
Για το θεατρικό έργο της Μαρίας Μαυρικάκη «Χωρίς αναστολή» (εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Από την ομότιτλη θεατρική παράσταση σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντωνίου.
Γράφει ο Κ. Αλέξης Αλάτσης
Δύο πρόσωπα, ο Γιώργος και η Βιολέτα, δύο συνταξιούχοι, στο καθιστικό του διαμερίσματός τους: ξεκινάμε καλά, σκέφτομαι, το έργο είναι οικονομικό, όσον αφορά στο ανέβασμά του στη σκηνή, ένα μόνο ενιαίο σκηνικό με λίγα και εύκολα σκηνικά στοιχεία (γραφείο, καρέκλες, οθόνη υπολογιστή, πολυθρόνες, τραπεζάκι, πόρτα), και δύο μόνο ηθοποιοί, και μάλιστα της ίδιας περίπου γενιάς, κάτι που απλοποιεί αρκετά τα πράγματα στις πρόβες, σε επίπεδο κώδικα συνεννόησης και τεχνικής.
Η καλή κωμωδία δεν είναι ένα εύκολο είδος. Η κακή είναι πανεύκολη. Κακές γράφονται και δυστυχώς παίζονται πάρα πολλές. Καλές πάλι, όχι και τόσο. Τι διαφοροποιεί μια καλή από μια κακή κωμωδία; Η καλή κωμωδία ακροβατεί στο όριο μεταξύ νατουραλισμού και υπερβολής, χωρίς να καταφεύγει συχνά στη δεύτερη. Η κακή μπερδεύει το γελοίο με το αστείο, το τρολάρισμα με τη σάτιρα, την χαιρεκακία με την κριτική. Η κακή ελπίζει να ενεργοποιήσει τα χειρότερα ένστικτα και τις χειρότερες αυτάρεσκες πλευρές των θεατών, επιβεβαιώνοντας το δικαίωμά τους να γελούν με τα παθήματα των άλλων. Να νιώθουν ανώτεροι. Ασφαλείς. Η καλή κωμωδία δεν χαϊδεύει τα αυτιά των θεατών, επιβεβαιώνοντας και επιβραβεύοντας την ευφυΐα τους, αντιθέτως, τους εκπλήσσει με αιχμές που δεν προβλέπουν, τους κερδίζει με την διεισδυτικότητα της παρατήρησης των χαρακτήρων και των καταστάσεων που ξεδιπλώνει και ιδανικά, μέσα από το γέλιο, προκαλεί μικρές αλλά σημαίνουσες μετατοπίσεις σκέψης και αντίληψης της πραγματικότητας που εκθέτει. Η καλή κωμωδία δεν θεωρεί την κοινοτοπία εκ φύσεως κωμική, αλλά αναζητά το κωμικό στοιχείο στη ρωγμή της.
Αυτά ακριβώς καταφέρνει με μια ιδιαίτερη ανεμελιά και φαινομενικά χωρίς καθόλου υπερπροσπάθεια η Μαυρικάκη στο έργο της Χωρίς αναστολή. Ας τα δούμε αναλυτικά: Συναντάμε τους χαρακτήρες σ’ ένα απόλυτα νατουραλιστικό περιβάλλον, να κάνουν κάτι εντελώς φυσιολογικό σε κάποια στιγμή της μέρας τους, δηλαδή να χαζεύουν την οθόνη τους και να είναι στο ίντερνετ. Και ενώ, σχετικά άμεσα, εισάγεται το στοιχείο της δυσκολίας που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη γενιά με την ψηφιακή τεχνολογία (τα αστεία με την αυτόματη διόρθωση που δυσκολεύει τον Γιώργο στο κινητό), ταυτόχρονα υπονοείται ξεκάθαρα ότι και οι δύο χαρακτήρες περνούν αρκετό χρόνο στο ψηφιακό σύμπαν, παρά την ηλικία τους, που τους τοποθετεί στις τελευταίες αναλογικά μεγαλωμένες γενιές.
Η Μαυρικάκη χρησιμοποιεί την εισαγωγική σκηνή με τον κλασσικό και απαραίτητο τρόπο της έκθεσης των βασικών στοιχείων της δραματουργίας και της τοποθέτησης χαρακτήρων, παρουσιάζοντας τη συζυγική σχέση με όλες τις μικρογκρίνιες αλλά και την οικειότητα που τη διέπει, την οικονομική στενότητα των ηρώων της και τις πιο σημαντικές υλικές επιθυμίες τους (το σπίτι στο χωριό, το καλύτερο αυτοκίνητο), το στοιχείο που θα καθορίσει την πλοκή, δηλαδή τον υπολογιστή και την σχέση τους με την ψηφιακή τεχνολογία, τις βασικές διαφορές ιδιοσυγκρασίας μεταξύ τους (ο άντρας Γιώργος πιο αρνητικός ως προς τις αλλαγές και τα ρίσκα, η γυναίκα Βιολέτα πιο ανοικτή και δυναμική στην επιθυμία για αλλαγή και βελτίωση) που διέπουν τον διάλογο, αλλά και την τρυφερότητα της σχέσης.
