
Για το μυθιστόρημα του Κίραν Γκόνταρντ (Keiran Goddard) «Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές» (μτφρ. Νατάσα Σιδέρη, εκδ. Αλεξάνδρεια).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Τι μπορείς να περιμένεις από ένα βιβλίο που ξεκινάει με τη φράση «Τελικά δε συνέβη τίποτα»; Πώς αυτό το «τίποτα» περιέχει τα πάντα της ζωής τεσσάρων ανδρών; Τι είδους είναι αυτό το «τίποτα» που περικλείει τη συντριβή, το θυμό, την απόγνωση, την παραίτηση και το αλυσοδέσιμο με το παρελθόν;
Στο μυθιστόρημά του Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές, ο Κίραν Γκόνραντ γράφει για ανθρώπους που ξέρει, είναι κάτι παραπάνω από φανερό αυτό. Η οικειότητα με τους χαρακτήρες του, οι οποίοι παρεμπιπτόντως μάς μιλούν ευθέως (όλες οι αφηγήσεις που δομούν το βιβλίο είναι πρωτοπρόσωπες) είναι άμεση, σωματική και ψυχική. Είναι άνθρωποι που τους έχει καταπιεί τη ζωή. Ζουν στο μουντό Μπέρμιγχαμ, ζυμωμένοι με τα πάθη της εργατικής τάξης. Τα σπίτια τους είναι φτωχικά. Τα όνειρά τους πεπερασμένα και ηττημένα εξαρχής. Είχαν στόχο να φύγουν, να πετάξουν μακριά, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η συνοικία τους είναι ένας βάλτος που μέσα του βούλιαξαν.
Ο Ράιαν, ο Πάτρικ, ο Κόνορ και ο Όλι γνωρίζονται από μικρά παιδιά. Η τραυματισμένη παιδικότητά τους τούς ακολουθεί και τώρα που μεγάλωσαν και βλέπουν μπροστά τους το παρόν να ορθώνεται ισχνό από προοπτικές, αδιάφορο από συγκινήσεις, βουβό μπρος στο άφευκτο που τους περιμένει. Ακόμη και ο Ράιαν, που κατάφερε να κάνει λεφτά και να φύγει από τη φτωχική συνοικία, μέσα του παραμένει εγκλωβισμένος στο παρελθόν. Είναι αβόλευτη αυτή η συνθήκη, δεν μπορεί να την ξεπεράσει. Οι τύψεις ότι στην ουσία αποσκίρτησε από εκεί που ανήκει πραγματικά τον καταδιώκουν. Γι’ αυτό και τελικά επιστρέφει. Ηττημένος κι αυτός, κι ας έχει γεμάτες τσέπες.
Οι άλλοι της παρέας είναι βουτηγμένοι στα ναρκωτικά (κυρίως ο Όλι), στον αυτοοικτιρμό (ο Πάτρικ είναι μια τέτοια περίπτωση, που δουλεύει ως διανομέας, έχει κάνει οικογένεια και περιμένει να έρθει ένα ακόμη παιδί) και στα νεφελώδη σχέδια (ο οικοδόμος Κόνορ ελπίζει πως με τη βοήθεια του Ράιν θα χτίσει μια πολυκατοικία και στη συνέχεια θα πιάσει την καλή).
Η μόνη γυναίκα που έχει «φωνή» είναι η σύζυγος του Πάτρικ, η Σιβ. Κι αυτό διότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι του παρελθόντος των ανδρών. Η κρυφή σχέση της με τον Ράιαν θα επηρεάσει τον τρόπο που οι δύο φίλοι θα δουν ο ένας τον άλλον. Οι λοιπές γυναίκες του βιβλίου κινούνται στο ημίφως, ακόμη και η Σόφι (γυναίκα του Κόνορ), που πυροδοτεί με το φευγιό της το πιο δραματικό επεισόδιο του βιβλίου.
Βρόμικος ρεαλισμός
Αν και ο Γκόνταρντ είναι κατά βάση ποιητής, εδώ καταφεύγει στον γνωστό και μη εξαιρετέο «βρόμικο ρεαλισμό», για να περιγράψει τη χθαμαλή ζωή των ηρώων του. Κοφτές φράσεις, μικρά κεφάλαια, περιγραφές που δεν αφήνουν περιθώρια για φτηνούς συναισθηματισμούς, τραχιές σκηνές, διάλογοι χαμηλοί. Ο συγγραφέας αφήνει τη σκοτεινιά να μιλήσει από μόνη της.
Όλο το μυθιστόρημα κινείται μεταξύ σιωπής και απουσίας λέξεων. Αυτό από μόνο του το κάνει ακόμη πιο δραματικό.
