
Για τη μελέτη του Νικόλαου-Ιωάννη Κοσκινά «Κάφκα και κινηματογράφος – Ο "κινηματογραφικός" Κάφκα» (εκδ. Ροές). Εικόνα: Από την ταινία «Φραντς Κάφκα» της Ανιέσκα Χόλαντ.
Γράφει ο Γιώργος Αγγέλου
Το βιβλίο του Νικόλαου-Ιωάννη Κοσκινά Κάφκα και κινηματογράφος – Ο «κινηματογραφικός» Κάφκα (εκδ. Ροές) ξεκινά με το εισαγωγικό σημείωμα του Σάββα Στρούμπου, όπου συναντάμε το ερώτημα «Πώς μπορούμε να εισέλθουμε στο αινιγματικό σύμπαν του Φραντς Κάφκα»;
Γίνεται ευθύς εξαρχής αντιληπτό πως δεν κρατάμε στα χέρια μας ακόμη μια μελέτη πάνω στο έργο του Τσεχοεβραίου συγγραφέα, αλλά μια νέα προσέγγιση στον κόσμο του. Ο Κοσκινάς ενδιαφέρεται «όχι για το τι είδε ο Κάφκα στον κινηματογράφο αλλά για το πώς το είδε». Η εργασία εξετάζει τον Φραντς Κάφκα στην αρχή του μοντερνισμού -όταν η εικόνα άρχισε να σπάει το μονοπώλιο της αφήγησης από τη λογοτεχνία- αναδεικνύοντας πώς ο κινηματογράφος επηρέασε τις αφηγηματικές του τεχνικές. Είναι άξιο αναφοράς πως μέσα από την παρούσα μελέτη εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία ο όρος «καφκαϊκό», αποφεύγοντας το αρνητικά φορτισμένο και με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όρο «καφκικό». Ο Κοσκινάς αξιοποιώντας τους αφορισμούς, τα ημερολόγια και τις επιστολές του Κάφκα τον αντιμετωπίζει ως μοντέρ και σκηνοθέτη και τα γραπτά του όχι ως ένα αυστηρά δομημένο λογοτεχνικό έργο, αλλά ως ένα είδος μετα-κειμένου.
Η εργασία τοποθετεί τον Κάφκα ως παρατηρητή της κοινωνίας επισημαίνοντας πως «η κοινωνία για τον Κάφκα ήταν ήδη σκηνή: ένα σιωπηλό δράμα όπου τα σώματα υπάκουαν σε κανόνες που κανείς δεν εξηγούσε». Παράλληλα, μέσα από την παράθεση βιογραφικών στοιχείων, μαθαίνουμε πως ο Φραντς Κάφκα ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός, επιδιώκοντας την παρατήρηση των ανθρώπων και των ενεργειών τους. Το βιβλίο, παρουσιάζοντας τον Κάφκα ως πλήρως ενταγμένο στην κοινωνία και παρατηρητή αυτής, περνάει με ευκολία στην πολιτική του πλευρά, καταρρίπτοντας την απολιτική στάση του Γερμανόφωνου Τσεχοεβραίου συγγραφέα. Ο Κοσκινάς μάς αποκαλύπτει πώς ο Κάφκα κατάφερε να εμβαθύνει στην ουσία της πολιτικής, αποφεύγοντας τις ρητορείες και τις πολιτικές δημηγορίες. Από τον Πύργο και τη Δίκη μέχρι το Στη σωφρονιστική αποικία και το «Χτίζοντας το Σινικό Τείχος», μια ασφυκτική ελευθερία εγκλωβίζει τους ανθρώπους, με την εξουσία να υφίσταται πάντα απρόσωπη, απροσδιόριστη και αήττητη. Ο Φραντς Κάφκα, σύμφωνα με τον Νικόλαο Ιωάννη Κοσκινά, θέτει ερωτήματα και προβληματισμούς απέναντι σε καθετί που μπορεί να εξουσιάσει την ανθρωπινότητα ενός ατόμου αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «το να καταγγείλεις, να επιτεθείς στην εξουσία, να εκφράσεις ακόμα ακόμα τη συστράτευσή σου με μια συγκεκριμένη ιδεολογία είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να επεκτείνεις τον προβληματισμό σου στην οντολογική διερώτηση, στο ανθρώπινο στοιχείο που χάνεται, στην αντίδραση του ατόμου μέσα σε αυτές τις συνθήκες».
