alt

Για τη συλλεκτική έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Τζον Τσίβερ, «Ο κολυμβητής» (εισαγ.-μτφρ.: Κωστής Καλογρούλης, φωτογραφία εξωφύλλου: Κώστας Καψιάνης, εκδ. Καστανιώτη)

Του Παναγιώτη Γούτα

Η επανακυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του Τζον Τσίβερ Ο κολυμβητής, σε πολυτελή, συλλεκτική έκδοση, στο πλαίσιο της τύπωσης πενήντα βιβλίων για τα πενήντα χρόνια των εκδόσεων Καστανιώτη, έχει πολλαπλά αναγνωστικά οφέλη. Εκτός του ότι μας (επανα)συστήνει τον Τσίβερ ως σπουδαίο διηγηματογράφο, συγκαταλέγοντάς τον μεταξύ δεκάδων άλλων κορυφαίων λογοτεχνών παγκόσμιας εμβέλειας (Φώκνερ, Χεμινγουέι, Μπέλοου, Μπάνβιλ, Λιόσα, Σαραμάγκου, Καμύ κ.ά.), η επανεξέταση, η δεύτερη ανάγνωση δηλαδή, αυτών των διηγημάτων –πρωτοκυκλοφόρησαν από τον Καστανιώτη το 2013– μας οδηγεί σε συμπεράσματα που, ίσως, δεν είχαν λάβει απτή και ξεκάθαρη μορφή σε εκείνη την προ πενταετίας πρώτη σύσταση του αμερικανού λογοτέχνη στο αναγνωστικό κοινό.

Σκέψεις-συμπεράσματα

Υπάρχει, σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, μια συνεχής διαπάλη του καλού με το κακό. Συχνά το κακό υποχωρεί και εξοβελίζεται από «ενάρετες» πράξεις των ανθρώπων.

 Υπάρχει, σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, μια συνεχής διαπάλη του καλού με το κακό. Συχνά το κακό υποχωρεί και εξοβελίζεται από «ενάρετες» πράξεις των ανθρώπων. Ο ήρωας, φέρ’ ειπείν, του διηγήματος «Καψουροτράγουδο», Τζακ Λόρεϊ, έχει ομοιότητες με τον Σιμούρ Λιβόβ του Ροθ, στο μυθιστόρημά του Αμερικανικό ειδύλλιο – ο καλός, αισιόδοξος, με περίσσευμα ελπίδας Αμερικανός που κάποια «κακιά» γυναίκα τον κατατρέχει, οδηγώντας τον στον θάνατο. Ωστόσο, αν στην περίπτωση του Ροθ, που υπήρξε μεταγενέστερος του Τσίβερ, υποβόσκει κάποιος λανθάνων μισογυνισμός, στην περίπτωση του Τσίβερ πιστεύω πως κυριαρχεί συμβολισμός και λεπτή ειρωνεία. Στο «Καψουροτράγουδο» η femme fatale Τζόαν θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον θάνατο.

 Στο διήγημα «Το τεράστιο ραδιόφωνο», που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και προφητικό για τις σύγχρονες τεχνολογικές συσκευές που παρακολουθούν τις ζωές των ανθρώπων ή καταστάσεις τύπου «Μεγάλου αδελφού», μια λεπτομέρεια που μου είχε διαφύγει στην πρώτη ανάγνωσή του, όχι σε πραγματολογικό αλλά κυρίως σε συμβολικό-υπαρξιακό επίπεδο, είναι η παρακάτω: Όσο οι δύο ήρωες (άνδρας-γυναίκα) μέσω του ραδιοφώνου παρακολουθούν τις ζωές των άλλων, νιώθουν αγνοί, τίμιοι, διόλου επικριτικοί και διόλου πικρόχολοι. Όταν τα πράγματα αποκαθίστανται και σταματά η παρακολούθηση, ξεσπά μεταξύ τους έντονος καβγάς και φαγωμάρα – είναι προφανείς οι ψυχολογικές προεκτάσεις της πράξης τους, βλέποντας τις ζωές τους κατά πρόσωπο προσγειώνονται ανώμαλα στην πεζή τους καθημερινότητα.

