
Για την ποιητική συλλογή της Κορίνας Καλούδη «Άλλος ο φόβος τώρα» (εκδ. Περισπωμένη). Εικόνα: Ο πίνακας του Πικάσο «Άντρας και γυναίκα σε καφέ» (1903).
Γράφει η Άλκηστις Σουλογιάννη
Η συνδυαστική ή/και συγκριτική, και πάντως δημιουργική ανάγνωση των τριών μέχρι τώρα ποιητικών συλλογών της Κορίνας Καλούδη υπό τους τίτλους: Και βέβαια τους φοβάμαι (2020), Χρειάστηκε να κλέψω (2022), Άλλος ο φόβος τώρα (2024), προσκαλεί να αναγνωρίσουμε ακριβώς τον φόβο ως κεντρικό μοτίβο (λάιτμοτιβ/Leitmotiv, για να ακολουθήσω τον τρόπο του Ρίχαρντ Βάγκνερ) που καθοδηγεί κατά κυριολεξία αλλά κυρίως με τον μηχανισμό των συνδηλώσεων τη σταδιακή ανάπτυξη σημαινομένων, καθώς και ως δίαυλο εσωτερικής επικοινωνίας των ποιητικών συλλογών (εσωτερική διακειμενικότητα).
Εδώ ο φόβος αποκαλύπτεται όχι στη διάσταση της υποταγής σε εξωγενείς παράγοντες, αλλά στη μορφή της διαλεκτικής αντιπαράθεσης με την αντικειμενική πραγματικότητα και με ποιότητα προσδιοριζόμενη από έννοιες, όπως είναι η σιωπή και ο λόγος, η ισχύς, η φυγή, η αποτροπή, η πρόβλεψη, η υπόνοια, η αιτία, ο σεβασμός, η ικανότητα.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο φόβος (σε συνδυασμό με σημασιολογικά ισοδύναμα συγγενή όπως είναι ο τρόμος και το δέος) καθώς εμπλέκεται στη θεματική δομή των ποιημάτων της Κορίνας Καλούδη, επιτρέπει στη μέχρι τώρα λογοτεχνική παραγωγή της να εγκατασταθεί με άνεση στην περιοχή της τέχνης του λόγου, όπου η βαθειά σημασιολογική διαστρωμάτωση με δίαυλο τις συνδηλώσεις επιβάλλεται στην οργάνωση της κειμενικής επιφάνειας.
Με αυτή την προϋπόθεση, ο φόβος αναγνωρίζεται να προσδιορίζει τη συμπεριφορά του εσωτερικού ανθρώπου μέσα στο περιβάλλον για τη σύνθεση της πρώτης ποιητικής συλλογής της Κορίνας Καλούδη, όπως δηλώνει ο τίτλος ως προληπτική διατύπωση Και βέβαια τους φοβάμαι, ενώ στη συλλογή Χρειάστηκε να κλέψω ο φόβος επεμβαίνει σε συμφραζόμενα που υπαγορεύουν στην ανάπτυξη σημαινομένων σχετικά με τη βιωματική πρόσληψη, αποδόμηση, ανασύνταξη και εντέλει ιδιοποίηση δεδομένων από την αντικειμενική πραγματικότητα, π. χ.: «πιο επικίνδυνο/ απ’ όλα όσα φοβήθηκα/ είναι τα λυπημένα σπίτια», ή «Ακούω τον φόβο μου στα βήματά σου/ Πώς με τρομάζει αυτή η κραυγή». Στην ποιητική συλλογή Άλλος ο φόβος τώρα, καθώς ακολουθούμε τη σειρά των κειμένων, ανιχνεύουμε εντυπωσιακά όσο και απροσδόκητα «μοναδικά περιστατικά» (για να παραπέμψω και στον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε) από το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, συναποκομίζοντος και το κοινωνικό προσωπείο του, απέναντι στον κόσμο των ιδεών.
Τα σημαινόμενα της ποιητικής συλλογής διεκπεραιώνει λόγος βιωματικός, παραστατικός, συνδηλωτικός, στοχαστικός, ενίοτε αφοριστικός, πλήρης συναισθήματος, ενισχυμένος με τη μορφή της προφορικής (σχεδόν εξωκειμενικής) επικοινωνίας.
Εδώ εντοπίζουμε δεδομένα από τα πεδία κυρίως του βιωματικού και του υπαρξιακού, αλλά και του κοινωνικού φόβου, σε συνδυασμό με την ευρηματική και συνδυαστική διαχείριση εννοιών σε ένα ευρύ φάσμα, όπως: διαπροσωπική επικοινωνία, ύπαρξη, γνώση, ελευθερία, το σώμα ως φυσική παρουσία και ως απουσία, η απουσία ωσεί παρουσία, η απώλεια, το σώμα και το είδωλο, η ουσία και η εικόνα (το είναι και το φαίνεσθαι), η αλήθεια και το ψεύδος, ο εκφερόμενος λόγος και η πλήρης σημασιών σιωπή, η υπόσχεση, η ευτυχία, η ζωή και ο θάνατος, το περιβάλλον ως αποδοχή και ως αναίρεση, η αγάπη και η οδύνη, η αυτογνωσία.
