
Για το μυθιστόρημα του Λουί Φερντινάν Σελίν [Louis-Ferdinand Céline] «Θάνατος επί πιστώσει» (μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Εστία).
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Όσο κι αν οι κριτικοί παλεύουν να αποσπάσουν τα έργα από τα παγωμένα δάχτυλα των συγγραφέων που έχουν αποχωρήσει από τη ζωή, παραμένει δύσκολο, μην πω ακατόρθωτο. Ιδίως εάν ο δημιουργός υπήρξε αμφιλεγόμενο πρόσωπο και ο βίος του αξιομνημόνευτος – όχι απαραίτητα για τους «σωστούς» λόγους. Ο Σελίν υπήρξε τέτοιος συγγραφέας, αφού έζησε σε μια δύσκολη ιστορική περίοδο και ταυτίστηκε με ολοκληρωτικές ιδέες. Από την άλλη πλευρά, το χρέος της κριτικής παραμένει το ίδιο. Να παραμερίσει τον άνθρωπο που πλέον δεν είναι παρών για να λογοδοτήσει για τις προθέσεις του, αποδίδοντας στο έργο του τα δέοντα υπό το πρίσμα συγκεκριμένων λογοτεχνικών κριτηρίων, αγωνιώντας να επιτύχει την ποθητή αντικειμενικότητα εντός της υποκειμενικότητάς του, προκειμένου να εισακουστεί. Όπως κι αν το εξετάσουμε, η κριτική δεν θα αγκαλιάσει τον κακό συγγραφέα αλλά άξιο άνθρωπο, αλλά τον ικανό κι ας απεδείχθη εν τέλει ανάξιος του έργου του. Για τα λοιπά ας αναλάβουν οι θρησκείες (και δεν το λέω υποτιμητικά προφανώς).
Σε τελική ανάλυση, ο μισανθρωπισμός δεν υπήρξε υπαίτιος μαζικών σφαγών ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, παρά μια προσωπική στάση που κατά κύριο λόγο στρέφεται ενάντια στο ίδιο το άτομο απομονώνοντάς το.
Οφείλω επίσης να τονίσω, ότι ειδικά στην περίπτωση του Σελίν, οι φιλοφασιστικές και αντισημιτικές του απόψεις βρίσκονται εκτός των μυθιστορημάτων του, τα οποία βρίθουν βεβαίως κυνισμού και μισανθρωπισμού, αλλά αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι «πλημμέλημα». Σε τελική ανάλυση, ο μισανθρωπισμός δεν υπήρξε υπαίτιος μαζικών σφαγών ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, παρά μια προσωπική στάση που κατά κύριο λόγο στρέφεται ενάντια στο ίδιο το άτομο απομονώνοντάς το. Όπως μάλιστα γνωρίζουμε, οι καλλιτέχνες υπήρξαν συχνά επιρρεπής σε τέτοιου είδους στάσεις. Ο Σελίν υπήρξε εξέχων μέλος της κοινότητας αυτής με το έργο του, γιατί αυτό εξετάζουμε κι όχι τον άντρα και τις απόψεις του.
Ο κατά Σελίν κόσμος
Είναι το έργο του Σελίν κάτι παραπάνω από έναν συγκερασμό μισάνθρωπων, κυνικών απόψεων; Η απάντηση είναι θετική αν αναφερθούμε στο κορυφαίο του έργο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας και μάλλον αρνητική στην περίπτωση του Θάνατος επί πιστώσει. Αλλά προτού εστιάσω σ’ αυτό, ας ξεκινήσω από τα βασικά.
Το υπό εξέταση βιβλίο χαρακτηρίζεται Bildungsroman, αφού αναφέρεται στα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Γάλλου συγγραφέα. Ο νεαρός Φερντινάντ είναι ο γιος μιας οικογένειας που προσπαθεί να επιβιώσει σε άθλιες οικονομικές συνθήκες στο Παρίσι. Εντούτοις, δεν είναι μόνο η ανέχεια που καραδοκεί να καταπιεί τους ανθρώπους, αλλά και το εσωτερικό τους σκοτάδι, ιδίως εκείνο της πατρικής εξουσίας, μέσω της λεκτικής και φυσικής βίας. Η αγία οικογένεια, πηγή ενοχών και καταπίεσης, βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης, με τον Φερντινάντ να προσπαθεί ταυτόχρονα να επιβιώσει και να απεγκλωβιστεί από τον σφιχτό εναγκαλισμό, την ίδια στιγμή που ο έξω κόσμος αποδεικνύεται εξίσου ασφυκτικός και απάνθρωπος.