 Οι διαρρήξεις («Ο διαρρήκτης του Σέιντι Χιλ») και το παρατεταμένο κολύμπι («Ο κολυμβητής») των ηρώων δύο χαρακτηριστικών διηγημάτων του Τσίβερ είναι προσχηματικές καταστάσεις και συγγραφικά ευρήματα για να διεισδύσουν αυτά τα πρόσωπα –εν προκειμένω ο αφηγητής-συγγραφέας– στις ζωές των συμπολιτών τους. Πιστεύω πως την ίδια ακριβώς ανάγκη εξυπηρετεί και το τεράστιο ραδιόφωνο από το ομώνυμο διήγημα. Ένα μέσο διείσδυσης στις ζωές των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, για την ικανοποίηση μια επικοινωνιακής ανάγκης που πηγάζει από την ανθρώπινη μοναξιά.

Η καλοσύνη των ξένων αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μελαγχολικές περιόδους γιορτών, αφού για τον Τσίβερ ο άνθρωπος κατά βάση είναι πάντα καλός και συναισθάνεται τη μοναξιά του διπλανού του.

 Το διήγημα «Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος» θα μπορούσε να σταθεί ως χριστουγεννιάτικο παραμύθι, ωστόσο η απόλυση του βασικού ήρωα από τη θέση του χειριστή ασανσέρ, ακυρώνει αυτήν την υπόθεση. Η καλοσύνη των ξένων αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μελαγχολικές περιόδους γιορτών, αφού για τον Τσίβερ ο άνθρωπος κατά βάση είναι πάντα καλός και συναισθάνεται τη μοναξιά του διπλανού του.

 Στο διήγημα «Ω πόλη των τσακισμένων ονείρων» ο Έβαρτς αποτελεί την επιτομή του αφελούς, καλοκάγαθου επαρχιώτη, που, γράφοντας ένα σενάριο, βρίσκεται στη μεγαλούπολη οικογενειακώς για να προωθήσει το έργο του σε απίθανους, χρεοκοπημένους παραγωγούς. Αφέλεια και επαρχιακή αθωότητα από τη μια, και από την άλλη η επιτήδευση της μεγαλούπολης, οι σκάρτοι μεσάζοντες και οι αεριτζήδες του πολιτισμού που εκμεταλλεύονται και στραγγίζουν τους φερέλπιδες συγγραφείς. Θεματική και καλλιτεχνική εμμονή του Τσίβερ που, αρκετά χρόνια μετά, θα την αναδείξει εύγλωττα και πειστικά και ο Γούντυ Άλεν σε αρκετές του ταινίες.

 Όλα τα διηγήματα αυτής της συλλογής θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ηθογραφικά, εκφράζοντας έναν προφανή μανιχαϊσμό εκ μέρους του συγγραφέα –η αδιάκοπη μάχη του καλού με το κακό, του φωτός με το σκότος– γραμμένα σε ασφυκτικό, συχνά πνιγηρό αφηγηματικό πλαίσιο (κάποια παραπέμπουν και στον τρόπο γραφής του Κάρβερ), όμως η παραπάνω διαπίστωση στέκει μόνο σε ένα πρώτο αναγνωστικό επίπεδο που αγνοεί –ηθελημένα ή αθέλητα– την ειρωνεία του Τσίβερ, που θολώνει τα νερά, αποφορτίζει την ασφυξία, ακυρώνοντας ή μετριάζοντας τις παραπάνω σκέψεις, και που προσδίδει στις ιστορίες γοητεία και μυστήριο. Αυτό το ανεξιχνίαστο, το αξεκαθάριστο και διφορούμενο των ιστοριών του Τσίβερ πιστεύω πως αποτυπώνει και τη μεγάλη διηγηματογραφική του στόφα.

Η ειρωνεία του Τσίβερ σε συνδυασμό με το ακαθόριστο και αδιευκρίνιστο των πράξεων του βασικού πρωταγωνιστή μάς απομακρύνει από εύκολες ερμηνείες και επιφανειακές ηθικολογίες. Το ψυχολογικό υπόβαθρο του πρωταγωνιστή είναι βαθύ και σκοτεινό και στο τέλος δυσκολευόμαστε να δεχτούμε πως ο ήρωάς μας, όντας πλέον «καλός», ευτυχεί.

