
Για το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Πιεδάδ Μπονέτ (Piedad Bonnett) «Αυτό που δεν έχει όνομα» (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδ. Κυψέλη).
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Θα ξεκινήσω λέγοντας πως το Αυτό που δεν έχει όνομα είναι για ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία που διάβασα φέτος προκειμένου να προλάβω τον διστακτικό αναγνώστη απέναντι στο βαρύ, ομολογουμένως, θέμα που πραγματεύεται και να κάμψω τις όποιες αντιστάσεις του. Πρόκειται για αληθινή ιστορία, εκείνη της πολυγραφότατης Κολομβιανής συγγραφέα και ποιήτριας Πιεδάδ Μπονέτ, η οποία καταγράφει την απώλεια του γιου της που έβαλε τέλος στη ζωή του σε ηλικία μόλις είκοσι οχτώ ετών, έπειτα από οκταετή μάχη με τις παρανοϊκές ψευδαισθήσεις.
Η Μπονέτ γράφει ως φόρο τιμής στο παιδί της· για να ανασυστήσει τα γεγονότα, να συγκρατήσει στη μνήμη τη μορφή του και όσα αντιπροσώπευαν τη ζωή του, καθώς και για να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες γύρω από την ψυχική ασθένεια, ένα θέμα για το οποίο ελάχιστοι μιλούν ανοιχτά και ακόμα λιγότεροι τολμούν να ονοματίσουν. Με τρόπο απλό, λιτό και αποφεύγοντας τις συναισθηματικές εξάρσεις, σε μια ούτως ή άλλως φορτισμένη αφήγηση, με γλώσσα ρέουσα, απαλλαγμένη από κάθε τι περιττό, ταυτόχρονα όμως λυρική και στοχαστική, μας δίνει ένα βαθιά ανθρώπινο κείμενο που σπαρταράει από ομορφιά και πόνο φανερώνοντας τις ποιητικές της καταβολές.
Η Μπονέτ γράφει όχι μόνο για να κρατήσει τον γιο της ζωντανό στη μνήμη αλλά και για να κρατηθεί η ίδια από την επίπονη διαδικασία της επανανοηματοδότησης της ζωής της μετά το τραγικό γεγονός. Στην προσπάθεια να αφηγηθεί μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια της γλώσσας και αποδεχόμενη πως αλήθεια δεν υπάρχει, η συγγραφέας επιστρατεύει τους αγαπημένους της συγγραφείς και τα λόγια τους -το κείμενο βρίθει διακειμενικών αναφορών- και μας παίρνει μαζί της σε μια αναζήτηση των κομματιών εκείνων που θα δώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα που να βγάζει νόημα μπροστά στο παράλογο του θανάτου. Από τη Σιμπόρσκα και τον Χαβιέρ Μαρίας μέχρι την Μπλάνκα Βαρέλα, τον Τζούλιαν Μπαρνς, τον Νόρμπερτ Ελίας, τον Μπόρχες, τον Ναμπόκοφ, τον Ζαν Αμερί, τον Σαλμάν Ρουσντί, την Ανί Ερνό, τον Ρέιμοντ Κάρβερ και άλλους, το έργο της Μπονέτ συνομιλεί με άλλα κείμενα, τα οποία ενσωματώνονται οργανικά στην αφήγηση ενισχύοντας τη συναισθηματική και νοηματική του πυκνότητα. Όπως και στα βιβλία της Βιρτζίνια Γουλφ, την οποία μάλιστα επικαλείται η συγγραφέας, έτσι κι εδώ ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με άγνωστες πτυχές της ασθένειας μέσα από την οπτική γωνία της μητέρας.
