κατάφερνε και η ίδια η συγγραφέας, παραμένοντας όμως εντός της κοινωνίας.
Τα σύμβολα και τα μοτίβα
Στα διηγήματά της εμφανίζονται διαρκώς σύμβολα που αποκτούν μια σχεδόν μαγική λειτουργία, όπως το άλογο, που είναι το πιο χαρακτηριστικό της μοτίβο, και συμβολίζει την ελευθερία, τη φυγή, την ανεξαρτησία, αλλά και την ίδια την Κάρινγκτον, ενώ λειτουργεί και σαν ψυχοπομπός ανάμεσα στην πραγματικότητα, το όνειρο, τη ζωή και τον θάνατο. Άλογα ή σκιές αλόγων υπάρχουν σχεδόν σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Στο «έβδομο άλογο», στην «Οβάλ κυρία», στο «Σπίτι της φρίκης», στο «Ο μεσιέ ντε Γκιρ» και αλλού.
Ο αριθμός επτά, ιερός σε πολλές μυθολογίες και θρησκείες, συνδεδεμένος με την πνευματική αποκάλυψη και την ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό, εμφανίζεται επίσης συχνά
Ένα άλλο στοιχείο που επανέρχεται συχνά είναι το πράσινο χρώμα ως σύμβολο μεταμόρφωσης και αναγέννησης. Σχετίζεται με τη φύση, τη γονιμότητα, αλλά και την αλχημεία, στην οποία η συγγραφέας είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Στο διήγημα «Ένας ακαθόριστος άνθρωπος» έχουμε την πράσινη γυναίκα, ενώ στο διήγημα «Η Τζεμινά και ο λύκος», ο άντρας που μοιάζει με λύκο πιστεύει πως αν φάει αρκετά φυτά, το δέρμα του θα γίνει πράσινο και τότε θα είναι ακόμα πιο όμορφος και θα γοητεύσει την ηρωίδα. Ο αριθμός επτά, ιερός σε πολλές μυθολογίες και θρησκείες, συνδεδεμένος με την πνευματική αποκάλυψη και την ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό, εμφανίζεται επίσης συχνά: «Είναι η έβδομη φορά που σε μαλώνω […] ο αριθμός επτά στην οικογένειά μας είναι ο έσχατος αριθμός». Στο διήγημα «Λευκά κουνέλια», μια άρρωστη γυναίκα είναι κλεισμένη σ’ ένα σπίτι με τον άντρα της, που προσπαθεί να την κρατήσει εκεί λέγοντάς της ότι σε επτά χρόνια το δέρμα της θα είναι σαν τ’ αστέρια από τη λέπρα.
Τέλος, η σελήνη αναφέρεται πολύ συχνά («προσδεδεμένη στο σεληνιακό μου πλέγμα») και σχετίζεται με τον κύκλο της ζωής και τη μεταμόρφωση. Θα μπορούσαμε κάπως σχηματικά να πούμε ότι το άλογο είναι ο εαυτός, το πράσινο η μεταμόρφωση, ο αριθμός επτά η κρυφή τάξη του κόσμου και η σελήνη η θηλυκή μυστική δύναμη, ωστόσο το να προσπαθήσει κανείς να εξηγήσει τον κόσμο της Κάρινγκτον στηριζόμενος στη συμβολική χρήση της γλώσσας μοιάζει μάταιο. Ακόμα και η ύαινα στη βιβλιογραφία σημαίνει πάρα πολλά πράγματα, ωστόσο η προσπάθεια πλήρους αποκωδικοποίησης, πέρα από αδύνατη, λειτουργεί αποπροσανατολιστικά.