 Συμπύκνωση των αφηγηματικών αρετών αλλά και των σκοτεινών σημείων της διηγηματογραφίας του Τσίβερ αποτελεί το διήγημά του «Ο διαρρήκτης του Σέιντι Χιλ». Στο διήγημα αυτό –που θεωρείται από τα κλασικότερα της αμερικανικής πεζογραφίας– υπάρχει μια ηθικολογική κλιμάκωση συμβάντων, ενεργειών και διαφοροποίησης του χαρακτήρα του βασικού ήρωα. Πρώτα ο ήρωας απολύεται αδίκως από τη δουλειά του, μετά γίνεται διαρρήκτης, στη συνέχεια πέφτει σε μια άβυσσο τύψεων και ενοχών για τις αρρωστημένες πράξεις του, ακολούθως το καλό νικά το κακό, του φανερώνεται μπροστά του, από τη φύση αλλά και την εικόνα των αγαπημένων του προσώπων, η εξαγνιστική δύναμη του καλού, ανανήπτει και, ως επακόλουθο της ηθικής του μεταμόρφωσης, η θεία τύχη τού χαμογελά, κάνοντάς τον να ξαναβρεί τη χαμένη του δουλειά και σώζοντάς τον από κακοτοπιές της ζωής. Κάποιος τρίτος, που δεν έχει διαβάσει το εν λόγω διήγημα, θα μπορούσε να παραλληλίσει την ιστορία με αφηγήσεις θρησκόληπτων ατόμων ή κατήχηση θρησκευτικού τύπου από άθεους που είδαν «το φως της αλήθειας» και επανέκαμψαν ηθικά. Όμως δεν είναι έτσι τα πράματα. Καθόλου έτσι. Η ειρωνεία του Τσίβερ σε συνδυασμό με το ακαθόριστο και αδιευκρίνιστο των πράξεων του βασικού πρωταγωνιστή μάς απομακρύνει από εύκολες ερμηνείες και επιφανειακές ηθικολογίες. Το ψυχολογικό υπόβαθρο του πρωταγωνιστή είναι βαθύ και σκοτεινό και στο τέλος δυσκολευόμαστε να δεχτούμε πως ο ήρωάς μας, όντας πλέον «καλός», ευτυχεί. Μάλλον ζούσε πληρέστερα, εντονότερα και είχε αποκτήσει νόημα η ζωή του τις στιγμές που σκεπτόταν να κλέψει ή που έκλεβε. Ή μήπως όλα έγιναν για να χωθεί και πάλι ο Τσίβερ στις ζωές των γειτόνων του Σέιντι Χιλ, αυτού του φανταστικού προαστίου της Νέας Υόρκης; Άβυσσος η ψυχή του συγγραφέα…

 Καβαφικούς απόηχους διακρίνει ο αναγνώστης στο εξαιρετικό διήγημα –από τα κορυφαία της συλλογής– «Εξοχικός σύζυγος». Κατά το «κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι –το σωστό– εις όλην την ζωή του», ο ήρωας Φράνσις Γουίντ, ζώντας στο συντηρητικό, άοσμο, ταχτοποιημένο και απόλυτα λογικό Σέιντι Χιλ θα ερωτευτεί ένα ανήλικο κορίτσι. Αυτό το πλατωνικό του αίσθημα θα τον κάνει να πλησιάσει στη διάλυση του γάμου του με την Τζούλια. Τη λύση θα την δώσει ο ψυχίατρος Χέρτσογκ που θα του υποδείξει ως «θεραπεία της ψυχής» την ξυλουργική.

 Στο διάσημο διήγημα του Τσίβερ «Ο κολυμβητής» –γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1968 σε σκηνοθεσία του Φρανκ Πέρι, με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάγκαστερ– έχει ενδιαφέρον η άποψη του αφηγητή για τον βασικό πρωταγωνιστή του:

«Το να γυρίσει σπίτι από έναν ασυνήθιστο δρόμο τού έδινε την αίσθηση του προσκυνητή, του εξερευνητή, ενός ανθρώπου με πεπρωμένο και ήξερε ότι θα έβρισκε φίλους σε όλη τη διαδρομή· οι φίλοι θα ήταν παρατεταγμένοι στις όχθες του ποταμού Λουσίντα».

