Για το μυθιστόρημα του André Kubiczek «Η αξέχαστη χρονιά της αναρχίας» (μτφρ. Απόστολος Στραγαλινός, εκδ. Κριτική). Κεντρική εικόνα: Μπροστά στη γερμανική βουλή, στις 3 Οκτωβρίου του 1990, πολίτες γιορτάζουν την επανένωση των δύο κρατών.
Του Γιώργου Σιακαντάρη
Πριν από δύο χρόνια το ελληνικό αναγνωστικό κοινό υποδέχθηκε το εξαιρετικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μαξίμ Λέο με τίτλο Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου, εκδ. Δώμα). Μια οικογένεια τριών γενεών που ο Λέο παρακολουθεί τη ζωή της από τη Γερμανία της Βαϊμάρης, στη χιτλερική και από εκεί στην λεγόμενη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο Κούμπιτσεκ, πρώην ανατολικογερμανός και αυτός, συγγραφέας, βραβευμένος με το λογοτεχνικό βραβείο Candide, έζησε τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής του στο καθεστώς Χόνεκερ. Το πιο στυγνό καθεστώς, μαζί με αυτό του Τσαουσέσκου, στον κόσμο των τότε σοβιετικών δορυφόρων. Ήταν ακριβώς είκοσι χρόνων όταν έπεσε το τείχος.
Ο τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι «η ταχεία κατάρρευση τεσσάρων ζωών και μιας χώρας». Γιατί αυτό μυθιστορεί ο συγγραφέας. Ο νεαρός Αντρέας, φίλος της Ουλρίκε και του αδελφού της Αρντ, διηγείται την απρόσμενα ταχεία μετάβαση προς τη γερμανική ενοποίηση μέσα από το πώς βίωσαν αυτή την αλλαγή τρεις νέοι που εγκατέλειψαν τις πανεπιστημιακές σπουδές τους, μαζί με την ξαφνική προσθήκη ενός τέταρτου νέου. Διηγείται τρεις μήνες από τη ζωή αυτών των νέων, από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 1990, τον τελευταίο μήνα πριν από τη νομισματική ενοποίηση την 1η Ιουλίου 1990 και τρεις μήνες πριν από την εδαφική ενοποίηση των δύο Γερμανιών στις 3 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Πριν από την ενοποίηση των δύο τμημάτων της Γερμανίας είχαμε τη νομισματική ενοποίηση, κάτι που είχε μεγάλες συνέπειες για τους πολίτες και δείχνει πως η οικονομία είχε πάρει για τα καλά τον αέρα της πολιτικής και της Δημοκρατίας.
Ήδη από την 9η Νοεμβρίου 1989 είχε καταρρεύσει το ανατολικογερμανικό κομμουνιστικό Τείχος και βρισκόμαστε στον Απρίλιο του 1990. Οι νέοι της εποχής είχαν αρχίσει τις καταλήψεις σε εγκαταλειμμένα σπίτια πολιτών που είχαν φύγει για την Ομοσπονδιακή Γερμανία.