Ακόμα: η υπομονή, η σύνεση, η πίστη, η αυταπάρνηση ως «υλικά μεγάλης αντοχής», η απόκρυψη και η ανακάλυψη ως υπαρξιακή διαδικασία, η βιωματική πρόσληψη και η βιωματική πραγματικότητα, η μνήμη και η λήθη ως οι δύο όψεις του ίδιου μεγέθους στη διάσταση του δυσπρόσιτου αλλά και προσπελάσιμου πεδίου προστασίας βιωματικού υλικού, μορφές ύλης που διασώζουν όσα ανήκουν στις περιοχές της άυλης πραγματικότητας (του θανάτου συμπεριλαμβανομένου), τα προϊόντα των αισθήσεων και το περιεχόμενο των συναισθημάτων.
Ο λόγος και το ύφος
Τα σημαινόμενα της ποιητικής συλλογής διεκπεραιώνει λόγος βιωματικός, παραστατικός, συνδηλωτικός, στοχαστικός, ενίοτε αφοριστικός, πλήρης συναισθήματος, ενισχυμένος με τη μορφή της προφορικής (σχεδόν εξωκειμενικής) επικοινωνίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η υφολογική δομή της ποιητικής συλλογής που αποδίδει την αισθητική του κειμενικού κόσμου. Εδώ κυριαρχεί η ευρηματική αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς, π. χ.:
«Φυτρώναν τα φτερά μου/ και τους τρόμαζαν/ Τόσο τους τρόμαζαν/ που τα φοβήθηκα κι εγώ», «Άλλος ο φόβος τώρα/ που μπαίνει απ’ το παράθυρο τις νύχτες/ Άλλοι κι εμείς/ που σκάβουμε να βγούμε από το χώμα», «Ένα λιβάδι μέσα στο μυαλό μου», «Η πόρτα κλειδωμένη ακόμα/ Κι ο φόβος ίδιος, στάθηκε μπροστά μου/ […]/ Σύρθηκε ύστερα/ σαν φίδι ύπουλα/ και στάθηκε μακριά μου κάπως/ περιμένοντας», «κι αξιώθηκα να δω/ τη συντριβή/ σαν καταρράχτης/ να ξεχύνεται απ’ τα μάτια του», «σα ν’ άνοιξε στο στήθος της μια τρύπα/ και βγήκε από μέσα ο χειμώνας», «Μα ήταν η εξήγηση εκεί – το ξέρω τώρα/ Στα μάτια της την είδα και στο βλέμμα/ σαν μ’ ένα μαύρο πέπλο σκεπασμένη», «Ένας ζεστός αέρας σαν τραγούδισμα».
Σε ομόλογο υφολογικό κλίμα εντοπίζουμε δείγματα αφοριστικής διατύπωσης, π. χ.:
«Φροντίστε όμως την ελπίδα/ Ελπίδα πρέπει πάντα να υπάρχει/ Προσέξτε, σε ποσότητα μικρή/ Να φαίνεται πως θά ’ρθει κάτι […]/ μα νά ’ναι πάντα αβέβαιο, θολό», «(Πολύ μακριά μου ήταν ακόμα η αλήθεια/ Έξω απ’ τις δυνατότητές μου να εννοήσω)».
Ευρηματικές εικόνες
Καθώς ακολουθούμε τη διαδοχή των σαράντα πέντε ποιημάτων της συλλογής, εντοπίζουμε κείμενα περισσότερο ή λιγότερο εκτενή σε ποικίλες συνθέσεις ελεύθερων στίχων ενισχυμένων με ιδιαίτερους ρυθμικούς παράγοντες, όπως είναι το μήκος των λέξεων και των στίχων, η θέση του τόνου με τον συνακόλουθο επιτονισμό του κειμένου, ποικίλες παρηχήσεις. Η δημιουργική ανάγνωση συναντά κείμενα σε αντιστικτική σχέση ως σύνθεση σημασιολογικού και παραστατικού διπτύχου, κατά τη διαδοχή ποιημάτων, όπως: «Το σώμα ξέρει» και «Κάτι», επίσης «Χαραμάδες» και «Παραλείψεις», ωσαύτως «Παύση» και «Λύση». Συναντούμε επίσης κείμενα-μινιατούρες, όπως αναγνωρίζουμε στις συνθέσεις: «Κανένας δεν μιλάει/ Και τους ακούω όλους» (που αντιπροσωπεύει πύλη εισόδου στον κειμενικό κόσμο), «Όλα έπρεπε να γίνουν όπως γίναν/ Για να φτάσω Εδώ» (που λειτουργεί σαν ένα «στάσιμο» κατά την εξέλιξη των συνδηλώσεων της συλλογής), «Τώρα που έχω/ το ακριβό της χάδι στα μαλλιά/ δεν μένει τίποτα να συγχωρέσω» (που είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ως στέψη του κειμενικού κόσμου και ταυτόχρονα ως σήμα παραμυθητικής εξόδου από το φορτίο του βιωματικού υλικού). Τα κείμενα αυτά αντιστοιχούν σε ευρηματικές γραμματικές εικόνες.