Το θέμα / περιεχόμενο σ’ αυτό το βιβλίο είναι τυπικό, για όποιον έχει έρθει έστω κι ακροθιγώς σε επαφή με το λογοτεχνικό όραμα του Σελίν. Η κόλαση είναι η ύπαρξή μας και οι κολασμένοι οι συνάνθρωποι που όχι μόνο δεν θα σταθούν αρωγοί (παρά σπάνια και κατά περίπτωση, όπως ο θείος του παιδιού), αλλά θα καταβάλουν τη μέγιστη προσπάθεια να θέσουν εμπόδια και να καταστρέψουν οποιαδήποτε ευκαιρία για έξοδο από τον κοινό λάκκο που όλοι μοιράζονται. Η πιθανότητα ευτυχίας δεν υφίσταται ούτε ως σκέψη, έχοντας ταφεί κάτω από τα ανθρώπινα ερείπια και, συμβολικά, κάτω από εκείνα των οικιών που συχνά ακολουθούν την τραγική μοίρα των ανθρώπων.
Εάν στον κόσμο του Ντίκενς, με τα βιβλία του οποίου έχει συγκριθεί ο Θάνατος επί πιστώσει, το πέπλο της αθλιότητας παραμερίζεται συχνά από την ηθική ανωτερότητα κάποιων χαρακτήρων και την άρρηκτη αλληλεγγύη τους, στον Σελίν δεν υφίσταται τέτοια προοπτική. Το αρχέγονο κακό έχει διαποτίσει ανθρώπους και προθέσεις, και ο πόλεμος όλων εναντίων όλων, πριν τους καταπιεί ο άλλος ο μεγάλος πόλεμος που θα ακολουθήσει, είναι η μόνη δυνατή συνθήκη. Ο κυνισμός στην ψυχή του Φερντινάντ έχει αντικαταστήσει οποιοδήποτε άλλο αίσθημα. Είναι η καταφυγή του, η άμυνά του, ενώ η αδιαφορία είναι η επίθεσή του, αφού δεν διαθέτει τη δύναμη να αντιδράσει. Έρχονται βέβαια στιγμές όπου η έκρηξη λαμβάνει χώρα με τρόπο εντυπωσιακό, με το νεαρό θύμα να μετατρέπεται σε θύτη (κορυφαία σκηνή της βίαιης επίθεσης στον πατέρα-δικτάτορα που τον αφήνει σχεδόν ανάπηρο), αναπαράγοντας τον κύκλο της βίας μες την οποία ανθούν μόνο σαρκοβόρα λουλούδια.
Ο κυνισμός μετατρέπεται συχνά σε βιτριολικό χιούμορ και ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να γελάσει τρανταχτά με τα παθήματα των κατοίκων της κόλασης και τις φαιδρές και αποτυχημένες προσπάθειές τους να ξεγλιστρήσουν ή ξεγελάσουν τους φθονερούς Θεούς που ορίζουν το ριζικό τους.
Ο κυνισμός μετατρέπεται συχνά σε βιτριολικό χιούμορ και ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να γελάσει τρανταχτά με τα παθήματα των κατοίκων της κόλασης και τις φαιδρές και αποτυχημένες προσπάθειές τους να ξεγλιστρήσουν ή ξεγελάσουν τους φθονερούς Θεούς που ορίζουν το ριζικό τους. Υπάρχει πάντα κάτι γελοίο, κι ας ακούγεται απάνθρωπο, στους ταπεινούς και ενίοτε μικρόνοες και μικρόψυχους, όταν συγκρούονται με τις ανώτερες δυνάμεις της πραγματικότητας που δεν έχει φτιαχτεί να τους συμπεριλάβει. Ας πασχίζουν μ’ όλες τους τις δυνάμεις να γλιστρήσουν από τις χαραμάδες. Η φάκα θα τους μαγκώσει γερά και ο αποστασιοποιημένος –γιατί έτσι τον θέλει ο συγγραφέας– αναγνώστης θα γελάσει με τον εξευτελισμό τους. Το καρναβαλικό πνεύμα του Ραμπελαί κάνει συχνές εμφανίσεις στο ενδιάμεσο, με το αναρχικό, σατιρικό και σκατολογικό του ύφος να διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου. Ο Σελίν ξέρει να παίζει το παιχνίδι της βλασφημίας και της αποδόμησης των ιερών, ρίχνοντάς εκούσια τα μαργαριτάρια στους χοίρους και περιγράφοντας στη συνέχεια ενδελεχώς όσα λαμβάνουν χώρα στο χοιροστάσιο. Αυτή εξάλλου είναι η προσωπική του σφραγίδα, η ταυτότητά του και σε αυτό προστρέχουν οι απανταχού θαυμαστές του.
