alt

Για τη συλλεκτική έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Τζον Τσίβερ, «Ο κολυμβητής» (εισαγ.-μτφρ.: Κωστής Καλογρούλης, φωτογραφία εξωφύλλου: Κώστας Καψιάνης, εκδ. Καστανιώτη)

Του Παναγιώτη Γούτα

Η επανακυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του Τζον Τσίβερ Ο κολυμβητής, σε πολυτελή, συλλεκτική έκδοση, στο πλαίσιο της τύπωσης πενήντα βιβλίων για τα πενήντα χρόνια των εκδόσεων Καστανιώτη, έχει πολλαπλά αναγνωστικά οφέλη. Εκτός του ότι μας (επανα)συστήνει τον Τσίβερ ως σπουδαίο διηγηματογράφο, συγκαταλέγοντάς τον μεταξύ δεκάδων άλλων κορυφαίων λογοτεχνών παγκόσμιας εμβέλειας (Φώκνερ, Χεμινγουέι, Μπέλοου, Μπάνβιλ, Λιόσα, Σαραμάγκου, Καμύ κ.ά.), η επανεξέταση, η δεύτερη ανάγνωση δηλαδή, αυτών των διηγημάτων –πρωτοκυκλοφόρησαν από τον Καστανιώτη το 2013– μας οδηγεί σε συμπεράσματα που, ίσως, δεν είχαν λάβει απτή και ξεκάθαρη μορφή σε εκείνη την προ πενταετίας πρώτη σύσταση του αμερικανού λογοτέχνη στο αναγνωστικό κοινό.

Σκέψεις-συμπεράσματα

Υπάρχει, σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, μια συνεχής διαπάλη του καλού με το κακό. Συχνά το κακό υποχωρεί και εξοβελίζεται από «ενάρετες» πράξεις των ανθρώπων.

 Υπάρχει, σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, μια συνεχής διαπάλη του καλού με το κακό. Συχνά το κακό υποχωρεί και εξοβελίζεται από «ενάρετες» πράξεις των ανθρώπων. Ο ήρωας, φέρ’ ειπείν, του διηγήματος «Καψουροτράγουδο», Τζακ Λόρεϊ, έχει ομοιότητες με τον Σιμούρ Λιβόβ του Ροθ, στο μυθιστόρημά του Αμερικανικό ειδύλλιο – ο καλός, αισιόδοξος, με περίσσευμα ελπίδας Αμερικανός που κάποια «κακιά» γυναίκα τον κατατρέχει, οδηγώντας τον στον θάνατο. Ωστόσο, αν στην περίπτωση του Ροθ, που υπήρξε μεταγενέστερος του Τσίβερ, υποβόσκει κάποιος λανθάνων μισογυνισμός, στην περίπτωση του Τσίβερ πιστεύω πως κυριαρχεί συμβολισμός και λεπτή ειρωνεία. Στο «Καψουροτράγουδο» η femme fatale Τζόαν θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον θάνατο.

 Στο διήγημα «Το τεράστιο ραδιόφωνο», που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και προφητικό για τις σύγχρονες τεχνολογικές συσκευές που παρακολουθούν τις ζωές των ανθρώπων ή καταστάσεις τύπου «Μεγάλου αδελφού», μια λεπτομέρεια που μου είχε διαφύγει στην πρώτη ανάγνωσή του, όχι σε πραγματολογικό αλλά κυρίως σε συμβολικό-υπαρξιακό επίπεδο, είναι η παρακάτω: Όσο οι δύο ήρωες (άνδρας-γυναίκα) μέσω του ραδιοφώνου παρακολουθούν τις ζωές των άλλων, νιώθουν αγνοί, τίμιοι, διόλου επικριτικοί και διόλου πικρόχολοι. Όταν τα πράγματα αποκαθίστανται και σταματά η παρακολούθηση, ξεσπά μεταξύ τους έντονος καβγάς και φαγωμάρα – είναι προφανείς οι ψυχολογικές προεκτάσεις της πράξης τους, βλέποντας τις ζωές τους κατά πρόσωπο προσγειώνονται ανώμαλα στην πεζή τους καθημερινότητα.