Η δομή του μυθιστορήματος
Η μη γραμμική αφήγηση χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια, με το πρώτο να αφορά το χρονικό διάστημα μετά τον θάνατο του Ντανιέλ και την καταγραφή των πρώτων ημερών τις οικογένειας μετά την είδηση, τις επιλογές που αφορούν διαδικαστικά θέματα, όπως η ταφή, το άδειασμα του σπιτιού, τον τρόπο με τον οποίο κοινοποιήθηκε η είδηση στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον μέσα από τα οποία αποκαλύπτεται η σχέση αυτής της αντισυμβατικής οικογένειας και η μεταξύ τους σύνδεση. Η δεύτερη εκτεταμένη ενότητα αποτελεί μια αναδρομή στη ζωή του Ντανιέλ, όπου ο αναγνώστης τον ακολουθεί μέσα από τα μάτια της μητέρας του στην πορεία της ζωής του από τη διάγνωση της ψυχικής ασθένειας κι έπειτα. Στην τρίτη ενότητα η αφήγηση επανέρχεται στην περίοδο μετά τον θάνατο του παιδιού όπου η μητέρα ανακαλεί όλα τα γεγονότα που συνέβησαν και οδήγησαν τον Ντανιέλ στην αυτοκτονία προσπαθώντας να καταλάβει και ενδεχομένως να εντοπίσει το τι πήγε στραβά. Πρόκειται για το βασανιστικό ερώτημα «τι θα γινόταν αν» που ταλανίζει κάθε άνθρωπο έπειτα από ένα δυσάρεστο, μη αναστρέψιμο γεγονός. Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο η αφήγηση επιστρέφει στο παρόν, όπου επέρχεται σιγά σιγά η συνειδητοποίηση και η αποδοχή.
Η Μπονέτ λέει τα πράγματα με το όνομά τους: ο γιος της δεν ξεκουράστηκε αλλά πέθανε, δεν πέθανε εξαιτίας κάποιου ατυχήματος αλλά αυτοκτόνησε κι αυτό δεν είναι ούτε αμαρτία ούτε έγκλημα.
Κι ενώ η μητέρα δεν καταλήγει ποτέ σε απόλυτες αλήθειες, δεν κατηγορεί κανέναν ανοιχτά -κι ας φαίνεται να υπήρξαν λάθος εκτιμήσεις από γιατρούς και ψυχολόγους-, παρόλο που μια μετατόπιση ευθυνών ή ακόμα και μια ανάληψη -παράλογη έστω- της πλήρους ευθύνης θα ήταν λυτρωτική. Δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς -το υπαινίσεται σε κάποιο σημείο και η ίδια- την ευκολία με την οποία η κοινωνία θα έβγαζε συμπεράσματα, έτοιμη πάντα να σηκώσει το δάχτυλο και να δείξει τον ένοχο. Μια κοινωνία που κλείνει τα μάτια απέναντι στην ψυχική ασθένεια, στιγματίζει, υιοθετεί κακοποιητικές στάσεις, αρνείται να μετακινηθεί από τις παγιωμένες πεποιθήσεις της και προτιμά αντί να ξεβολευτεί η ίδια να δυσκολέψει τη ζωή αυτών που πάσχουν. Μια κοινωνία που εμφανίζεται έκπληκτη να απορεί πώς ένας άνθρωπος που φαινόταν φυσιολογικός αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του χωρίς να είναι σε θέση να κάνει την αυτοκριτική της και να σκεφτεί πόσο διατεθειμένη θα ήταν να δει το πραγματικό πρόσωπο ενός ψυχικά ασθενή. Η Μπονέτ λέει τα πράγματα με το όνομά τους: ο γιος της δεν ξεκουράστηκε αλλά πέθανε, δεν πέθανε εξαιτίας κάποιου ατυχήματος αλλά αυτοκτόνησε κι αυτό δεν είναι ούτε αμαρτία ούτε έγκλημα. Όσο για την ασθένειά του έχει όνομα και το όνομά της είναι σχιζοφρένεια.
