
Για το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν (Robert Penn Warren) «Ένας τόπος για να επιστρέφεις» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Πόλις).
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Γραμμένο το 1977, το μυθιστόρημα Ένας τόπος για να επιστρέφεις είναι το κύκνειο άσμα ενός συγγραφέα που συγκαταλέγεται στους κορυφαίους του εικοστού αιώνα. Μέσα από τη ζωή του Τζεντ Τιούκσμπουρι, πραγματεύεται θέματα όπως η επιστροφή στο οικείο, η ταυτότητα, η μνήμη, ο προορισμός, η ευτυχία, ο έρωτας. Ο τίτλος του μυθιστορήματος, με μια δόση ειρωνείας, θέτει το ερώτημα αν όντως υπάρχει ένας τόπος για να επιστρέφεις ή εάν το αίσθημα του ανήκειν εμπεριέχει την απώλεια της απομάκρυνσης. Η προσδοκία της οικειότητας που προσφέρει η επιστροφή στο σπίτι είναι συνυφασμένη με την πιθανή απογοήτευση λόγω των αλλαγών τόσο στον τόπο όσο και στους χαρακτήρες. Χωρίς να έχει το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο των προηγούμενων μυθιστορημάτων του, που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Πόλις) και το Αγριότοπος (μτφρ. Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις), ξεχωρίζει ως το πλέον υπαρξιακό του έργο.
Ο ήρωας του Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν, Τζεντ Τιούκσμπουρι, γεννήθηκε στο Χέβενς Χόουπ της κομητείας Κλάξφορντ στην Αλαμπάμα. Ήταν εννέα χρονών όταν ο πατέρας του πέθανε σε ατύχημα. Οι συνθήκες του θανάτου αυτού θα προκαλέσουν το κοινό αίσθημα της ευπρέπειας για να φτάσουν ως τον εμπαιγμό. Η μητέρα του Τζεντ αποφασίζει να μετακομίσουν στο Ντάγκτον. Στο σπίτι της Τζόνκιλ Στριτ, όπου θα εγκατασταθούν, θα δημιουργήσουν τη νέα τους ζωή. Για τη μητέρα του θα είναι οι ρίζες, η έδρα του υπόλοιπου βίου της, ενώ για τον Τζεντ η βάση για να πάρει τα πρώτα εφόδια ώστε να φύγει αργότερα μακριά. Ο Τζεντ ακολουθεί την παρότρυνση της μητέρας του: «Να παίρνεις ό,τι είναι να πάρεις και μετά να τραβάς παρακάτω. Μη σταματάς πουθενά».
Οδοιπορικό μιας ζωής
Τώρα έχει πια φτάσει στη μέση ηλικία. Κάνοντας τον απολογισμό του, αναστοχάζεται τη συμβουλή που ακολούθησε. Αποφασίζει να καταγράψει το οδοιπορικό της ζωής του και αυτός ο απολογισμός είναι το βιβλίο που διαβάζουμε. Η αγωνιά της μητέρας του να φύγει ο γιος της μακριά από την αγροτική ζωή, από έναν τόπο που απομυζεί κάθε ενέργεια, όνειρο, φιλοδοξία και σαν μέγγενη σε εγκλωβίζει σε μια βαλτώδη αδιέξοδη καθημερινότητα, καθρεφτίζει το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου.
Ο Τζεντ θα βρεθεί στην Ιταλία, όπου θα πολεμήσει στο πλευρό των Ιταλών Παρτιζάνων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα επιστρέψει στην Αμερική, θα ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα και θα διαπρέψει στον τομέα του. Θα παντρευτεί, αλλά θα χάσει σύντομα τη σύζυγό του. Στη ζωή του θα επιστρέψει μια γυναίκα από το παρελθόν, ένας έρωτας έντονος και καθοριστικός. Αργότερα θα ξαναπαντρευτεί και θα αποκτήσει έναν γιο.
Αν το μυθιστόρημα του Γουόρεν διαβαστεί υπό το πρίσμα της Θείας Κωμωδίας μπορεί να ιδωθεί ως ένα ταξίδι περιπλάνησης, μια οδύσσεια που περνά μέσα από την οικογένεια, τις ρίζες, τη συντροφικότητα, χωρίς όμως την τελική λύτρωση.