 Οι διαρρήξεις («Ο διαρρήκτης του Σέιντι Χιλ») και το παρατεταμένο κολύμπι («Ο κολυμβητής») των ηρώων δύο χαρακτηριστικών διηγημάτων του Τσίβερ είναι προσχηματικές καταστάσεις και συγγραφικά ευρήματα για να διεισδύσουν αυτά τα πρόσωπα –εν προκειμένω ο αφηγητής-συγγραφέας– στις ζωές των συμπολιτών τους. Πιστεύω πως την ίδια ακριβώς ανάγκη εξυπηρετεί και το τεράστιο ραδιόφωνο από το ομώνυμο διήγημα. Ένα μέσο διείσδυσης στις ζωές των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, για την ικανοποίηση μια επικοινωνιακής ανάγκης που πηγάζει από την ανθρώπινη μοναξιά.

Η καλοσύνη των ξένων αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μελαγχολικές περιόδους γιορτών, αφού για τον Τσίβερ ο άνθρωπος κατά βάση είναι πάντα καλός και συναισθάνεται τη μοναξιά του διπλανού του.

 Το διήγημα «Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος» θα μπορούσε να σταθεί ως χριστουγεννιάτικο παραμύθι, ωστόσο η απόλυση του βασικού ήρωα από τη θέση του χειριστή ασανσέρ, ακυρώνει αυτήν την υπόθεση. Η καλοσύνη των ξένων αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μελαγχολικές περιόδους γιορτών, αφού για τον Τσίβερ ο άνθρωπος κατά βάση είναι πάντα καλός και συναισθάνεται τη μοναξιά του διπλανού του.

 Στο διήγημα «Ω πόλη των τσακισμένων ονείρων» ο Έβαρτς αποτελεί την επιτομή του αφελούς, καλοκάγαθου επαρχιώτη, που, γράφοντας ένα σενάριο, βρίσκεται στη μεγαλούπολη οικογενειακώς για να προωθήσει το έργο του σε απίθανους, χρεοκοπημένους παραγωγούς. Αφέλεια και επαρχιακή αθωότητα από τη μια, και από την άλλη η επιτήδευση της μεγαλούπολης, οι σκάρτοι μεσάζοντες και οι αεριτζήδες του πολιτισμού που εκμεταλλεύονται και στραγγίζουν τους φερέλπιδες συγγραφείς. Θεματική και καλλιτεχνική εμμονή του Τσίβερ που, αρκετά χρόνια μετά, θα την αναδείξει εύγλωττα και πειστικά και ο Γούντυ Άλεν σε αρκετές του ταινίες.

 Όλα τα διηγήματα αυτής της συλλογής θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ηθογραφικά, εκφράζοντας έναν προφανή μανιχαϊσμό εκ μέρους του συγγραφέα –η αδιάκοπη μάχη του καλού με το κακό, του φωτός με το σκότος– γραμμένα σε ασφυκτικό, συχνά πνιγηρό αφηγηματικό πλαίσιο (κάποια παραπέμπουν και στον τρόπο γραφής του Κάρβερ), όμως η παραπάνω διαπίστωση στέκει μόνο σε ένα πρώτο αναγνωστικό επίπεδο που αγνοεί –ηθελημένα ή αθέλητα– την ειρωνεία του Τσίβερ, που θολώνει τα νερά, αποφορτίζει την ασφυξία, ακυρώνοντας ή μετριάζοντας τις παραπάνω σκέψεις, και που προσδίδει στις ιστορίες γοητεία και μυστήριο. Αυτό το ανεξιχνίαστο, το αξεκαθάριστο και διφορούμενο των ιστοριών του Τσίβερ πιστεύω πως αποτυπώνει και τη μεγάλη διηγηματογραφική του στόφα.

