
Για το εκτενές διήγημα του Ουόλτερ ντε λα Μέαρ (Walter de la Mare) «Η θεία του Σίτον» (μτφρ. Ευαγγελία Κουλιζάκη, εκδ. Στερέωμα). Κεντρική εικόνα: Από την ταινία «The witch in the window» (2018).
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Ο Ουόλτερ ντε λα Μέαρ είχε μια καθωσπρέπει ζωή κι έγραψε χαμηλόφωνη πεζογραφία με αποτέλεσμα να μην μνημονεύεται τόσο συχνά πλέον -μεταφράζεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας- όμως, στην εποχή του δεν πέρασε απαρατήρητος. Τουναντίον, από τον Τ.Σ. Έλιοτ ως τον Χ.Φ. Λάβκραφτ, διάφοροι ομότεχνοί του εγκωμίασαν τη γλώσσα και το ύφος των ιστοριών του.
«Η θεία του Σίτον»
Το εκτενές διήγημα Η θεία του Σίτον συγκαταλέγεται στα καλύτερα κείμενα του συγγραφέα. Ο αφηγητής, ο Ουίδερς, από καλή οικογένεια, όπως οι υπόλοιποι μαθητές του οικοτροφείου αρρένων στο οποίο διαμένει, δέχεται να περάσει τις διακοπές του στο σπίτι του νεαρού Σίτον, που συχνά μπαίνει στο στόχαστρο για το μελαμψό, «μακρόστενο, μη αγγλικό» πρόσωπό του.
Υπεύθυνη για την αγροικία είναι η θεία του Σίτον, η «γριά Μπεγκούμ» - το παρωνύμιο που της κολλούν τα παιδιά, όπως σημειώνει η Ευαγγελία Κουλιζάκη στο επίμετρό της, συνδέεται με τις μουσουλμάνες αρχόντισσες. Η θεία εξαρχής παρουσιάζεται ως μάγισσα, ντυμένη με ένα φόρεμα που το «διακοσμούσε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αστεριών στο χρώμα του ασημιού» (σελ. 33), και, κατά τα λεγόμενα του Σίτον, έχει συνάψει συμφωνία με τον διάβολο, με απώτερο σκοπό να εξολοθρεύσει τον ανιψιό της. Ο Ουίδερς, σε αυτή τη σύντομη πρώτη επίσκεψη, δεν πολυπιστεύει όσα ακούει και βλέπει, στην επόμενη και τη μεθεπόμενη, όμως, αναθεωρεί…
Η μάγισσα ως σύμβολο
Συχνά οι αρθρογράφοι αρκούνται σε μια καταληκτική παράγραφο για την αναφορά στους μεταφραστές, που παραμένουν αόρατοι συστήνοντάς μας αλλόγλωσσους συγγραφείς. Η Ευαγγελία Κουλιζάκη παραδίδει ένα κείμενο που ρέει χωρίς χάσματα στα ελληνικά, κι ένα εισαγωγικό σημείωμα που εξερευνά τους κύριους άξονες γύρω απ’ τους οποίους κινείται η μυθοπλασία, μαρτυρώντας μια ανάγνωση εις βάθος.
Οι μάγισσες σπανίως έχουν παιδιά -σε περίπτωση που έχουν, είναι τέρατα, όπως ο Μόρντρεντ του Αρθουριανού Κύκλου-, τουναντίον, κλέβουν ή τρώνε τα παιδιά, έχουν δηλαδή απαρνηθεί τον μητρικό ρόλο, επιλέγοντας εν αντιθέσει την απόκτηση απόκρυφης σοφίας και δύναμης.
Ο πρώτος άξονας αφορά στον συμβολικό ρόλο της μάγισσας, το αρχέτυπο της οποίας έχει συνδεθεί μέσα στα χρόνια με τον φόβο των ανδρών για τις (άτεκνες) γυναίκες με εξουσία. Οι μάγισσες σπανίως έχουν παιδιά -σε περίπτωση που έχουν, είναι τέρατα, όπως ο Μόρντρεντ του Αρθουριανού Κύκλου-, τουναντίον, κλέβουν ή τρώνε τα παιδιά -όπως στο παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ-, έχουν δηλαδή απαρνηθεί τον μητρικό ρόλο, επιλέγοντας εν αντιθέσει την απόκτηση απόκρυφης σοφίας και δύναμης.