Εδώ συναντάμε μερικά εξαιρετικά σημεία αποτύπωσης και καταγραφής της αμερικανικής μεσοαστικής συμπεριφοράς στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Αντιγράφω από τη σελ. 167:

«Η Γκρέις Μπισγουάνγκερ ήταν το είδος της οικοδέσποινας που καλούσε τον οπτικό, τον κτηνίατρο, τον μεσίτη και τον οδοντίατρο… Ήταν το είδος των ανθρώπων που συζητούσαν τις τιμές των πραγμάτων σε κοκτέιλ πάρτι, αντάλλαζαν χρηματοοικονομικές συμβουλές κατά τη διάρκεια του δείπνου, και μετά το δείπνο έλεγαν βρόμικα ανέκδοτα σε μεικτή σύνθεση παρέας»

Και παρακάτω:

«Ο μπάρμαν τον σέρβιρε, αλλά με αγένεια. Βρισκόταν σε έναν κόσμο όπου ο μπάρμαν στα πάρτι κρατούσε το σκορ της κοινωνικής αποδοχής, και η αγένεια ενός μπάρμαν μερικής απασχόλησης σήμαινε ότι είχε υποστεί πλήγμα η υπόληψή του».

Ενώ, στη σελίδα 168, ο αφηγητής σχολιάζοντας τη συμπεριφορά της Γκρέις, λέει:

«Πάντα μιλούσε για λεφτά. Ήταν χειρότερο απ’ το να τρως μπιζέλια με μαχαίρι».

alt

«Δεν μπορώ να γράψω χωρίς αναγνώστη. Είναι όπως και με το φιλί – δεν μπορείς να το κάνεις μόνος». Τζον Τσίβερ (1912-1982)

 Το διήγημα «Μονάχα πες μου ποιος ήταν» δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό που έδωσαν οι κριτικοί στον Τσίβερ: «Τσέχωφ των προαστίων». Τα πάρτι και οι εσπερίδες, οι φιλανθρωπικοί έρανοι και οι υπόγειες διαδρομές της ζωής των ανθρώπων, οι μυστικές διαδρομές τους. Μεσοαστοί, κουτσομπολιά, συντηρητισμός, κρυφή λαγνεία κι εντέλει η απέραντη θλίψη του προαστίου Σέιντι Χιλ, μέσα από το δράμα μιας οικογένειας, όπου ο άνδρας συνεχώς χάνει και βρίσκει την κατά πολύ νεώτερη γυναίκα του, που φαίνεται πως «ξεπορτίζει», οδηγώντας τον στα άκρα. Ένα σκοτεινό και παράλληλα αποκαλυπτικό διήγημα μεσοαστικής υποκρισίας και ερωτικής παραζάλης.

Ο αφηγηματικός κόσμος, το σύμπαν του Τσίβερ, είναι μια Αμερική σιωπηλή, αμήχανη, φοβική, άκρως συντηρητική. Οι ήρωές του, άντρες και γυναίκες [...] είναι άτομα έμπλεα αγωνίας και καχυποψίας. 

 Δύο ηρωίδες δύο διαφορετικών διηγημάτων του Τσίβερ (των δύο τελευταίων της συλλογής), η Μαρία και η δακτυλογράφος Νεντ, έχουν άσχημο γραφικό χαρακτήρα. Η πρώτη εξωστρεφής και καπάτσα, η δεύτερη εσωστρεφής και εύθραυστη, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, που ωστόσο, στο τέλος της ιστορίας, παίρνει μια αναπάντεχη εκδίκηση από έναν άντρα που τη μείωσε και της στέρησε την εργασία. Ίσως η ανορθογραφία τους να συμβαδίζει με «ανορθογραφίες ζωής», αφού, κατά βάση, και οι δυο ηρωίδες, παρότι σ' ένα πρώτο επίπεδο έχουν το πάνω χέρι στις σχέσεις τους με τους άντρες-ήρωες, τελικά αποδεικνύονται τρωτές και δυστυχισμένες.