Η ειρωνεία του Τσίβερ σε συνδυασμό με το ακαθόριστο και αδιευκρίνιστο των πράξεων του βασικού πρωταγωνιστή μάς απομακρύνει από εύκολες ερμηνείες και επιφανειακές ηθικολογίες. Το ψυχολογικό υπόβαθρο του πρωταγωνιστή είναι βαθύ και σκοτεινό και στο τέλος δυσκολευόμαστε να δεχτούμε πως ο ήρωάς μας, όντας πλέον «καλός», ευτυχεί.

 Συμπύκνωση των αφηγηματικών αρετών αλλά και των σκοτεινών σημείων της διηγηματογραφίας του Τσίβερ αποτελεί το διήγημά του «Ο διαρρήκτης του Σέιντι Χιλ». Στο διήγημα αυτό –που θεωρείται από τα κλασικότερα της αμερικανικής πεζογραφίας– υπάρχει μια ηθικολογική κλιμάκωση συμβάντων, ενεργειών και διαφοροποίησης του χαρακτήρα του βασικού ήρωα. Πρώτα ο ήρωας απολύεται αδίκως από τη δουλειά του, μετά γίνεται διαρρήκτης, στη συνέχεια πέφτει σε μια άβυσσο τύψεων και ενοχών για τις αρρωστημένες πράξεις του, ακολούθως το καλό νικά το κακό, του φανερώνεται μπροστά του, από τη φύση αλλά και την εικόνα των αγαπημένων του προσώπων, η εξαγνιστική δύναμη του καλού, ανανήπτει και, ως επακόλουθο της ηθικής του μεταμόρφωσης, η θεία τύχη τού χαμογελά, κάνοντάς τον να ξαναβρεί τη χαμένη του δουλειά και σώζοντάς τον από κακοτοπιές της ζωής. Κάποιος τρίτος, που δεν έχει διαβάσει το εν λόγω διήγημα, θα μπορούσε να παραλληλίσει την ιστορία με αφηγήσεις θρησκόληπτων ατόμων ή κατήχηση θρησκευτικού τύπου από άθεους που είδαν «το φως της αλήθειας» και επανέκαμψαν ηθικά. Όμως δεν είναι έτσι τα πράματα. Καθόλου έτσι. Η ειρωνεία του Τσίβερ σε συνδυασμό με το ακαθόριστο και αδιευκρίνιστο των πράξεων του βασικού πρωταγωνιστή μάς απομακρύνει από εύκολες ερμηνείες και επιφανειακές ηθικολογίες. Το ψυχολογικό υπόβαθρο του πρωταγωνιστή είναι βαθύ και σκοτεινό και στο τέλος δυσκολευόμαστε να δεχτούμε πως ο ήρωάς μας, όντας πλέον «καλός», ευτυχεί. Μάλλον ζούσε πληρέστερα, εντονότερα και είχε αποκτήσει νόημα η ζωή του τις στιγμές που σκεπτόταν να κλέψει ή που έκλεβε. Ή μήπως όλα έγιναν για να χωθεί και πάλι ο Τσίβερ στις ζωές των γειτόνων του Σέιντι Χιλ, αυτού του φανταστικού προαστίου της Νέας Υόρκης; Άβυσσος η ψυχή του συγγραφέα…

 Καβαφικούς απόηχους διακρίνει ο αναγνώστης στο εξαιρετικό διήγημα –από τα κορυφαία της συλλογής– «Εξοχικός σύζυγος». Κατά το «κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι –το σωστό– εις όλην την ζωή του», ο ήρωας Φράνσις Γουίντ, ζώντας στο συντηρητικό, άοσμο, ταχτοποιημένο και απόλυτα λογικό Σέιντι Χιλ θα ερωτευτεί ένα ανήλικο κορίτσι. Αυτό το πλατωνικό του αίσθημα θα τον κάνει να πλησιάσει στη διάλυση του γάμου του με την Τζούλια. Τη λύση θα την δώσει ο ψυχίατρος Χέρτσογκ που θα του υποδείξει ως «θεραπεία της ψυχής» την ξυλουργική.