Ο θεατής καταλαβαίνει ότι το έργο και η πλοκή δεν θα κινηθούν στο χιλιοειπωμένο μοτίβο της συζυγικής αντιπαράθεσης και περιμένει την εξέλιξη της πλοκής. Με επιδέξια φυτεμένη, ανάμεσα σε άλλες, την πληροφορία που θα ξετυλίξει το νήμα της, την απόφαση δηλαδή της Βιολέτας να φρεσκάρει διαδικτυακά τα αγγλικά της online.
Η είσοδος στο Σκοτεινό Διαδίκτυο
Το συμβάν που ορίζει την κωμική εξέλιξη είναι τυχαίο, όπως οφείλει, σε μια καλή κωμωδία, από την εποχή τουλάχιστον του Μολιέρου αλλά και του Σαίξπηρ. (Αφήνω τον Αριστοφάνη επίτηδες εκτός, για μια μελλοντική συζήτηση, σε άλλο πλαίσιο). Η κατά λάθος είσοδος της Βιολέτας στο Σκοτεινό ή Βαθύ Διαδίκτυο. Το τυχαίο ατύχημα. Ούτε και σε αυτό το κρίσιμο σημείο δεν καταφεύγει η Μαυρικάκη σε αυθαιρεσίες και υπερβολές. Έχοντας μάλιστα κάνει την ανάλογη έρευνα, φροντίζει να κεντήσει στους διαλόγους των δύο χαρακτήρων της τις πληροφορίες που καθιστούν το τυχαίο αληθοφανές. Καταλαβαίνει και πάλι άμεσα ο θεατής ότι το θέμα δεν είναι το πώς συνέβη το συμβάν, αλλά η διαχείρισή του στη συνέχεια του έργου.
Η Τρίτη σκηνή τελειώνει με την εμφάνιση του στοιχείου καταλύτη της πλοκής: τα μυστικά κρυμμένα κονδύλια με τα μαύρα χρήματα του Dark Web να είναι ξαφνικά προσβάσιμα .
Επιμένω στην αντίληψη του θεατή, γιατί με αυτά τα συγκεκριμένα αντανακλαστικά καλείται να δουλέψει ο δραματουργός/θεατρικός συγγραφέας. Κι όπως ιδανικά θα πρέπει, γράφοντας, να έχει συνεχώς συνείδηση της ύπαρξης της σκηνής, ώστε να μην μετατοπιστεί σε κάποιο λογοτεχνικό είδος που δεν θα καθιστά το κείμενό του θεατρική γραφή, έτσι πρέπει στην κωμωδία να είναι συνεχώς σε συνομιλία με τα αντιληπτικά αντανακλαστικά του θεατή, κάνοντας τις ανάλογες επιλογές ανάπτυξης.
Η περιέργεια των χαρακτήρων για την απροσδόκητη πρόσβαση σε κάτι απαγορευμένο και δυνητικά επικίνδυνο, είναι σχεδόν αναμενόμενη. Η ρωγμή δεν έχει ακόμα φανεί. Η Τρίτη σκηνή τελειώνει με την εμφάνιση του στοιχείου καταλύτη της πλοκής: τα μυστικά κρυμμένα κονδύλια με τα μαύρα χρήματα του Dark Web να είναι ξαφνικά προσβάσιμα.
Με ένα ερώτημα που θα περιμένει απάντηση, το μόνο που διατρέχει όλες τις δραματικές αφηγηματικές κατασκευές: τι θα κάνουν οι χαρακτήρες; Πώς θα κινηθούν; Τι θα τους συμβεί ως συνέπεια των όποιων επιλογών κάνουν;
Άλλο ένα στοιχείο μιας καλής κωμωδίας. Τα όποια νήματα σάτιρας και πολιτικής θέσης στα πράγματα δεν τοποθετούνται στο κέντρο των διαλόγων, αλλά ως παράπλευρες φράσεις, ενίοτε σχεδόν αυτοσαρκαστικές ώστε να μην ακουστούν βαρύγδουπες και διδακτικές, ενώ η αγωνία για την εξέλιξη της πλοκής έχει μπει στο κέντρο του έργου. Με ένα ερώτημα που θα περιμένει απάντηση, το μόνο που διατρέχει όλες τις δραματικές αφηγηματικές κατασκευές: τι θα κάνουν οι χαρακτήρες; Πώς θα κινηθούν; Τι θα τους συμβεί ως συνέπεια των όποιων επιλογών κάνουν;
Η μέση του μονόπρακτου
Η ακροβασία με την υπερβολή θα διέπει από δω και πέρα το στοιχείο του φόβου για τις επιλογές που έκαναν και τις πιθανές απρόβλεπτες για εκείνους εξελίξεις. Και κάπως έτσι φτάνουμε στην τέταρτη σκηνή και τη μέση του μονόπρακτου. Το ένστικτο ή η γνώση της λειτουργίας της δραματουργική δομής προειδοποιεί τη συγγραφέα ότι ο περιορισμός της πλοκής με τους δύο χαρακτήρες μπορεί να εξαντλήσει γρήγορα τα χρονικά του όρια. Εισάγει λοιπόν την κατάλληλη στιγμή έναν δραματουργικό χαρακτήρα, από τηλεφώνου, τον αδελφό του Γιώργου, με χρήση της κατασκευής της μονόπλευρης για μας τους θεατές συνομιλίας μεταξύ τους στο κινητό. Και αφού το εισήγαγε, το πολλαπλασιάζει, στο κατάλληλο χρονικά σημείο, στη μέση του έργου, συμπληρώνοντας το κοινωνικό πεδίο στο οποίο κινούνται οι σκηνικοί χαρακτήρες της. Μετά τον αδελφό, πάλι με συνομιλία στο κινητό, προστίθεται ο φίλος, ο Στέλιος ο κομπιουτεράς. Με το κοινό στοιχείο που τους ενώνει, τα χρέη, την οικονομική στενότητα και στενοχώρια και το κίνητρο για επικίνδυνες επιλογές δράσης. (Σκοτάδι, μουσική και η συνέχεια της πλοκής επί της σκηνής του θεάτρου).