Άλλωστε, οι ήρωές του δεν είναι και πολύ ομιλητικοί. Η σιωπή είναι κυρίως αυτή που έχει καθίσει πάνω τους σαν βαριά σκόνη. Όλο το μυθιστόρημα κινείται μεταξύ σιωπής και απουσίας λέξεων. Αυτό από μόνο του το κάνει ακόμη πιο δραματικό. Η εναλλαγή των φωνών που επιλέγει ο Γκόνταρντ δίνει πολλαπλές γωνίες της ιστορίας της παρέας. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάποια διαφοροποίηση στις φωνές των ηρώων. Όλοι μιλούν με τον ίδιο τρόπο. Τα ίδια πάνω κάτω ψυχολογικά βάρη κουβαλούν, τις ίδιες απογοητεύσεις γεύονται. Κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα να υπάρχει, τελικά, μια μονόχρωμη φωνή που χωρίζεται με πέντε διαφορετικά πρόσωπα.
«Σπάσιμο» της αφήγησης
Επίσης, επειδή ακριβώς έχουμε να κάνουμε με πολλά διαφορετικά πρόσωπα, το «σπάσιμο» της αφήγησης, κάθε φορά, σε διαφορετικό πρόσωπο, αφαιρεί αρκετά από τη δυναμική της ροής του κειμένου, κάτι που δεν βοηθάει στην ανάγνωση. Εντούτοις, αν δεις μεμονωμένα αυτά τα κομμάτια, λαμβάνεις ατόφια την υπόγεια ένταση που κυκλοφορεί μέσα στο βιβλίο. Αυτό, τουλάχιστον, σώζει το βιβλίο και το αναδεικνύει.
Είναι άνθρωποι που βιώνουν την οικονομική κρίση, το καπιταλιστικό σύστημα και την αποκτήνωση των σημερινών κοινωνιών ως το πετσί τους.
Οι ήρωες είναι τόσο αδιέξοδοι που αντιλαμβάνεσαι πολύ νωρίς πως δεν πρόκειται να καταφέρουν ποτέ να ξεφύγουν από τη ρηγματωμένη ζωή τους. Οι σχέσεις που κάνουν είναι μη λειτουργικές. Η πρόσδεσή τους με την εποχή που ήταν νέοι μοιάζει με φυλακή δίχως να υπάρχει το κλειδί που θα τους ελευθερώσει. Αναμφίβολα, υπάρχει κάτι πηγαίο σε αυτούς τους χαρακτήρες και τούτο είναι μια βασική επιτυχία του Γκόνταρντ. Είναι άνθρωποι που βιώνουν την οικονομική κρίση, το καπιταλιστικό σύστημα και την αποκτήνωση των σημερινών κοινωνιών ως το πετσί τους. Κάποιος ή κάποιοι από αυτούς δεν θα αντέξουν την αποτυχία και θα κάνουν το σάλτο μορτάλε.
Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο μετά από αυτό το δραματικό γεγονός, αλλά στην ουσία και τίποτα δεν αλλάζει. Ναι, τίποτα δεν έγινε.
Εδώ το κάνει ο Κόνορ που είναι βουτηγμένος στα χρέη, ενώ η γυναίκα του παίρνει το παιδί τους και φεύγει έπειτα από έναν άσχημο τσακωμό. Μην αντέχοντας αυτή την εξέλιξη, ο Κόνορ αυτοκτονεί. Μαζί του, όμως, παίρνει και την τελευταία σπίθα ελπίδας των υπόλοιπων. Είναι σαν να βουτούν στα νερά και οι φίλοι του. Ζουν, αλλά στην πραγματικότητα μόλις και επιβιώνουν. Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο μετά από αυτό το δραματικό γεγονός, αλλά στην ουσία και τίποτα δεν αλλάζει. Ναι, τίποτα δεν έγινε. Έχει δίκιο ο Γκόνταρντ που ξεκινάει έτσι το μυθιστόρημά του. Τα πάντα είναι ακίνητα, σαν τις ζωές αυτών των ανδρών κι άλλων που στις μέρες μας βιώνουν παρόμοιες καταστάσεις. Παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική υπάρχει ένα αντίστοιχο Μπέρμιγχαμ. Αρκετά εύστοχη η μετάφραση της Νατάσας Σιδέρη.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Keiran Goddard είναι συγγραφέας ενός ποιητικού φυλλαδίου (Strings) και δύο ποιητικών συλλογών, For the chorus και Votive, η πρώτη εκ των οποίων ήταν υποψήφια για το βραβείο Melita Hume και επιλαχούσα για το βραβείο William Blake.

Ασχολείται με θέματα που σχετίζονται με την κοινωνική αλλαγή, και επί του παρόντος κάνει έρευνα για τα δικαιώματα των εργαζομένων, το μέλλον της εργασίας, την αυτοματοποίηση και τον συνδικαλισμό. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Hourglass (Europa, 2023), προτάθηκε ως επιλογή στην ABA Indie Next List του 2023 και συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα για το Desmond Elliott Prize.