Η κριτική
Να επανέλθω όμως στα αρχικά ερωτήματα. Είναι το Θάνατος επί πιστώσει κάτι παραπάνω από μισάνθρωπες και ακραίες απόψεις ή εξαντλείται στην πρόκληση χωρίς να προσφέρει κάτι φρέσκο πέραν αυτού; Θεωρώ ότι το τελευταίο ισχύει σε σημαντικό βαθμό. Ας δούμε γιατί.
Στην περίπτωση που ο Θάνατος ήταν το πρωτόλειο βιβλίο του Σελίν, τότε θα αναγνωρίζαμε το ελαφρυντικό της αναζήτησης ύφους που κατακτιέται σταδιακά και επίπονα από τον συγγραφέα. Το βιβλίο όμως αυτό ακολούθησε το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, το οποίο είναι μια εντελής και άψογη καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι επομένως δύσκολο να παραγνωρίσουμε τη σειρά των έργων, με συνέπεια ο Θάνατος επί πιστώσει να μοιάζει με οπισθοδρόμηση. Εξάλλου, είναι αδύνατον να κριθεί αυτόνομα, όπως πολλοί αναφέρουν, καθότι τίποτα δεν κρίνεται έτσι, παρά σε συνάρτηση με όσα έχουν προηγηθεί, λαμβάνοντας τη θέση τους στη μεγάλη αλυσίδα που συνεχίζει στο παρόν και οδηγείται στο μέλλον. Η σύγκριση που γεννά την κρίση γίνεται πάντα με κάτι άλλο, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τα έργα του ίδιου δημιουργού.
Ο Θάνατος επί πιστώσει πάσχει σε πολλαπλά επίπεδα. Σε επίπεδο πλοκής που είναι βεβαίως ζήτημα τεχνικής, επαναλαμβάνεται αέναα χωρίς επαρκή λόγο. Αυτοτροφοδοτείται από τον κυνισμό του και επαναφέρει το ίδιο ουσιαστικά θέμα με διαφορετική αφορμή, αποδεικνύοντας εκ νέου ότι η μορφή είναι το περιεχόμενο. Και είναι η μορφή που πάσχει στο βιβλίο αυτό, καθώς αντικαθίσταται με ένα περιεχόμενο που τελικά δεν έχει να πει κάτι ιδιαίτερο, εξαντλούμενη στα πρώτα κεφάλαια που είναι και τα πιο ενδιαφέροντα. Θεωρώ ότι ο Σελίν εξαργύρωσε όλα εκείνα που έκαναν το Ταξίδι προκλητικό, πέφτοντας στην παγίδα του μανιερισμού. Η πρόκληση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, δεν αποτελεί ουσία, παρά μόνο σε σχέση με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του έργου. Εφόσον αυτονομηθεί –κι αυτό ισχύει για οτιδήποτε αυτονομείται– τότε προκαλείται ανισορροπία, με συνέπεια να χάνεται η ενοποιητική δύναμη που συγκρατεί το οικοδόμημα. Οι ύβρεις, το σκώμμα, η ακολασία, η λεκτική ή φυσική βία, είναι όλα τεχνικές, δεν είναι το έργο. Εφόσον κάποιο από αυτά υπερισχύσει, τότε το έργο θα λοξοδρομήσει.
Θεωρώ ότι ο Σελίν εξαργύρωσε όλα εκείνα που έκαναν το Ταξίδι προκλητικό, πέφτοντας στην παγίδα του μανιερισμού. Η πρόκληση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, δεν αποτελεί ουσία, παρά μόνο σε σχέση με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του έργου.