 Ο αφηγηματικός κόσμος, το σύμπαν του Τσίβερ, είναι μια Αμερική σιωπηλή, αμήχανη, φοβική, άκρως συντηρητική. Οι ήρωές του, άντρες και γυναίκες, είτε κολυμπούν σε πισίνες μεγάλων διαστάσεων, είτε γίνονται διαρρήκτες, είτε παρακολουθούν τις ζωές των άλλων, είτε απατούν ή πέφτουν θύματα απάτης, είτε μειώνουν τρίτους ή επιδιώκουν εκδίκηση, είναι άτομα έμπλεα αγωνίας και καχυποψίας. Κάνουν ύστατες προσπάθειες να ξεφύγουν από τον εαυτό τους και τον περίκλειστο περίγυρό τους – άλλοτε το καταφέρνουν αυτό, άλλοτε όχι. Είναι η ίδια η Αμερική της εποχής του Τσίβερ, που έχοντας ξεμπερδέψει από δύο παγκόσμιους πολέμους και μετρώντας τις πληγές της από τον πόλεμο του Βιετνάμ, φαντάζει αμήχανη και σκοτεινή, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ του άφθαρτου ονείρου της και της φθαρτής της ύπαρξης.

 Όλα τα διηγήματα του Τζον Τσίβερ θυμίζουν πίνακες του αμερικανού ρεαλιστή ζωγράφου Έντουαρτ Χόπερ, που φιλοτέχνησε αριστουργηματικά το πορτρέτο των ανθρωπίνων σχέσεων της Αμερικής, στην ανατολή του περασμένου αιώνα.

Η δύναμη της ηθογραφικής πεζογραφίας

Ο Τσίβερ χαρακτηρίστηκε (και χαρακτηρίζεται) από τους αμερικανούς κριτικούς ως ένας σημαντικός ηθογράφος διηγηματογράφος της γενιάς του. Κάποιοι μάλιστα τον τοποθετούν στην πρώτη τριάδα των σημαντικότερων αμερικανών ηθογράφων του 20ου αιώνα, πλάι στον Τζον Άπνταικ και στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Σήμερα, στην εποχή της νεωτερικότητας και της πολιτικής ορθότητας, η ηθογραφική πεζογραφία προκαλεί κάποια δυσανεξία στους κριτικούς. Στη χώρα μας, μάλιστα, το να γράφεις σήμερα σαν τον Τσίβερ ή σαν τον Κάρβερ για πολλούς σύγχρονους θεωρητικούς ίσως και να αποτελεί όνειδος. Η ηθογραφία, βλέπετε, παραπέμπει σε ελαφρότητες, ενασχόληση με τις ζωές των άλλων, αδιακρισία και κουτσομπολιό, στην πιο ελαφριά εκδοχή της, ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών, κακότητα και σεξισμό στην πιο «βαριά» εκδοχή της.

Κατά τη γνώμη μου πάντα, η δυνατή ηθογραφία όλων των εποχών ήταν και παραμένει σπουδαία λογοτεχνία. 

Ίσως στο πλαίσιο μιας θολής και ασαφούς συλλογικότητας και ενός εμμονικά ανθρωπιστικού ιδεώδους που οφείλει να ακολουθεί, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, ο σημερινός συγγραφέας, συγγραφείς όπως ο Τσέχωφ, ο Κάρβερ, ο Τσίβερ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης ή ο Βιζυηνός να έχουν περάσει στο περιθώριο επειδή ηθογραφούσαν. Όμως, είναι δυνατόν να ισχύει αυτό; Μπορεί να θεωρηθεί ξεπερασμένη ή παρωχημένη η μεγάλη λογοτεχνία των καιρών και απορριπτέο ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας βιβλιοθήκης για τον παραπάνω λόγο; Κατά τη γνώμη μου πάντα, η δυνατή ηθογραφία όλων των εποχών ήταν και παραμένει σπουδαία λογοτεχνία. Ακόμα κι αν ανακαλύπτει χίλιους δυο τρόπους και χίλια δυο ευρήματα για να τρυπώνει μέσα από τις κλειδαρότρυπες γειτονικών σπιτιών, σε φανταστικά προάστια μεγαλουπόλεων, με σκοπό να καταγράψει και να αποτυπώσει την αβάσταχτη ανθρώπινη μοναξιά.