Η μελέτη συνεχίζει με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αξίωμα, πως οι ιστορίες του Φραντς Κάφκα είναι «μοντέλα» χωρίς χώρο και χρόνο, ακόμη και οι χαρακτήρες που πλάθει: «Δεν έχουν εθνικότητα, θρησκεία ή βιογραφία. Κανένας τους δεν έχει παρελθόν ούτε και μέλλον». O Κοσκινάς μάς βοηθά να εντοπίσουμε τη διαχρονικότητα των γραπτών του Κάφκα, καθώς μέσω των άτοπων και άχρονων «μοντέλων» επιτρέπει στους αναγνώστες του να κινηθούν ελεύθερα μέσα σε αυτά.
Το χιούμορ του Κάφκα
Η εργασία διαλύει τις εντυπώσεις πως ο Φραντς Κάφκα ήταν απαισιόδοξος, μιας και οι ήρωές του αγωνίζονται και παραμένουν ελεύθεροι μέχρι το τέλος. Ακόμη και τη Μεταμόρφωση το βιβλίο μάς βοηθά να τη δούμε διαφορετικά σημειώνοντας πως «η ζωοποίηση, αυτή η αδιανόητη συνθήκη, παρουσιάζεται στη Μεταμόρφωση ως η μοναδική γραμμή διαφυγής από έναν απάνθρωπο κόσμο».
Η μελέτη μάς εισάγει στο καφκαϊκό χιούμορ, εντοπίζοντας στο έργο του Φραντς Κάφκα την επικράτηση του αλλόκοτου, των απρόσμενων συμβάντων και των εξεζητημένων περιστάσεων.
Ο Κοσκινάς συνδέει το έργο του Φραντς Κάφκα με το χιούμορ, που λειτουργεί ως μέσο απελευθέρωσης στα γραπτά του. Μαθαίνουμε πως ο Κάφκα γελούσε συχνά διαβάζοντας τα κείμενά του και η παρατιθέμενη μαρτυρία του Μαξ Μπροντ μας αποκαλύπτει πως ο Κάφκα γελούσε τόσο πολύ όταν τους πρωτοδιάβασε τη Δίκη που μετά από ένα σημείο δυσκολευόταν να συνεχίσει. Η μελέτη μάς εισάγει στο καφκαϊκό χιούμορ, εντοπίζοντας στο έργο του Φραντς Κάφκα την επικράτηση του αλλόκοτου, των απρόσμενων συμβάντων και των εξεζητημένων περιστάσεων. Το εξωλογικό στο σύμπαν του Κάφκα φωτίζει τη λογική πίσω από το παράλογο που κατακλύζει ασταμάτητα την καθημερινότητα των ανθρώπων, με τον Νικόλαο Ιωάννη Κοσκινά να υπογραμμίζει: «Το καφκαϊκό χιούμορ δεν προσφέρει παρηγοριά. Προσφέρει ρωγμές. Και από αυτές βλέπουμε καλύτερα». Ο Κοσκινάς βλέπει στο έργο του Φραντς Κάφκα να καταγράφεται το πραγματικό πρόσωπο της ανθρωπότητας, όπου αναδεικνύεται η αθέατη αλήθεια της.