Είναι ας πούμε η λογική της πορνογραφίας, της οποίας το υφολογικό πρόβλημα βρίσκεται στο ότι απομονώνει μια πτυχή (τη σεξουαλική πράξη) παρακάμπτοντας τους χαρακτήρες, τις πλοκές, την ατμόσφαιρα, με συνέπεια όλα αυτά να υπηρετούν την περιγραφή των σεξουαλικών σκηνών. Κάπως έτσι και στον Θάνατο επί πιστώσει, όπου ο αναγνώστης βρίσκεται από ένα σημείο και μετά μπροστά σε μια συρραφή διαδεχόμενων γεγονότων, όντας το ένα πιο θλιβερό από το άλλο, σε μια διαρκή κλιμάκωση που δεν οδηγεί πουθενά. Φτάνοντας στη μέση του πολυσέλιδου έργου αναρωτιόμαστε απλά τι άλλο θα εφεύρει ο συγγραφέας για να επαναλάβει το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Η αφηγηματική του δεινότητα στομώνεται, καθώς επικεντρώνεται στην παράθεση μοχθηρών, μικρόνοων και απαξιωμένων ανθρώπων που σκοντάφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, κάνοντας κόλαση ο ένας τον βίο του άλλου.
Στην επίγεια κόλαση μέχρι τελικής πτώσεως...
Είναι η επίγεια κόλαση που επιχειρεί να μεταφέρει στο χαρτί ο Σελίν και οι κολασμένοι που τον κατοικούν. Αλλά το μήνυμα που επαναλαμβάνεται μέχρι τελικής πτώσεως όλων, χάνει την ορμή του και απομένει η κόπωση εκείνου που διαβάζει, αφού γνωρίζει πως τίποτα δεν πρόκειται να διαταράξει την ατυχία των πρωταγωνιστών. Επομένως, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, όπως εάν το βιβλίο είχε πρωταγωνιστές ευτυχείς θνητούς που συνέχιζαν ως το τέλος να ευτυχούν, αποδεικνύοντας πόσο ωραία είναι η ζωή. Είναι οι αντιθέσεις, οι συγκρούσεις, οι εναλλαγές που προσδίδουν ενδιαφέρον στην αφήγηση. Ειδάλλως το κείμενο αποτελεί μονοφωνία που εκπίπτει τελικά στη διδαχή και την καταγγελία, έστω εκείνη του αρνητικού.
Μοιάζει σαν ο Σελίν να λαφυραγώγησε τα επιφανειακά και άμεσα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, αγνοώντας ηθελημένα τι κείται από κάτω, οπότε το αποτέλεσμα παραπέμπει σε κάτι οικείο που όμως δεν γίνεται ποτέ ακριβώς προσωπικό...
Οι επιρροές από τον Ντίκενς είναι εμφανείς όσον αφορά την ενασχόληση με τους απόκληρους, όπως και απ’ τον Ραμπελαί στο καυστικό και προσβλητικό χιούμορ του που λαμβάνει συχνότατα σκατολογικό χαρακτήρα. Όμως οι δύο αυτοί συγγραφείς δεν περιορίζονταν σ’ αυτά τα διακριτά γνωρίσματά τους. Μοιάζει σαν ο Σελίν να λαφυραγώγησε τα επιφανειακά και άμεσα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, αγνοώντας ηθελημένα τι κείται από κάτω, οπότε το αποτέλεσμα παραπέμπει σε κάτι οικείο που όμως δεν γίνεται ποτέ ακριβώς προσωπικό, ενώ του έχει αφαιρεθεί και η ουσία του πρωτότυπου. Το ίδιο ισχύει και για τις εμβόλιμες και κάπως αμήχανες σεξουαλικές σκηνές που φαίνονται να έχουν αφαιρεθεί αυτούσιες από τα πορνογραφικά έργα του Απολιναίρ. Θεωρώ ότι δεν προσδίδουν κάτι παραπάνω στο κείμενο, πέραν της πρόδηλης πρόκλησης. Θα είχαν περισσότερο ενδιαφέρον ως φαντασιώσεις και παραληρήματα του έφηβου χαρακτήρα, παρά ως γεγονότα.