 Στο διάσημο διήγημα του Τσίβερ «Ο κολυμβητής» –γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1968 σε σκηνοθεσία του Φρανκ Πέρι, με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάγκαστερ– έχει ενδιαφέρον η άποψη του αφηγητή για τον βασικό πρωταγωνιστή του:

«Το να γυρίσει σπίτι από έναν ασυνήθιστο δρόμο τού έδινε την αίσθηση του προσκυνητή, του εξερευνητή, ενός ανθρώπου με πεπρωμένο και ήξερε ότι θα έβρισκε φίλους σε όλη τη διαδρομή· οι φίλοι θα ήταν παρατεταγμένοι στις όχθες του ποταμού Λουσίντα».

Εδώ συναντάμε μερικά εξαιρετικά σημεία αποτύπωσης και καταγραφής της αμερικανικής μεσοαστικής συμπεριφοράς στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Αντιγράφω από τη σελ. 167:

«Η Γκρέις Μπισγουάνγκερ ήταν το είδος της οικοδέσποινας που καλούσε τον οπτικό, τον κτηνίατρο, τον μεσίτη και τον οδοντίατρο… Ήταν το είδος των ανθρώπων που συζητούσαν τις τιμές των πραγμάτων σε κοκτέιλ πάρτι, αντάλλαζαν χρηματοοικονομικές συμβουλές κατά τη διάρκεια του δείπνου, και μετά το δείπνο έλεγαν βρόμικα ανέκδοτα σε μεικτή σύνθεση παρέας»

Και παρακάτω:

«Ο μπάρμαν τον σέρβιρε, αλλά με αγένεια. Βρισκόταν σε έναν κόσμο όπου ο μπάρμαν στα πάρτι κρατούσε το σκορ της κοινωνικής αποδοχής, και η αγένεια ενός μπάρμαν μερικής απασχόλησης σήμαινε ότι είχε υποστεί πλήγμα η υπόληψή του».

Ενώ, στη σελίδα 168, ο αφηγητής σχολιάζοντας τη συμπεριφορά της Γκρέις, λέει:

«Πάντα μιλούσε για λεφτά. Ήταν χειρότερο απ’ το να τρως μπιζέλια με μαχαίρι».

alt

«Δεν μπορώ να γράψω χωρίς αναγνώστη. Είναι όπως και με το φιλί – δεν μπορείς να το κάνεις μόνος». Τζον Τσίβερ (1912-1982)

 Το διήγημα «Μονάχα πες μου ποιος ήταν» δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό που έδωσαν οι κριτικοί στον Τσίβερ: «Τσέχωφ των προαστίων». Τα πάρτι και οι εσπερίδες, οι φιλανθρωπικοί έρανοι και οι υπόγειες διαδρομές της ζωής των ανθρώπων, οι μυστικές διαδρομές τους. Μεσοαστοί, κουτσομπολιά, συντηρητισμός, κρυφή λαγνεία κι εντέλει η απέραντη θλίψη του προαστίου Σέιντι Χιλ, μέσα από το δράμα μιας οικογένειας, όπου ο άνδρας συνεχώς χάνει και βρίσκει την κατά πολύ νεώτερη γυναίκα του, που φαίνεται πως «ξεπορτίζει», οδηγώντας τον στα άκρα. Ένα σκοτεινό και παράλληλα αποκαλυπτικό διήγημα μεσοαστικής υποκρισίας και ερωτικής παραζάλης.