Ουδέποτε αποδεικνύεται αν η θεία του Σίτον είναι πράγματι μάγισσα, μιας και ο ντε λα Μέαρ κρατά λεπτές ισορροπίες. Η μορφή της, όμως, συνδέεται αναντίρρητα με την εξουσία που ασκεί εντός του σπιτιού – το «σπίτι», από τον συνηθισμένο, ασφαλή ιδιωτικό χώρο, στον οποίο χρειαζόταν να αρκεστούν οι γυναίκες της εποχής του ντε λα Μέαρ, και των μετέπειτα εποχών, μετατρέπεται σε μια τεράστια παγίδα, προορισμένη για τον νεαρό άνδρα του σπιτιού, τον Σίτον.
Τη θέση της παντεπότριας καταλαμβάνει η θεία...
Η θεία, παίζοντας σκάκι με τον Ουίδερς, αποδεικνύεται «τρομερά έξυπνη με τους ιππότες της» (σελ. 45), σαν άλλη «μαύρη» βασίλισσα. Για την ακρίβεια, φαίνεται να έχει υποκαταστήσει τον θεό· σε μια ακουαρέλα στον ξενώνα απεικονίζεται ένα μεγάλο μάτι κι από κάτω, αναγράφεται η φράση «Σὺ ὁ Θεὸς, ὁ ἐπιδών ΜΕ». Τη θέση της παντεπότριας καταλαμβάνει η θεία -ο Σίτον ισχυρίζεται πως η θεία του ακούει τα πάντα, ακόμα κι από απόσταση, και ο ίδιος συχνά έχει την εντύπωση πως τον παρακολουθεί, ακόμα και στο σχολείο-, η οποία μάλιστα είναι υπεύθυνη για τον «κήπο» του σπιτιού -αρχικά εδεμικός και στη συνέχεια, μετά την άφιξη μιας «Εύας», με βλάστηση που ανεξέλεγκτα θεριεύει-, και μάλιστα αναφέρει βιβλικά τσιτάτα, υποστηρίζοντας την πνευματικότητα και απορρίπτοντας τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης.
Πάντως, ισχυρίζεται, με κάποια ειρωνεία, πως «οι συνηθισμένες γυναίκες […] είμαστε οι μοναδικές που θριαμβεύουμε πέρα από τη χλεύη του χρόνου» – διακριτός εδώ ο φόβος για την παντοδυναμία του «αδύναμου» φύλου.
Η αποικιοκρατία
Ο δεύτερος άξονας αφορά στο «φάντασμα της αποικιοκρατίας», όπως το θέτει η Ευαγγελία Κουλιζάκη. Ασφαλώς, ο ντε λα Μέαρ δεν εξαπολύει μύδρους – η συγκεκριμένη θεματική γίνεται περισσότερο αντιληπτή με μια εκ του σύνεγγυς ανάγνωση. Ήδη αναφέραμε πως ο Σίτον τέθηκε στο περιθώριο από τον σχολικό περίγυρό του, που αποτελείτο από «καθαρόαιμους Άγγλους», εξαιτίας του μελαμψού προσώπου του.
Υπάρχουν ενδείξεις που σηματοδοτούν το άγχος της φάσης της αποαποικιοποίησης.