Να δώσω ένα παράδειγμα, προκειμένου να στοιχειοθετήσω τη σύγκριση μεταξύ των έργων. Διαβάζουμε στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»: «Οι άνθρωποι οδεύουν από τη μια τραγωδία στην άλλη. Στο μεταξύ, το έργο δεν έχει ανέβει, δεν διακρίνουν ακόμη την πλοκή του, τον ιδανικό τους ρόλο, μένουν λοιπόν εκεί, με τα χέρια κρεμάμενα μπρος στο γεγονός, με τα ένστικτα κλειστά σαν ομπρέλα, παραπαίοντας από ασυναρτησία, συρρικνωμένοι στον εαυτό τους, δηλαδή στο μηδέν. Αδέσποτα γελάδια». Ή αυτό: «Αυτό τ' αλέγρο βλέμμα ζωντάνευε τα πάντα ολόγυρα, στη σκιά, με μια νεανική χαρά, με ζέση ελάχιστη αλλ' αγνή, που τέτοια δεν έχουμε πια στη διάθεσή μας, κι η φωνή της, ραγισμένη όταν τσίριζε, ξανάπιανε γελαστή τις λέξεις όταν καταδεχόταν να μιλήσει όπως όλος ο κόσμος, και έκανε τότε να χορεύουν, φράσεις και παροιμίες, να κατρακυλούν και ν' αναπηδούν ολοζώντανες, έτσι όπως μπορούσαν οι άνθρωποι να το κάνουν ακόμη με τις φωνές τους και με τα γύρω τους πράγματα, τον καιρό που το να μην καταφέρνεις να διηγείσαι και μετά να τραγουδάς σωστά περνούσε για κουτό, κατάπτυστο κι αρρωστημένο».
Οι σελίδες που ο συγγραφέας αναμετράται με τις καλύτερες στιγμές του εγκλωβίζουν τον αναγνώστη που αποζητά τη διεισδυτική ματιά του. Χρειάζεται όμως ψάξιμο και υπομονή για να βρει εκεί όσα απλόχερα είχε μοιράσει στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.
Ο αναγνώστης δεν θα βρει κάτι ανάλογο στις σελίδες του Θάνατος επί πιστώσει και αυτή είναι διαφορά ουσίας. Η κραυγή του μηδενιστή, του υβριστή, του συγγραφέα που παράγει μια ζωντανή και οξεία γλώσσα, η οποία θερίζει στο διάβα της τα κάστρα της αστικής και όχι μόνο βεβαιότητας, της φιλαυτίας, του εγωκεντρισμού και της ψεύτικης ανωτερότητας, συνοδεύεται από κάτι παραπάνω, κάτι σημαντικό: τον υπαρξιακό, φιλοσοφικό και, γιατί όχι, ποιητικό στοχασμό που ανακόπτει τον υβριστικό λόγο εκεί που χρειάζεται. Όχι για να δώσει λύσεις, να χαϊδέψει αυτιά και να λειάνει την κόψη του αγχέμαχου όπλου, αλλά για να φέρει το δημιουργικό του όραμα στους θνητούς, καυτηριάζοντας με τον λόγο τις χαίνουσες πληγές.
Αυτές οι παράγραφοι, διάσπαρτες σε όλο το Ταξίδι, αφενός προσδίδουν βάθος κι αφετέρου διασπούν τη μονοτονία, η οποία διαφορετικά θα παρέμενε κραυγή που βομβαρδίζει χωρίς σταματημό. Ο ποιητής –γιατί ποιητική είναι αυτή η γλώσσα όπως γίνεται εύκολα κατανοητό– απέχει από το Θάνατος επί πιστώσει και στη θέση του έχει μείνει ο μοχθηρός και κακεντρεχής υβριστής που καταγράφει χαιρέκακα τα παθήματα των βροτών. Είναι σημαντική η διαφορά και διόλου αμελητέα. Είναι εν τέλει η διαφορά μεταξύ ευχάριστης ανάγνωσης και αναστοχασμού, ο οποίος ανοίγει υπόγειους διαύλους με την αιωνιότητα, περιγράφοντας ατρόμητα την ανθρώπινη κατάσταση.