Εδώ χρειάζονται λίγα λόγια για το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η δράση των τεσσάρων νέων. Ήδη από την 9η Νοεμβρίου 1989 είχε καταρρεύσει το ανατολικογερμανικό κομμουνιστικό Τείχος και βρισκόμαστε στον Απρίλιο του 1990. Οι νέοι της εποχής είχαν αρχίσει τις καταλήψεις σε εγκαταλειμμένα σπίτια πολιτών που είχαν φύγει για την Ομοσπονδιακή Γερμανία. Η χώρα εξακολουθούσε όμως να είναι χωρισμένη στα δυο και να κυβερνάται ακόμη από το πρώην Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα (το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας) που είχε συνάψει ήδη στενή συνεργασία με τους δυτικογερμανούς σοσιαλδημοκράτες του SPD. Οι πολίτες αν και χάρηκαν για την πτώση του μισητού καθεστώτος, πίστευαν ακόμη στη δυνατότητα εφαρμογής ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Οι πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό ζητούσαν την ενοποίηση, αλλά την ίδια στιγμή ένα επίσης εξήντα τοις εκατό επιθυμούσε, αυτό που θα διαδεχθεί τον κομμουνισμό να μην είναι ανεξέλεγκτος ο καπιταλισμός. «Δεν θέλω την ξοφλημένη παλιά Δύση που μας πουλούν όλοι οι ηλίθιοι για κάτι ολοκαίνουριο» (σ. 44), έλεγε ο Αρντ. Και συνέχιζε ο ίδιος να υποστηρίζει πως «τέχνη και πολιτική, ποίηση και συνθήματα, αυτά σε τελική ανάλυση είναι τα σημαντικά στη ζωή» (σ. 21). «Το κεφάλι είναι στρογγυλό για να μπορεί η σκέψη να αλλάζει κατεύθυνση», έγραφε μια αφίσα της εποχής, χρησιμοποιώντας αυτή τη φράση του ντανταϊστή Φρανσίς Πικαμπιά.
Πάντως μέχρι τις εκλογές της 18ης Μαρτίου 1990 λίγοι ήταν αυτοί από τους κυβερνώντες που επιζητούσαν την ενοποίηση. Ουσιαστικά μόνο ο Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ ζητούσε κάτι τέτοιο. Ο νεοδιορισμένος πρωθυπουργός στο ανατολικογερμανικό τμήμα, μεταρρυθμιστής πρώην κομμουνιστής Χανς Μόντροφ, δεν το συζητούσε, όπως και ο Γκορμπατσόφ. Μέσα σε σύντομο διάστημα όλοι κατάλαβαν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να αποφευχθεί. Τους το έδωσε να το καταλάβουν το συντριπτικό υπέρ του κόμματος του Κολ αποτέλεσμα των εκλογών. Στις εκλογές του Μαρτίου οι ανατολικογερμανοί χριστιανοδημοκράτες έλαβαν το 48%, οι σοσιαλδημοκράτες το 22% και το Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού διάδοχος των κομμουνιστών το 16,4%.
Ο André Kubiczek (Αντρέ Κούμπιτσεκ) γεννήθηκε το 1969 στο Πότσνταμ. Ζει και εργάζεται ως συγγραφέας στο Βερολίνο. Το 1997 έλαβε υποτροφία από το κρατίδιο του Βραδεμβούργου. Το 1998 ακολούθησε η υποτροφία Άλφρεντ Νταίμπλιν της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Το 2002 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Junge Talente, που έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς, οι οποίοι έχουν αναγνωρίσει στην αυτοβιογραφική γραφή του Κούμπιτσεκ την απελευθέρωση ενός γνήσιου εκπροσώπου της τελευταίας γενιάς της Ανατολικής Γερμανίας από «τη χειραγωγούμενη γλώσσα μιας κοινωνίας που είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου». |
Αυτά όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι ατομικές ζωές των ηρώων μας. Ο Αντρέας έχει απολυθεί από τον στρατό τον Φεβρουάριο. Αυτός από κοινού με τον Αρντ στήριζαν ένα αναρχικό σχήμα που παρά τις ελπίδες τους έλαβε το «μεγαλειώδες» 1%. Οι πολίτες έβλεπαν τους καιροσκόπους να ελίσσονται στην κορυφή αλλά η φορά των πραγμάτων ήταν τέτοια που τίποτα δεν μπορούσε να τα γυρίσει πίσω. Όσον αφορά τη ζωή πριν από τις εκλογές, ο Αντρέας έλεγε πως όλα είχαν καταντήσει μια χαοτική μαύρη αγορά. «Η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια και ουσιαστικά βιώναμε μια αναρχική μεσοβασιλεία. Ούτε η κυβέρνηση ούτε κάποιο εκτελεστικό της όργανο διέθεταν οποιαδήποτε μορφή εξουσίας» (σ. 20). Η Ουλρίκε, σπουδάστρια σλαβικών γλωσσών, προτείνει στον Αντρέας να πάνε να ζήσουν και να ανακαινίσουν την αγροικία που είχε κληρονομήσει από τον παππού της στο επαρχιακό και βαθύτατα αγροτικό αλλά και εγκαταλελειμμένο και παρατημένο Λάουζιτς. Από αστόπαιδα να γίνουν αγροτόπαιδα. Ο Αρντ αποδέκτης κλεψιμαίικων που πουλιόντουσαν στην αγορά για να ενισχύσουν τις καταλήψεις, δεν ακολούθησε τους άλλους δυο στην αγροικία. Έμεινε στο Πότσνταμ, τόπο καταγωγής και των τριών.