Ας προσθέσουμε πως ο Ουίδερς κοιτάζει τα πάντα αφ’ υψηλού: τους γυρίνους της λιμνούλας («τις κατώτερες μορφές ζωής», σελ. 31), τον Σίτον, όταν ακούει τους προβληματισμούς του για την καταστροφή του περιβάλλοντος («“Ειλικρινά Σίτον, δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω” είπα “ωστόσο δεν πρόκειται για καμιά καινούρια φιλοσοφία, έτσι δεν είναι;”», σελ. 63), όπως επίσης τη γριά θεία, που του θυμίζει τις «Πυραμίδες» (σελ. 69) της τότε Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Υπάρχουν ενδείξεις που σηματοδοτούν το άγχος της φάσης της αποαποικιοποίησης. Η θεία του Σίτον μπερδεύει συχνά το επώνυμο του Ουίδερς, αποκαλώντας τον άλλοτε «Ουίδερ» κι άλλοτε «Σμίδερς» – κατά αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα μοτίβο που πιθανώς συνδέεται με τον τρόμο που προξενεί η μορφή της σε έναν γόνο καλής οικογενείας του οποίου το επώνυμο φαίνεται να μην έχει καμία ουσία ή εξουσία. Βεβαίως, ο Ουίδερς ανακουφίζεται περισσότερο όταν η θεία παύει να τον αποκαλεί «κύριο», προφανώς σκωπτικά. Κατόπιν, στη συζήτησή τους, η θεία τον χαρακτηρίζει χλευαστικά «κοσμοπολίτη», λίγο προτού αυτός αναφέρει με μεγάλη φυσικότητα πως προτιμά τις «μελαχρινές γυναίκες» (σελ. 79). Στο συγκεκριμένο σημείο, η θεία ξεσπά, αμφισβητώντας ρητώς τα σύμβολα που συνδέουν το «λευκό» με την αρετή και το «μαύρο» με το κακό, προχωρώντας συνειρμικά:
«“Σκέψου, κύριε Ουίδερς· σκούρα μαλλιά, σκούρα μάτια, μαύρο σύννεφο, μαύρη νύχτα, σκοτεινό όραμα, σκοτεινός θάνατος, σκοτεινός τάφος, ζοφερό ΣΚΟΤΑΔΙ”». (σελ. 79)
Ένα σύντομο συμπέρασμα
Κάθε ιστορία είναι παράγωγο της εποχής της. Απηχεί ιδεολογίες, αντιλήψεις, φοβίες. Εξετάζοντας το διήγημα του ντε λα Μέαρ με σύγχρονα γυαλιά, καταλήγουμε πως μαρτυρά όλα τα παραπάνω άλλοτε εκ συγγραφικής προθέσεως, άλλοτε ίσως ασύνειδα.
Η κατατοπιστική εισαγωγή της Ευαγγελίας Κουλιζάκη φωτίζει καίρια διάφορες πλευρές της ιστορίας και ενισχύει την αναγνωστική εμπειρία. Το τρίτο μέρος της σειράς «Αστερισμοί» των εκδόσεων Στερέωμα είναι μια επάξια προσθήκη – αναμένουμε τη συνέχεια.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ουόλτερ ντε λα Μέαρ (1873-1956) ήταν Άγγλος ποιητής, διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, γνωστός για τα ευφάνταστα και λυρικά του έργα. Γεννημένος στο Κεντ της Αγγλίας, ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ενώ εργαζόταν στο Λονδίνο ως υπάλληλος. Η ποίηση του ντε λα Μέαρ συχνά εξερευνούσε θέματα παιδικής ηλικίας, φύσης και υπερφυσικού, κερδίζοντας την αναγνώριση των κριτικών και ένα αφοσιωμένο κοινό.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγικής του καριέρας, ο Ουόλτερ ντε λα Μέαρ δημοσίευσε πολυάριθμες ποιητικές και μυθιστορηματικές συλλογές, μεταξύ των οποίων το The listeners and other poems και το μυθιστόρημα Memoirs of a midget, το οποίο κέρδισε το James Tait Black Memorial Prize. Το συγγραφικό του ύφος, που χαρακτηρίζεται από αίσθηση μυστηρίου και βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας, συνεχίζει να γοητεύει τους αναγνώστες και να εμπνέει γενιές συγγραφέων πολύ καιρό μετά το θάνατό του.