Εντούτοις, και παρ’ όλα τα μειονεκτήματά του, το Θάνατος επί πιστώσει παραμένει ένα βιβλίο του Σελίν. Οι σελίδες που ο συγγραφέας αναμετράται με τις καλύτερες στιγμές του εγκλωβίζουν τον αναγνώστη που αποζητά τη διεισδυτική ματιά του. Χρειάζεται όμως ψάξιμο και υπομονή για να βρει εκεί όσα απλόχερα είχε μοιράσει στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας. Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι λείπουν απ’ την έκδοση της Εστίας κάποιες έστω λίγες σημειώσεις (δεν υπάρχει καμία) και βεβαίως ένα Επίμετρο που θα ενέτασσε το βιβλίο στο corpus του συγγραφέα, προκειμένου να τον βοηθήσει να αντιληφθεί τη θέση του και έτσι να το εκτιμήσει ανάλογα, όπως είχε γίνει με εξαιρετικό τρόπο στο Ταξίδι. Ιδίως αυτό το βιβλίο, μετά από τόσο καιρό αναμονής, χρειαζόταν λίγη παραπάνω βοήθεια.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Πρέπει να το 'χει ζήσει κανείς, για να καταλάβει πώς μυρίζει το πραγματικό μίσος... Πώς τρυπώνει στα σωθικά σου και σου τρώει την καρδιά...
Τώρα συναντάω συχνά τύπους που γκρινιάζουν και αγανακτούν... Κακομοίρηδες που στριμώχνονται... Ζορισμένους που δεν τα καταφέρνουν... Χαμένους της απόλαυσης... Επανάσταση για κωλομπαράδες... φτηνή... τζάμπα τη θέλουνε...
Από το πουθενά... από το λύκειο, ίσως... Είναι μόνο λόγια του αέρα. Το πραγματικό μίσος έρχεται από μέσα βαθιά, έρχεται από τα χρόνια τα μικρά που χάθηκαν ανυπεράσπιστα στην αγγαρεία και στη βαριά δουλειά. Αυτό είναι το μίσος που σε σκοτώνει. Το ατελείωτο. Είναι τόσο βαθύ, τόσο πηχτά, που πάντα περισσεύει... Ποτέ δεν τελειώνει... Ξεχειλίζει, πλημμυρίζει τη γη, τη φαρμακώνει, κι απάνω της δεν φυτρώνει πια τίποτα μόνο κακία, κακία ανάμεσα στους νεκρούς, κακία ανάμεσα στους ανθρώπους».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Λουί Φερντινάν Σελίν (ψευδώνυμο του Λ. Φ. Ντετούς) γεννήθηκε στο Κουρμπεβουά, κοντά στο Παρίσι, το 1894. Τελείωσε το σχολείο, ενώ παράλληλα εργαζόταν· για το απολυτήριο προετοιμάστηκε μόνος του, αργότερα. Το 1912 κατατάχθηκε στο στρατό και τον Νοέμβριο του 1914 τραυματίστηκε σοβαρά. Αποστρατεύθηκε με αναπηρία 75% και ως εμπορικός αντιπρόσωπος έφυγε πρώτα για το Καμερούν (1916) και μετά για το Λονδίνο (1917). Μετά τη νίκη, σπούδασε ιατρική και στη συνέχεια συμμετείχε σε αποστολές στην Αφρική και στις Ηνωμένες Πολιτείες για λογαριασμό της Κοινωνίας των Εθνών. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, άσκησε την ιατρική στα προάστια του Παρισιού.

Το 1932 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας. Το 1936 ακολούθησε το Θάνατος επί πιστώσει. Από το 1944 ως το 1951, ο Σελίν έζησε εξόριστος στη Γερμανία και στη Δανία. Όταν επέστρεψε στη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στο Μεντόν, όπου συνέχισε να γράφει (Από τον έναν πύργο ο άλλος, Βορράς, Ριγκοντόν) και να ασκεί την ιατρική, προσφέροντας τις φροντίδες του κυρίως στους φτωχούς. Πέθανε το 1961. Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφορούν τα βιβλία Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (2007) και Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ (2009) σε μετάφραση Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου και ο Θάνατος επί πιστώσει σε μετάφραση Άγγελου Αγγελίδη και Μαρίας Αγγελίδου.