Ο κόσμος της Κάρινγκτον αποτελεί μια δική της γλώσσα που δεν εξαντλείται σε ερμηνείες και την κατανοεί κανείς καλύτερα μόνο αν αφεθεί να τη βιώσει. Τα κείμενά της τείνουν να αντιστέκονται σε κάθε έξωθεν επιβεβλημένο ερμηνευτικό πλαίσιο. Η Κάρινγκτον είναι μια γοητευτική συγγραφέας, με φανατικούς αναγνώστες, που συνεχίζει να συναρπάζει όσους την πλησιάζουν με την καρδιά ενός παιδιού – και η ίδια άλλωστε διέθετε μια ψυχή γεμάτη παιδική αφέλεια.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Τώρα, λοιπόν, πρέπει να περιγράψω όσα αλλόκοτα με έφεραν σε αυτή την κατάσταση. Κάποτε ήμουν καλλονή και παρευρισκόμουν σε κάθε λογής κοκτέιλ-πάρτι, σε πάρε δώσε βραβείων, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και σε άλλες παρακινδυνευμένες μαζώξεις που τις διοργάνωναν κάποιοι για να χάνουν τον χρόνο τους κάποιοι άλλοι. Ήμουν πάντοτε περιζήτητη και το όμορφο πρόσωπό μου, συνεχώς χαμογελαστό, αιωρούνταν πάνω από μοντέρνα ρούχα. Μια φλογερή καρδιά, ωστόσο, χτυπούσε κάτω από τις μοντέρνες αμφιέσεις, και αυτή ακριβώς η φλογερή καρδιά ήταν σαν την ανοιχτή βρύση απ’ όπου έτρεχε καυτό νερό πάνω σε όποιον το αποζητούσε. Τούτη η σπάταλη διαδικασία σύντομα είχε το τίμημά της στο όμορφο χαμογελαστό μου πρόσωπο. Τα δόντια μου έπεσαν. Το πρόσωπό μου άρχισε να χάνει το σχήμα του, και μετά άρχισε να κρεμάει το δέρμα σχηματίζοντας ολοένα και περισσότερες μικρές δίπλες. Καθόμουν και παρακολουθούσα τη διαδικασία με ανάμικτα συναισθήματα, με κάποια ματαιοδοξία, μα και με έντονη θλίψη. Είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν προσδεδεμένη γερά στο σεληνιακό μου πλέγμα εν μέσω νέφωσης από λεπτούς ατμούς».
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Λεονόρα Κάρινγκτον (1917-2011) γεννήθηκε στο Λάνκασιρ της Αγγλίας από άγγλο πατέρα και ιρλανδή μητέρα. Μεγάλωσε με τους θρύλους που της αφηγούνταν η ιρλανδή νταντά της στο οικογενειακό κτήμα στο Κρούκχεϊ Χολ. Η Κάρινγκτον αποβλήθηκε από δύο σχολεία καλογραιών προτού εγγραφεί σε σχολή Καλών Τεχνών στη Φλωρεντία.

Το 1937, ένα χρόνο αφότου η μητέρα της της χάρισε ένα βιβλίο που παρουσίαζε τη σουρεαλιστική ζωγραφική του Μαξ Ερνστ, γνώρισε προσωπικά τον ζωγράφο. Σύντομα, η Κάρινγκτον και ο τότε παντρεμένος Ερνστ εγκαταστάθηκαν στη νότια Γαλλία, όπου το 1938 ολοκλήρωσε τον πρώτο της μεγάλο πίνακα, «Self-Portrait» ή «The Inn of the Dawn Horse». Μετά τη φυλάκιση του Ερνστ από τους Ναζί, η Κάρινγκτον διέφυγε στην Ισπανία και νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική της Μαδρίτης. Τελικά κατέφυγε στην πρεσβεία του Μεξικού στη Λισαβόνα και, μέσω του γάμου της με τον διπλωμάτη και ποιητή Ρενάτο Λεντύκ, έφυγε για την Αμερική και εγκαταστάθηκε πρώτα στη Νέα Υόρκη και αργότερα στο Μεξικό. Εκεί παντρεύτηκε τον φωτογράφο Ίμρε Βάις και απέκτησε δυο γιους.
Η Κάρινγκτον πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στην Πόλη του Μεξικού, μέσα σε έναν κύκλο ομοϊδεατών καλλιτεχνών που περιλάμβανε τη Ρεμέδιος Βάρο και τον Αλεχάντρο Χοδορόφσκι. Στα έργα που έχει εκδώσει συγκαταλέγονται ένα μυθιστόρημα, Το ακουστικό κέρας, δύο συλλογές διηγημάτων και το Down below (Αποκάτω, ελλ. εκδ. Ars Nocturna, 2020), μια μαρτυρία από τον εγκλεισμό της στην ψυχιατρική κλινική. Το The milk of dreams, μια συλλογή εικονογραφημένων ιστοριών που έγραψε για τα παιδιά της, έδωσε τον τίτλο στην 59η Μπιενάλε της Βενετίας (2022), επαναφέροντας στο προσκήνιο την Κάρινγκτον και το έργο της.