Ο άνθρωπος που νοσεί είναι ένας άνθρωπος που πασχίζει και με την κατάλληλη βοήθεια και τη στήριξη του περιβάλλοντός του μπορεί να ζήσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα μια φυσιολογική ζωή ‒ υπήρχαν στιγμές που ο Ντάνιελ χαιρόταν τη ζωή και τους ανθρώπους ενώ δεν έπαψε ποτέ να ονειρεύεται, να αγωνιά και να πασχίζει για το μέλλον του. Σπούδασε στην καλών τεχνών -η τέχνη άλλωστε ήταν αυτή που τον βοήθησε να εκφράσει με συμβολικό τρόπο τη δυσφορία που ένιωθε-, ταξίδεψε, έκανε ανώτερες σπουδές, είχε φίλους και συντρόφους. Έζησε μόνος του διατηρώντας πάντοτε στενή σχέση με την οικογένειά του, η οποία στάθηκε δίπλα του χωρίς να τον πνίγει έχοντας συνείδηση των ορίων στη δυνατότητα παρέμβασης στη ζωή του.
Ύμνος στην ευθραυστότητα
Οι άνθρωποι δεν είναι η ασθένειά τους παρόλο που η ασθένεια αποτελεί μέρος της ζωής τους και παρά την τραγική έκβαση αποδείχτηκε ότι ο Ντανιέλ είχε ζήσει μια ζωή με πληρότητα. Πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο που μέσα από την προσωπική μαρτυρία της συγγραφέα και την ατομική αντιμετώπιση του πένθους ευαισθητοποιεί καταδεικνύοντας την κοινωνική ευθύνη απέναντι στο στίγμα της ψυχικής ασθένειας. Ένα βιβλίο-ύμνος στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και μια γλυκόπικρη διαπίστωση πως η ζωή συνεχίζεται ακόμα κι όταν γίνεται δυσβάσταχτη, μέχρι που να μη μπορεί να συνεχιστεί άλλο.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Δεν θα πω το όνομα αυτής της ασθένειας, σκέφτεται ο γιατρός, γιατί δεν θέλω να τον χαρακτηρίσω, δεν θέλω να τον καταδικάσω, και ούτε πρόκειται να τον κάνω να χάσει τις ελπίδες του και να τον βυθίσω στην απόγνωση. Γιατί δεν υπάρχουν ασθένειες, αλλά ασθενείς.
»Δεν θα πω αυτό το όνομα, λέει ο ασθενής, γιατί θα με αποφεύγουν, θα με εγκαταλείψουν, θα με απομακρύνουν, γιατί δεν θα με αγαπήσουν ούτε θα με παντρευτούν. Γιατί θα με κοιτούν με φόβο.
»Δεν θα πω αυτό το όνομα, λέει ο πατέρας, λέει η μητέρα, επειδή δεν μπορεί να είναι αλήθεια, δεν μπορεί, δεν μπορεί».
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Πιεδάδ Μπονέτ (Αμάλφι, Κολομβία, 1951) σπούδασε Φιλοσοφία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο των Άνδεων. Έχει μεταπτυχιακό στη Θεωρία της Τέχνης και της Αρχιτεκτονικής από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Κολομβίας. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, έξι θεατρικά έργα και τα μυθιστορήματα Después de todo (2001), Para otros es el cielo (2004), Siempre fue invierno (2007), El prestigio de la belleza (2010), Donde nadie me espere (2018), καθώς και το Αυτό που δεν έχει όνομα (Lo que no tiene nombre, 2013), μια προσωπική και συγκινητική ιστορία για τον θάνατο του γιου της, που το 2106 το περιοδικό Babelia το συμπεριέλαβε στα εκατό καλύτερα βιβλία των τελευταίων είκοσι πέντε χρόνων.

Το 1994 κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Ποίησης που απονέμει το Ινστιτούτο Ποίησης της Κολομβίας (Colcultura), το 2011 το Βραβείο Αμερικανικής Ποίησης Casa de América, το 2012 το βραβείο Víctor Sandoval, το 2014 το βραβείο José Lezama Lima από το Casa de las Américas και το 2016 το βραβείο Generaciόn del ’27.