Ο αφηγηματικός κόσμος, το σύμπαν του Τσίβερ, είναι μια Αμερική σιωπηλή, αμήχανη, φοβική, άκρως συντηρητική. Οι ήρωές του, άντρες και γυναίκες [...] είναι άτομα έμπλεα αγωνίας και καχυποψίας. 

 Δύο ηρωίδες δύο διαφορετικών διηγημάτων του Τσίβερ (των δύο τελευταίων της συλλογής), η Μαρία και η δακτυλογράφος Νεντ, έχουν άσχημο γραφικό χαρακτήρα. Η πρώτη εξωστρεφής και καπάτσα, η δεύτερη εσωστρεφής και εύθραυστη, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, που ωστόσο, στο τέλος της ιστορίας, παίρνει μια αναπάντεχη εκδίκηση από έναν άντρα που τη μείωσε και της στέρησε την εργασία. Ίσως η ανορθογραφία τους να συμβαδίζει με «ανορθογραφίες ζωής», αφού, κατά βάση, και οι δυο ηρωίδες, παρότι σ' ένα πρώτο επίπεδο έχουν το πάνω χέρι στις σχέσεις τους με τους άντρες-ήρωες, τελικά αποδεικνύονται τρωτές και δυστυχισμένες.

 Ο αφηγηματικός κόσμος, το σύμπαν του Τσίβερ, είναι μια Αμερική σιωπηλή, αμήχανη, φοβική, άκρως συντηρητική. Οι ήρωές του, άντρες και γυναίκες, είτε κολυμπούν σε πισίνες μεγάλων διαστάσεων, είτε γίνονται διαρρήκτες, είτε παρακολουθούν τις ζωές των άλλων, είτε απατούν ή πέφτουν θύματα απάτης, είτε μειώνουν τρίτους ή επιδιώκουν εκδίκηση, είναι άτομα έμπλεα αγωνίας και καχυποψίας. Κάνουν ύστατες προσπάθειες να ξεφύγουν από τον εαυτό τους και τον περίκλειστο περίγυρό τους – άλλοτε το καταφέρνουν αυτό, άλλοτε όχι. Είναι η ίδια η Αμερική της εποχής του Τσίβερ, που έχοντας ξεμπερδέψει από δύο παγκόσμιους πολέμους και μετρώντας τις πληγές της από τον πόλεμο του Βιετνάμ, φαντάζει αμήχανη και σκοτεινή, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ του άφθαρτου ονείρου της και της φθαρτής της ύπαρξης.

 Όλα τα διηγήματα του Τζον Τσίβερ θυμίζουν πίνακες του αμερικανού ρεαλιστή ζωγράφου Έντουαρτ Χόπερ, που φιλοτέχνησε αριστουργηματικά το πορτρέτο των ανθρωπίνων σχέσεων της Αμερικής, στην ανατολή του περασμένου αιώνα.

Η δύναμη της ηθογραφικής πεζογραφίας

Ο Τσίβερ χαρακτηρίστηκε (και χαρακτηρίζεται) από τους αμερικανούς κριτικούς ως ένας σημαντικός ηθογράφος διηγηματογράφος της γενιάς του. Κάποιοι μάλιστα τον τοποθετούν στην πρώτη τριάδα των σημαντικότερων αμερικανών ηθογράφων του 20ου αιώνα, πλάι στον Τζον Άπνταικ και στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Σήμερα, στην εποχή της νεωτερικότητας και της πολιτικής ορθότητας, η ηθογραφική πεζογραφία προκαλεί κάποια δυσανεξία στους κριτικούς. Στη χώρα μας, μάλιστα, το να γράφεις σήμερα σαν τον Τσίβερ ή σαν τον Κάρβερ για πολλούς σύγχρονους θεωρητικούς ίσως και να αποτελεί όνειδος. Η ηθογραφία, βλέπετε, παραπέμπει σε ελαφρότητες, ενασχόληση με τις ζωές των άλλων, αδιακρισία και κουτσομπολιό, στην πιο ελαφριά εκδοχή της, ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών, κακότητα και σεξισμό στην πιο «βαριά» εκδοχή της.