Η σχέση του Κάφκα με το σινεμά
Μέσα από ημερολογιακές καταγραφές του Κάφκα μαθαίνουμε για το ενδιαφέρον που είχε για την κινηματογραφία, όχι ως πηγή έμπνευσης αλλά ως έναν εναλλακτικό τρόπο αφηγηματικής δράσης: «Αν λοιπόν ο Κάφκα "ήταν στον κινηματογράφο και έκλαψε", δεν είναι επειδή παρακολούθησε μια αφήγηση. Είναι γιατί η εικόνα, ο ήχος, το πλήθος και το σκοτάδι συγκροτούσαν μια εμπειρία που περνούσε όχι μέσα από τον λόγο, αλλά μέσα από το σώμα, το βλέμμα, το ένστικτο». Το βιβλίο καταγράφει τη μετάβαση από τον «κινηματογράφο των εντυπώσεων» στον «κινηματογράφο της αφήγησης», φωτίζοντας την εποχή του Κάφκα. Η έντονη ενασχόληση του συγγραφέα με τον κινηματογράφο (ιδιαίτερα την περίοδο 1907-1913) οδήγησε σε αυτήν την αμφίθυμη σχέση του με αυτό το νέο μέσο. Η μελέτη παραθέτει και αναλύει τις σκέψεις του Φραντς Κάφκα για την κινηματογραφία, χωρίς να τον προβάλλει ως υπέρμαχο ή αντίπαλο αυτής, αναφέροντας μόνο πως «ο Κάφκα τοποθετείται ακριβώς σε αυτό το κατώφλι: ανάμεσα στην απεικόνιση και την ανάκληση, στην ιστορική στιγμή όπου ο κόσμος παύει να παρουσιάζεται άμεσα και αρχίζει να προβάλλεται».
Η εργασία, εμβαθύνοντας στο έργο του Κάφκα, προβάλλει τη διαμεσικότητα ως κεντρικό άξονα διερεύνησης του. Η ενασχόλησή του Κάφκα με τη φωτογραφία και το σκίτσο φανερώνει την ανάγκη του να εκφράσει το μη αποτυπώσιμο. Καταλαβαίνουμε πως ο Φραντς Κάφκα ήθελε να εκφραστεί με έναν εντελώς προσωπικό και ανεπανάληπτο τρόπο και όπως υποστηρίζει και ο Κοσκινάς «Η «άλλη γλώσσα του Κάφκα είναι μια γλώσσα του βλέμματος που σκοντάφτει, της λέξης που δεν επαρκεί, της γραφής που επιχειρεί να δείξει αυτό που η «λογική» αφήγηση αποσιωπά». Για τον Κάφκα οι κινηματογραφικές τεχνικές, όπως η σεκάνς, το πλονζέ, το zoom in και το zoom out είναι τεχνικές αφήγησης, με τα έμβια όντα (άνθρωποι, ζώα, έντομα) και τα άβια στοιχεία (παράθυρα, πόρτες, κλειδαρότρυπες) να είναι οι κάμερές του.
Κινηματογραφικές τεχνικές
Παράλληλα, η μελέτη αναδεικνύει τα ηχητικά τοπία ως μέσο οπτικοποίησης των καφκαϊκών ιστοριών, εντοπίζοντας κοινές αφηγηματικές τεχνικές και προλεκτικά στοιχεία με τον βωβό και τον πρώιμο κινηματογράφο. Η εργασία μάς παραθέτει παραδείγματα on-screen και οff-screen ήχων στα έργα του Κάφκα, καταδεικνύοντας πως ο ήχος -είτε παρών είτε απών- αποτελούσε απαραίτητο υλικό δημιουργίας για αυτόν. Παράλληλα με την εικόνα και τον ήχο η επαναληπτικότητα των πράξεων και των αντιδράσεων των ηρώων του Κάφκα και η αναλυτική περιγραφή σωματικών χειρονομιών και μηχανικών κινήσεων, παραπέμπουν σε έναν παντομιμικό τρόπο αφήγησης. Η εργασία μάς παρουσιάζει τις περιγραφές των ήχων και των εικόνων στη λογοτεχνία του Φραντς Κάφκα ως ένα διαμεσικό αποτύπωμα του πρώιμου κινηματογράφου επισημαίνοντας πως «στο έργο του Κάφκα εντοπίζονται από πολύ νωρίς αναφορές και στα τρία βασικά χαρακτηριστικά του slapstick: στη χονδροειδή σωματική βία, σε κλοουνίστικα gags όπως ξεγυμνώματα, πτώσεις, καυγάδες, αλλά και σε μηχανικές σκηνές καταδίωξης με στοιχεία υπερβολής και ρυθμικής ακρίβειας, στις οποίες οι χαρακτήρες κινούνται αυτοματοποιημένα και ο ήρωας συχνά γλιτώνει την τελευταία στιγμή...»