Η αγροτική ρουτίνα των δυο νέων σπάει όταν ανακαλύπτουν τον ένοχο που δεν γεννούσαν οι κότες τους και που μια-μια εξαφανίζονταν από την αγροικία. Ήταν ο ρωσογερμανός λιποτάκτης από τον στρατό Χέρμαν Σμιτ που κρυβόταν στο αγρόκτημα. Γιός γερμανού και ρωσίδας, προνομιούχος κατά κάποιον τρόπο, βλέπει από τη μια στιγμή στην άλλη τα πάντα να αλλάζουν. Υπηρετώντας τη θητεία του στο ρωσικό στρατό μέσα στην Ανατολική Γερμανία, μαθαίνει πως πρόκειται να φύγουν και να τους στείλουν στις ασιατικές σοβιετικές δημοκρατίες. Παίρνει την απόφαση να λιποτακτήσει. Αποφασίζει δηλαδή να ρισκάρει τη ζωή του. Οι δυο «αγρότες» και ο ακόμη κάτοικος του Πότσνταμ Αρντ τον «υιοθετούν» και τον βοηθούν. Η μόνη πηγή πληροφόρησης των τριών πλέον νέων είναι το ραδιοφωνάκι στο παλαιολιθικό Βάρτμπουργκ, καμιά επαρχιακή εφημερίδα που φέρνει ο Αντρέας και όσα τους λέει ο Αρντ, όταν τους επισκέπτεται. Αυτός τους μιλάει για τις αλλαγές στη μουσική σκηνή, για την εμφάνιση των νεοναζί, για το ότι ο εμπορικός δρόμος του Πότσνταμ έχει μετατραπεί σε «μια τεράστια ημιπαράνομη χαβούζα των δυτικών καταναλωτικών σκουπιδιών», αλλά και για την πρωτοφανή εμφάνιση ως αντίβαρό του καταναλωτισμού που ήταν οι μαθητές του Κρίσνα.
Το μόνο που τους απασχολεί είναι το πώς θα επιβιώσουν ξεγελώντας ο ένας τον άλλον. Το σύνθημα των κατοίκων των πόλεων «είμαστε ένας λαός», δεν τους λέει και πολλά πράγματα.