Κατά τη γνώμη μου πάντα, η δυνατή ηθογραφία όλων των εποχών ήταν και παραμένει σπουδαία λογοτεχνία. 

Ίσως στο πλαίσιο μιας θολής και ασαφούς συλλογικότητας και ενός εμμονικά ανθρωπιστικού ιδεώδους που οφείλει να ακολουθεί, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, ο σημερινός συγγραφέας, συγγραφείς όπως ο Τσέχωφ, ο Κάρβερ, ο Τσίβερ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης ή ο Βιζυηνός να έχουν περάσει στο περιθώριο επειδή ηθογραφούσαν. Όμως, είναι δυνατόν να ισχύει αυτό; Μπορεί να θεωρηθεί ξεπερασμένη ή παρωχημένη η μεγάλη λογοτεχνία των καιρών και απορριπτέο ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας βιβλιοθήκης για τον παραπάνω λόγο; Κατά τη γνώμη μου πάντα, η δυνατή ηθογραφία όλων των εποχών ήταν και παραμένει σπουδαία λογοτεχνία. Ακόμα κι αν ανακαλύπτει χίλιους δυο τρόπους και χίλια δυο ευρήματα για να τρυπώνει μέσα από τις κλειδαρότρυπες γειτονικών σπιτιών, σε φανταστικά προάστια μεγαλουπόλεων, με σκοπό να καταγράψει και να αποτυπώσει την αβάσταχτη ανθρώπινη μοναξιά.

Στην ανθολογία Ο κολυμβητής υπάρχει πυκνή και κατατοπιστική εισαγωγή του μεταφραστή Κωστή Καλογρούλη, ενώ, για την ιστορία, να αναφέρουμε πως ο Τσίβερ πέθανε τον Ιούνιο του 1982, σε ηλικία 70 ετών, από καρκίνο. Μόνιμος εν ζωή φίλος του και συμπότης στις κρασοκατανύξεις τους ο έτερος αμερικανός διηγηματογράφος και αμετανόητος ηθογράφος, ο Ρέιμοντ Κάρβερ.

* Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τελευταίο βιβλίο του, οι συλλογή με νουβέλες «Μποέμ και Ρικάρντο» (εκδ. Κέδρος).

 Στην κεντρική εικόνα, ο Burt Lancaster από την αφίσα της ταινίας Ο κολυμβητής, κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου διηγήματος του Cheever.


altΟ κολυμβητής
Τζον Τσίβερ
Eισαγ.-μτφρ.: Κωστής Καλογρούλης
Φωτογραφία εξωφύλλου: Κώστας Καψιάνης
Καστανιώτης 2018
Σελ. 224, τιμή εκδότη €16,00 

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ JOHN CHEEVER

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Να σώσουμε τη φωτιά» του Γκιγιέρμο Αριάγα (κριτική) – Η φλόγα που καίει τα σωθικά του Μεξικού

«Να σώσουμε τη φωτιά» του Γκιγιέρμο Αριάγα (κριτική) – Η φλόγα που καίει τα σωθικά του Μεξικού

Για το μυθιστόρημα του Γκιγιέρμο Αριάγα (Guillermo Arriaga) «Να σώσουμε τη φωτιά» (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος). Κεντρική εικόνα: Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου στην ισπανική έκδοση.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Ο γνήσιος «παραμυθάς» Χο...

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η λατρεία του σώματος και ο εφιάλτης της τελειότητας

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η λατρεία του σώματος και ο εφιάλτης της τελειότητας

Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «The substance» (2024). 

Γράφει η Φανή Χατζή

Το ...

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο πόλεμος ως εφευρέτης του ανθρώπου

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο πόλεμος ως εφευρέτης του ανθρώπου

Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ. 

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Ακόμα και ο πλέον μανιώδης αναγνώστης του ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