Στην ανθολογία Ο κολυμβητής υπάρχει πυκνή και κατατοπιστική εισαγωγή του μεταφραστή Κωστή Καλογρούλη, ενώ, για την ιστορία, να αναφέρουμε πως ο Τσίβερ πέθανε τον Ιούνιο του 1982, σε ηλικία 70 ετών, από καρκίνο. Μόνιμος εν ζωή φίλος του και συμπότης στις κρασοκατανύξεις τους ο έτερος αμερικανός διηγηματογράφος και αμετανόητος ηθογράφος, ο Ρέιμοντ Κάρβερ.

* Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τελευταίο βιβλίο του, οι συλλογή με νουβέλες «Μποέμ και Ρικάρντο» (εκδ. Κέδρος).

 Στην κεντρική εικόνα, ο Burt Lancaster από την αφίσα της ταινίας Ο κολυμβητής, κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου διηγήματος του Cheever.


altΟ κολυμβητής
Τζον Τσίβερ
Eισαγ.-μτφρ.: Κωστής Καλογρούλης
Φωτογραφία εξωφύλλου: Κώστας Καψιάνης
Καστανιώτης 2018
Σελ. 224, τιμή εκδότη €16,00 

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ JOHN CHEEVER

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ιούδας» του Άμος Οζ (κριτική) – Η Ιστορία, η προδοσία και οι αποδιοπομπαίοι τράγοι

«Ιούδας» του Άμος Οζ (κριτική) – Η Ιστορία, η προδοσία και οι αποδιοπομπαίοι τράγοι

Για το βιβλίο του Άμος Οζ «Ιούδας» (μτφρ. Μάγκι Κοέν, εκδ. Καστανιώτη). Κεντρική εικόνα: o Μπεν Γκουριόν, ιδρυτής και πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, επιθεωρεί στρατεύματα το 1957. 

Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός 

Η παρ...

«Η λευκή καλύβα» του Τούρβαλντ Στεν (κριτική) – Η συγκάλυψη του παρελθόντος και το ένστικτο της επιβίωσης

«Η λευκή καλύβα» του Τούρβαλντ Στεν (κριτική) – Η συγκάλυψη του παρελθόντος και το ένστικτο της επιβίωσης

Για το μυθιστόρημα του Τούρβαλντ Στεν [Thorvald Steen] «Η λευκή καλύβα» (μτφρ. Βίκυ Πορφυρίδου, εκδ. Βακχικόν). Kεντρική εικόνα: από την ταινία «Tusk». 

Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη

«Ζούμε μονάχα λίγο. Ξέρουμε μόνο κάτ...

«Το πηγάδι» του Χουάν Κάρλος Ονέτι (κριτική) – Ένας υπαρξιστής από την Ουρουγουάη

«Το πηγάδι» του Χουάν Κάρλος Ονέτι (κριτική) – Ένας υπαρξιστής από την Ουρουγουάη

Για το ευσύνοπτο μυθιστόρημα του ουρουγουανού Χουάν Κάρλος Ονέτι [Juan Carlos Onetti] «Το πηγάδι» (μτφρ. Λευτέρης Μακεδόνας, εκδ. Μάγμα). Στην κεντρική εικόνα, λεπτομέρεια από το εξώφυλλο της πορτογαλικής έκδοσης. 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Λογοτεχνικό Βραβείο Δουβλίνου 2024: Νικητής ο Μίρτσεα Καρταρέσκου

Λογοτεχνικό Βραβείο Δουβλίνου 2024: Νικητής ο Μίρτσεα Καρταρέσκου

Ο Ρουμάνος συγγραφέας Μίρτσεα Καρταρέσκου [Μircea Cartarescu] έλαβε το βραβείο για το μυθιστόρημά του «Solenoid» που είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και μάς μεταφέρει στην κομμουνιστική Ρουμανία των τελών του ‘70. Στα ελληνικά τον έχουμε γνωρίσει με το μυθιστόρημα «Νοσταλγία» (μτφρ. Βίκτορ Ιβάνοβιτς, εκδ. Καστανιώτη)....