Τα πράγματα όμως στην αγροτική Γερμανία του Λάουζιτς έδειχναν να ακολουθούν το δικό τους ρυθμό. «Η πόλη είναι κέντρο εγνοιών – και εμείς πηγαίνουμε στην εξοχή» έλεγε ο Αντρέας. Όλα όμως δείχνουν να μη στέκονται καλά στη θέση τους. Οι χωρικοί δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την πολιτική ή τουλάχιστον αποφεύγουν να μιλούν με τους νέους γι’ αυτήν. Το μόνο που τους απασχολεί είναι το πώς θα επιβιώσουν ξεγελώντας ο ένας τον άλλον. Το σύνθημα των κατοίκων των πόλεων «είμαστε ένας λαός», δεν τους λέει και πολλά πράγματα. Ο Αρντ που δεν έχει εγκαταλείψει την «αναρχική» ζωή του, συνεχίζει τις παρανομίες, για τις οποίες τον αναζητούν αδιάφοροι και παρατημένοι από τις φιλοδοξίες τους αστυνομικοί της περιοχής. Αυτός δεν έχει εγκαταλείψει την ιδέα της νίκης της «άποψης» έναντι της πραγματικότητας. Λίγες μέρες πριν από την ημέρα της νομισματικής ενοποίησης μια σειρά εκρήξεων στα στημένα λυόμενα τραπεζικά καταστήματα συγκλονίζει το ατάραχο Λάουζιτς. Ο Αρντ αυτές τις μέρες ήταν εκεί. Αλλά και πριν απ’ αυτό οι τέσσερεις νέοι θλίβονταν με τους συμπατριώτες τους που για τα 100 ευρώ της εισόδου στη Δυτική Γερμανία αλλάζαν ταυτότητες για να παίρνουν όσο το δυνατόν περισσότερα κάθε φορά που επισκέπτονταν το Δυτικό Βερολίνο. Οι τέσσερεις νέοι δεν θέλουν όμως να αλλάξουν ταυτότητα, να πάψουν να είναι αυτό που είναι και να γίνουν καταναλωτές εμπορευμάτων και εμπορεύματα οι ίδιοι. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση η Ουλρίκε και ο Αντρέας αποφασίζουν τον Ιούνιο να φύγουν για τουρισμό στην Ελλάδα, ο Αρντ γυρίζει στο Πότσνταμ να συνεχίσει την αξέχαστη αναρχική χρονιά του και ο Χέρμαν μένει μόνος του να αντιμετωπίσει την καθόλου ελπιδοφόρα τύχη του.
Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους όταν η ιστορία είναι πιο βαριά από τους ίδιους; Όταν ο ολοκληρωτισμός καταρρέει αλλά οι ίδιοι δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές; Όταν η άποψη ηττάται από την πραγματικότητα, αλλά αυτή δεν θέλει να το παραδεχθεί; Όταν οι άνθρωποι, όπως έγραφε ο Μαρξ, αλλάζουν τον κόσμο όχι όμως όπως αυτοί αρχικά επεδίωκαν αλλά σύμφωνα με τις κληροδοτημένες συνθήκες; (στη δεύτερη κιόλας παράγραφο του η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη). Μερικές απαντήσεις σ’ όλα αυτά δίνονται σ’ αυτό το πολύ ωραίο βιβλίο που δεν θα αφήσει ασυγκίνητο κανένα αναγνώστη του. Πολλοί μάλιστα μπορεί να «ανακαλύψουν» σ’ αυτό και τις δικές τους χαμένες ελπίδες και αυταπάτες. Στην πραγματική ζωή όχι μόνο η πραγματικότητα επιβάλλεται στην άποψη αλλά και η απογοήτευση στην ελπίδα. Εξαιρετική η μετάφραση του έμπειρου γερμανομαθή Απόστολου Στραγαλινού.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ Κοινωνιολογίας. Τελευταίο βιβλίο του, η μελέτη «Το πρωτείο της δημοκρατίας - Σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» (εκδ. Αλεξάνδρεια).
Η αξέχαστη χρονιά της αναρχίας
ANDRÉ KUBICZEK
Μτφρ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΤΡΑΓΑΛΙΝΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ 2021
Σελ. 288, τιμή εκδότη €14,00
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ντρεπόμασταν για τους ανθρώπους που παραχάρασσαν τις ταυτότητές τους για να πάρουν μια και δυο φορές τα χρήματα. Ντρεπόμασταν για τους ανθρώπους που στήνονταν στις ουρές έξω από τα ταμιευτήρια, οι οποίοι έχωναν στις τσέπες τους τις μπανάνες που τους πετούσαν όση ώρα περίμεναν για να τις φάνε αργότερα. Όλα αυτά ήταν εξευτελιστικά και αναξιοπρεπή, ενώ υπήρχαν δεκάδες άλλες περιπτώσεις εξίσου αξιοκαταφρόνητες, κατά τις οποίες ο καθένας γινόταν σε εκτεταμένο βαθμό αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον λεγόμενο “λαό”» (σ. 221).