Ο Τζεντ ξεκινά τη γλαφυρή περιγραφή της διαδρομής του στη ζωή παραδεχόμενος ότι δεν την αντιλαμβανόταν ως πραγματική. Παίρνει απόσταση για να εξιστορήσει τα συμβάντα που τη διαμόρφωσαν. Επανέρχεται συχνά στη σκηνή του θανάτου του πατέρα του καθώς η επίδραση που άσκησε στην ψυχολογία του η αντιμετώπιση από τον κοινωνικό περίγυρο τον οδήγησε στη διακωμώδησή της ως τρόπο εξορκισμού ενός φαντάσματος που τον καταδίωκε και στην ενήλικη ζωή του. Το αίσθημα της ντροπής, σε συνδυασμό με την περιθωριοποίηση, οδήγησε στην αποξένωσή του σε κοινωνικό και ψυχικό επίπεδο. Στο δοκίμιο στο οποίο θεμελιώθηκε η μετέπειτα καριέρα του, «Ο Δάντης και η μεταφυσική του θανάτου», αναλύει την ιδέα ότι ο θάνατος ορίζει το νόημα της ζωής, καθιστώντας την ορίζουσα αυτή ως πυρήνα της Θείας Κωμωδίας. Αν το μυθιστόρημα του Γουόρεν διαβαστεί υπό το πρίσμα της Θείας Κωμωδίας μπορεί να ιδωθεί ως ένα ταξίδι περιπλάνησης, μια οδύσσεια που περνά μέσα από την οικογένεια, τις ρίζες, τη συντροφικότητα, χωρίς όμως την τελική λύτρωση.
Το οικείο και το ανοίκειο
Η επιστροφή στο οικείο ή στον τόπο καταγωγής έχει εκτενώς απασχολήσει τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, ακόμη και τη θεολογία. Συνήθως λαμβάνει τη μορφή της νοσταλγίας, της επιστροφής ή της επαναδιαπραγμάτευσης της καταγωγής. Ο ομηρικός νόστος θα γίνει το εφαλτήριο διαλογισμού της φιλοσοφικής διάστασης ιδεών όπως η επιστροφή, το ανήκειν, η ταυτότητα.
Οι ερωτικές του σύντροφοι γίνονται ένα ακόμη εξωτερικό στοιχείο προσδιορισμό του.
Οι μνήμες και τα βιώματα που είναι συνυφασμένα με την οικογένεια λειτουργούν για τον Τζεντ ως τραύμα, ένα βάρος από το οποίο δεν μπορεί να απελευθερωθεί εγκαταλείποντάς το, ενώ ταυτόχρονα η συμφιλίωση και η αποδοχή ενέχουν ψυχικό κόστος. Σε όρους Δαντικής ερμηνείας, η επιστροφή του Τζεντ είναι ένα πνευματικό ταξίδι, μια εκ νέου συνάντηση, καθώς το παρελθόν δεν γίνεται να ανασυσταθεί, άρα ούτε να εξαγνιστεί ώστε να επέλθει η λύτρωση. Η συντροφικότητα, οι άνθρωποι στη ζωή του -φίλοι, ερωμένες, συμπολεμιστές, συνάδελφοι- αναλαμβάνουν τον ρόλο του υποκατάστατου για το αίσθημα του ανήκειν. Ακόμα και η θυελλώδης ερωτική σχέση που περιγράφεται ή οι γάμοι του είναι μια διαδικασία κι ένας τρόπος ανεύρεσης της θέσης του στον κόσμο. Διευρύνοντας το «cogito ergo sum» («σκέφτομαι άρα υπάρχω») του Ντεκάρτ, ο Τζεντ, ως δική του απόδειξη της ύπαρξης, ορίζει το «debatuo ergo sum» («γαμώ άρα υπάρχω»). Οι ερωτικές του σύντροφοι γίνονται ένα ακόμη εξωτερικό στοιχείο προσδιορισμού του.
Στην αφήγησή του ο Γουόρεν υπογραμμίζει την απουσία της ιδανικής σχέσης οικειότητας. Η συντροφικότητα καταλήγει στην αποξένωση, κάθε ανθρώπινος δεσμός συνοδεύεται από αποτυχία, απογοήτευση, προδοσία ή θάνατο. Η επιστροφή του Τζεντ στις αναμνήσεις, στο Νότο, αποκαλύπτει τη σύνδεση του ανήκειν και της ανοικείωσης.
Αυτό που χαρακτηρίζει τη γραφή του Γουόρεν είναι η σπειροειδής επιστροφή στο παρελθόν, η σύζευξη της καθομιλουμένης με τον στοχαστικό λόγο, η γλώσσα του Νότου, όπως εκφράζεται μέσα από τις επιστολές της μητέρας του και τον λόγο του πατριού του.