Στο πλαίσιο αυτό εντοπίζουμε ενδιαφέροντα στοιχεία (έστω και εξ όνυχος) από φάσμα χρωμάτων που συνθέτουν εικαστικό κώδικα συγγενή της δημιουργικής γραφής, όπως αναγνωρίζουμε στα ποιήματα «Ανάμνηση» και «Πάψε».
Η προσεκτική ανάγνωση εντοπίζει τη λειτουργικότητα ενός ιδιαιτέρως ισχυρού υφολογικού παράγοντα που αντιπροσωπεύουν ακριβώς οι γραμματικές εικόνες ως παραστατική απόδοση υλικού από το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, επίσης για πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα από την αντικειμενική πραγματικότητα και για στοιχεία, όντα, φαινόμενα από τον κόσμο της φύσης. Εδώ συναντούμε πορτρέτα και αυτοπροσωπογραφίες, επίσης τοπιογραφίες σαν συνδηλώσεις εσωτερικών τοπίων.
Στο πλαίσιο αυτό εντοπίζουμε ενδιαφέροντα στοιχεία (έστω και εξ όνυχος) από φάσμα χρωμάτων που συνθέτουν εικαστικό κώδικα συγγενή της δημιουργικής γραφής, όπως αναγνωρίζουμε στα ποιήματα «Ανάμνηση» και «Πάψε». Στον εικαστικό αυτόν κώδικα, κατά την αντίληψη της Κορίνας Καλούδη, είναι δυνατόν να συνυπολογίσουμε και το σχέδιο του Πάμπλο Πικάσο που μας υποδέχεται από το εξώφυλλο της ανά χείρας ποιητικής συλλογής, σε αντιστικτική σχέση με το σχέδιο του Ανρί Ματίς που συναντήσαμε στο εξώφυλλο της συλλογής Χρειάστηκε να κλέψω.
Αναπτύσσοντας ένα πρωτότυπο κειμενικό σύμπαν
Επανέρχομαι στην προ οφθαλμών τρίτη ποιητική συλλογή της Κορίνας, όπου εντοπίζουμε και κείμενα, τα οποία σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης φαίνονται «κλειστά» (π. χ. το ποίημα «Σκοτάδι»). Η υποδοχή των γραμματικών εικόνων που αντιστοιχούν στη σημασιολογική οργάνωση των «κλειστών» κειμένων, καθιστά δυνατή την επίσκεψη στα θεματικά τοπία αυτών, έστω και ως προς ένα βαθμό ενδεχόμενης αυθαιρεσίας στο πλαίσιο της δημιουργικής ανάγνωσης.
Επιπλέον δε, και κυρίως, η προ οφθαλμών ποιητική συλλογή προβάλλει τις διεργασίες παραγωγικού εργαστηρίου δημιουργικής γραφής που φαίνεται να δηλώνει τις απαρχές στην ανάπτυξη ενός πρωτότυπου κειμενικού σύμπαντος.
Μέσα στο γενικό αυτό υφολογικό κλίμα, έχει περαιτέρω ενδιαφέρον να επιμείνουμε και σε κείμενα με ιδιαίτερη σημασιολογική και αισθητική φόρτιση, όπως αντιπροσωπεύουν τα ποιήματα: «Αυτό που μπόρεσαν», «Κοίτα», «Θυμήθηκα», «Απ’ έξω», «Φόβος», «Κάλεσμα», «Το φόρεμα», «Χειμώνας», «Θρόισμα».
Τούτων δοθέντων, είναι σαφές ότι οι αποδέκτες (και) αυτής της ποιητικής συλλογής έχουν την ευκαιρία να ακολουθήσουν ποικίλες διαδρομές ελεύθερων περιηγήσεων στις περιοχές ενός γοητευτικού κειμενικού κόσμου που ανταποκρίνεται τόσο σε γενικά θεματικά και υφολογικά ενδιαφέροντα, όσο και σε ατομικά βιωματικά δεδομένα. Επιπλέον δε, και κυρίως, η προ οφθαλμών ποιητική συλλογή προβάλλει τις διεργασίες παραγωγικού εργαστηρίου δημιουργικής γραφής που φαίνεται να δηλώνει τις απαρχές στην ανάπτυξη ενός πρωτότυπου κειμενικού σύμπαντος.
* Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός βιβλίου.
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Κορίνα Καλούδη γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά ηλεκτρονικά και έντυπα και έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις ποιημάτων.

Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές: Και βέβαια τους φοβάμαι (2020), Χρειάστηκε να κλέψω (2022) και Άλλος ο φόβος τώρα (2024).
