ΔΕΒΘ 2024: Γυναίκες, φύλο και φεμινισμοί – Τι είδαμε, τι καταλάβαμε

ΔΕΒΘ 2024: Γυναίκες, φύλο και φεμινισμοί – Τι είδαμε, τι καταλάβαμε

Ένα από τα αφιερώματα της φετινής ΔΕΒΘ ήταν αυτό στις «Γυναίκες», μια ευρεία θεματική που ξεδιπλώθηκε μέσα από συζητήσεις για συγγραφείς, εκδότριες και μεταφράστριες, για τη γυναίκα σαν λογοτεχνικό ήρωα, αλλά και τη γυναικεία γραφή. Οι εκδηλώσεις ήταν διάχυτες στο πρόγραμμα, αρκετές συνέπιπταν η μία με την άλλη, αλλ...

Όταν ο Στέφαν Τσβάιχ αποστρεφόταν τον χορό, το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο

Όταν ο Στέφαν Τσβάιχ αποστρεφόταν τον χορό, το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο

Σκέψεις με αφορμή το κείμενο του Στέφαν Τσβάιχ [Stefan Zweig] «Η ομογενοποίηση του κόσμου» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης), το οποίο κυκλοφορεί στη σειρά «Βιβλίδια» των εκδόσεων Άγρα.

Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης

Θα σου μιλήσω για ένα...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι» της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι» της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της βραβευμένης με Νόμπελ λογοτεχνίας Ανί Ερνό [Annie Ernaux] «Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), μια συνομιλία, μέσω μέιλ, της Ερνό με τον Φρεντερίκ Ιβ Ζανέ [Frederic-Yves Jeannet]. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 28 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμ...

«Μελέτη περίπτωσης» του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ (προδημοσίευση)

«Μελέτη περίπτωσης» του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ [Graeme Macrae Burnet] «Μελέτη περίπτωσης» (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου), το οποίο κυκλοφορεί στις 28 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στην αρχή, καθώς ...

«Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον τουρκικό Τύπο της εποχής» του Μουράτ Εσέρ (προδημοσίευση)

«Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον τουρκικό Τύπο της εποχής» του Μουράτ Εσέρ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη μελέτη του Μουράτ Εσέρ [Murat Eser] «Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον τουρκικό Τύπο της εποχής», η οποία κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εφημερίδα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Γκόγκολ, Γκόρκι, Τολστόι, Χάμσουν: Τέσσερα κλασικά λογοτεχνικά έργα από τις εκδόσεις Νίκας

Γκόγκολ, Γκόρκι, Τολστόι, Χάμσουν: Τέσσερα κλασικά λογοτεχνικά έργα από τις εκδόσεις Νίκας

Για τα βιβλία των Κνουτ Χάμσουν [Knout Hamsun] «Η πείνα» (μτφρ. Βασίλη Δασκαλάκη), Νικολάι Γκόγκολ [Νikolai Gogol] «Το παλτό» (μτφρ. Κώστας Μιλτιάδης), Μαξίμ Γκόρκι [Maxim Gorky] «Τα ρημάδια της ζωής» (μτφρ. Κοραλία Μακρή) και Λέον Τολστόι [Leon Tolstoy] «Η σονάτα του Κρόιτσερ» (μτφρ. Κοραλία Μακρή). 

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία λογοτεχνίας που βγήκαν πρόσφατα και ξεχωρίζουν

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία λογοτεχνίας που βγήκαν πρόσφατα και ξεχωρίζουν

Εαρινά αναγνώσματα από όλο τον κόσμο. Νομπελίστες, αναγνωρισμένοι συγγραφείς, αλλά και νέα ταλέντα ξεχωρίζουν και τραβούν την προσοχή. Στην κεντρική εικόνα, οι Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, Κάρα Χόφμαν, Ντέιβιντ Μίτσελ.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος 

Από την...

Από τον κβαντικό υπολογιστή στην παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη: 3 βιβλία για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Από τον κβαντικό υπολογιστή στην παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη: 3 βιβλία για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Η επιστήμη προχωράει με ραγδαίoυς ρυθμούς. Η 4η βιομηχανική επανάσταση θα στηριχθεί στην κβαντική υπεροχή και την Τεχνητή Νοημοσύνη. Για να ξέρουμε πώς θα είναι το μέλλον μας επιλέγουμε τρία βιβλία που εξηγούν λεπτομέρως όλα όσα θα συμβούν. Kεντρική εικόνα: @ Wikipedia.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