Ο Τζεντ έχει αποδεχθεί το αναπόδραστο του πεπρωμένου. Ακόμα και ένα περιστατικό που εκλαμβάνεται αρχικά ως σύμπτωση είναι στην πραγματικότητα επικύρωση της ειμαρμένης. Αυτό που χαρακτηρίζει τη γραφή του Γουόρεν είναι η σπειροειδής επιστροφή στο παρελθόν, η σύζευξη της καθομιλουμένης με τον στοχαστικό λόγο, η γλώσσα του Νότου, όπως εκφράζεται μέσα από τις επιστολές της μητέρας του και τον λόγο του πατριού του. Αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τον σαρκασμό ώστε να δώσει ειρωνικό ύφος στην υπαρξιακή αγωνία του ήρωά του. Αντ' αυτού, επιλέγει την αμφιθυμία των συναισθημάτων του. Ο Τζεντ βιώνει αντικρουόμενα συναισθήματα – ντροπή/υπερηφάνεια, νοσταλγία/αποξένωση, οικειότητα/απομάκρυνση. Οι τεχνικές του Γουόρεν λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε η πεζογραφία του να ενσαρκώνει την ανοικείωση, τη λογοτεχνική μορφή ενός ανθρώπου που ανήκει παντού και πουθενά.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Κάθισα σε μια πεσμένη καταγής ταφόπλακα, καλυμμένη μ' ένα στρώμα βρύα, και σκεφτόμουνα πως ό,τι κι αν είχα κάνει για ν' αποφύγω τις ώρες της μοναξιάς φαίνεται πως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Δεν κρίθηκα άξιος να καθίσω στο ουτοπικό ηλιόλουστο γρασίδι του οράματος του Δάντη και ν' αφουγκραστώ την ευλογημένη μουσική που ήταν η γλώσσα των αγίων και των σοφών -ή έστω δεν είχα φέρει μαζί μου μια δελεαστική περιγραφή που θα άνοιγε τα αυτιά των άλλων. Δεν ήμουν, σε τελική ανάλυση, ο πολίτης του imperium intellectus. Τα έγγραφα της πολιτογράφησής μου ήταν πλαστά. Και όσον οι αφορά την ευγενική σκέψη την οποία ο δόκτωρ Στάλμαν είχε κάνει κάποτε για μένα -την ελπίδα ότι χάρη στην οργή μου, στην αθωότητα μου σε αυτό που είχε ονομάσει sancta simpicitas και πίστευε ότι με χαρακτήριζε-, πως θα μπορούσα να γράψω κάτι που θα άξιζε τον κόπο- ε, εδώ μιλάμε για κωμωδία!
»Η μυστηριώδης οργή ήταν υπαρκτή, και εύθραυστη, ο Θεός το ήξερε. Όμως η simpicitas μου δεν ήταν sancta. Η δική μου η simpicitas είχε απολέσει τη ευλογία της επίγνωσης ότι οι άνθρωποι είναι πραγματικοί, και αδελφοί μέσα σε αυτή την πραγματικότητα. Και το μόνο που διέθετα αντ' αυτού ήταν ένας τεράστιος αριθμός από καρτέλες, τριών επί πέντε ιντσών, με σημειώσεις γραμμένες με τα μεγάλα και ευανάγνωστα γράμματά μου. Όμως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να προσεύχεται;
»Να ήταν πολύ αργά πια; Μήπως εντέλει ήταν πολύ αργά πια;» (σελ. 624)
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν γεννήθηκε στο Γκάθρι της Πολιτείας Κεντάκι των ΗΠΑ το 1905 και πέθανε στο Στράτον της Πολιτείας Βερμόντ το 1989. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και πανεπιστημιακός δάσκαλος, είναι ο μόνος Αμερικανός συγγραφέας που τιμήθηκε τόσο με το βραβείο Πούλιτζερ ποίησης (δύο φορές, το 1957 και το 1979) όσο και με το Πούλιτζερ μυθιστορήματος (για το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά, το 1947). Είναι επίσης ο πρώτος που έλαβε, το 1986, τον τίτλο του Δαφνοστεφούς Ποιητή των ΗΠΑ.

Βραβεύθηκε με το Εθνικό Βραβείο ποίησης των ΗΠΑ και τιμήθηκε με το Medal of Freedom από τον Πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ, καθώς επίσης και με το National Medal of Arts. Όπως έγραψαν οι New York Times, το πολυεπίπεδο ποιητικό και πεζογραφικό του έργο καθρεφτίζει με σύνθετο και περίπλοκο τρόπο την ανθρώπινη εμπειρία. Μόνιμος στόχος του συγγραφέα είναι να διερευνήσει την έννοια της τιμής και της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της ελευθερίας, της ευθύνης και της ενοχής.