Ο Κοσκινάς μάς δείχνει πως το καφκαϊκό έργο μπορεί να προκαλέσει στον αναγνώστη γέλιο που μπορεί να αποδομήσει άμεσα τους πάντες και τα πάντα, όπως την κατάληξη προδιαγεγραμμένων περιστάσεων, τη φύση των όντων και την εύρυθμη λειτουργία τεχνολογικών μέσων. Η μελέτη εντοπίζει slapstick στοιχεία ακόμη και στη σεξουαλικότητα των καφκαϊκών ιστοριών, όπως η φαρσική σωματική αντίδραση, η απότομη και μη συνεκτική ερωτική αφήγηση. Η καφκαϊκή δράση για τον Κοσκινά είναι απαλλαγμένη από συμβολισμούς και διδακτισμούς, καταγράφοντας -με έναν γκροτέσκο και ανοίκειο τρόπο- την πραγματικότητα, αφήνοντάς την να αυτογελεοιοποιηθεί από την εξόφθαλμη φαυλότητά της.
Ο Κοσκινάς αναδεικνύει το χιούμορ και την πολιτική χροιά στα γραπτά του Φραντς Κάφκα ως απαραίτητα συστατικά στοιχεία ενός βαθιά οντολογικού λογοτεχνικού έργου.
Η μελέτη στο τελευταίο της κεφάλαιο εξετάζει διεξοδικά το διήγημα του Φραντς Κάφκα «Μια αδελφοκτονία» με κινηματογραφικούς όρους, αναδεικνύοντας ακόμη περισσότερο τις διαμεσικές αναφορές που παρουσιάστηκαν νωρίτερα. Ο Κοσκινάς παράλληλα εντοπίζει και τα συντακτικά χαρακτηριστικά του κειμένου που το καθιστούν κινηματογραφικό, όπως η χρήση του ενεστωτικού χρόνου και η απουσία ρημάτων σε κάποια σημεία. Το βιβλίο φωτίζει και τη διακειμενικότητα του διηγήματος, υπογραμμίζοντας τον ανοιχτό του διάλογο με γραπτά από τη Βίβλο, την ελληνική μυθολογία, αλλά και τον Goethe και τον Masoch. Η μελέτη μάς καλεί να δούμε τα γραπτά του Κάφκα εναργέστερα μέσα από διαμεσικές αναφορές στον κινηματογράφο και σε άλλα είδη παραστατικών τεχνών. Ο Κοσκινάς αναδεικνύει το χιούμορ και την πολιτική χροιά στα γραπτά του Φραντς Κάφκα ως απαραίτητα συστατικά στοιχεία ενός βαθιά οντολογικού λογοτεχνικού έργου.
Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου βρίσκεται η αφιέρωσή του, που όσο προχωρά κανείς την ανάγνωσή του καταλαβαίνει όλο και περισσότερο τη βαθύτερη αξία της. «Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στην παντοτινή σύντροφο της ζωής μου Βίκυ και στον δεκάχρονο γιο μου Δημήτρη που στο εξαιρετικό έργο του, το οποίο κοσμεί το εξώφυλλο, κατάφερε με την καθαρή παιδική του ματιά να αντιληφθεί περισσότερα για τον μαγικό κόσμο του Κάφκα απ’ όσα έχω καταλάβει εγώ ο ίδιος έπειτα από εκατοντάδες ώρες μελέτης».
Η μελέτη του Κοσκινά μάς βοηθά να δούμε το καφκαϊκό σύμπαν ξεκάθαρα όπως ένα παιδί, χωρίς έτοιμες ερμηνείες και μεγαλίστικους δογματισμούς.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ είναι αρχιτέκτονας και συγγραφέας. Το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Βεκτιλέθ», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ν.Ι. Κοσκινάς είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου.
Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη γερμανόφωνη λογοτεχνία του 20ού και 21ου αιώνα, στη διαμεσικότητα, στις κουλτούρες μνήμης, καθώς και στη μετα-μεταναστευτική λογοτεχνία. Έχει ασχοληθεί εκτενώς, μέσω διαλέξεων και δημοσιεύσεων, με τη διαμεσική σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
