Και μια από τις πιο ωραίες ατάκες του έργου που την λέει ο Γιώργος, λίγο πριν το τέλος της τέταρτης σκηνής (από τις οκτώ συνολικά):
Εμένα έτσι μου το δίδαξε ο πατέρας μου. Θέλει ο φίλος δανεικά; Αν έχεις να τον δανείσεις, δώσε τα μισά από αυτά που σου ζητάει και ξέχνα τα.
Είναι μια φράση που στη δραματουργία την αποκαλούμε μια δήλωση περί ηθικής του χαρακτήρα. Και θα οδηγηθούμε από τη δήλωση αυτή, στην αιτιολόγηση του τίτλου του έργου: χωρίς αναστολή, μια φράση πρόγραμμα, που φυσικά εμπεριέχει ένα κρυφό ερωτηματικό. Χωρίς καμία αναστολή; Και που δεν περιορίζεται στο κεντρικό νήμα της πλοκής. Έχοντας σκιαγραφήσει ήδη σε ικανοποιητικό βαθμό τους χαρακτήρες και την ηθική τους στάση και θέση, εισάγει ένα δεύτερο νήμα στην πλοκή, αυτό της ύπαρξης αναστολής ή μη στην αντίδραση που επιβάλλει η γνώση μιας κακοποίησης. Μιας οποιασδήποτε κακοποίησης.
Άλλο ένα στοιχείο μιας πολύ καλής κωμωδίας μας παρουσιάζεται εδώ: το προσωρινό σκοτείνιασμα της πλοκής πριν την τελική ευθεία, που σχεδόν φεύγει από το πεδίο του κωμικού και επαναφέρει τη δράση στο πεδίο του δράματος, με το θέμα της πιθανής κακοποίησης της γειτόνισσας του επάνω ορόφου. Οι σαχλοκωμωδίες της τηλεόρασης δεν σκοτεινιάζουν ποτέ τόσο τολμηρά. Θα ανασταλεί η λύση του στοιχείου αυτού, με την παρεμβολή μιας επανάληψης (η μία μόνο φορά θα ήταν λάθος οικονομία σκηνής) των εξωσκηνικών χαρακτήρων και της συνομιλίας στο κινητό, με την προσθήκη των καινούριων, του αστυνομικού και του ντελιβερά, έξω από τη σκηνή και αυτοί.
Η τελική κορύφωση στην πλοκή
Η τεχνητή κορύφωση στο τέλος της έκτης σκηνής ξεφουσκώνει σχετικά εύκολα. Πλησιάζουμε σιγά-σιγά στο φινάλε. Κάθε σωστή κωμωδία εμπεριέχει μια ανατροπή. Μόλις οι χαρακτήρες νιώσουν ασφαλείς και ανακουφισμένοι, έχει έρθει η ώρα της τελευταίας, αυτή τη φορά της αληθινής κορύφωσης στην πλοκή. Η στιγμή της κρίσης που αν έχει τηρηθεί το αφηγηματικό μοντέλο που ξεχωρίζει κωμωδία και δράμα, θα πρέπει να μοιάζει με απότομη πτώση, που θα λυθεί με κάποιο τρόπο θετικά. Άλλη μια μικρή ανατροπή στη γραφή της Μαυρικάκη, εκπλήσσει ευχάριστα. Ναι, οι ήρωες του έργου της θα σωθούν, αλλά χωρίς να λύσουν όλες τις πιθανές εκκρεμότητες των ζητημάτων που άνοιξαν, ούτε να μπορούν με σιγουριά να θεωρηθούν νικητές.
Προσθέτει έτσι και την τελευταία πολιτική, σατιρική πινελιά, σχόλιο για τον τρόπο λειτουργίας, ή καλύτερα δυσλειτουργίας, της εν Ελλάδι Δικαιοσύνης, κλείνοντας το μάτι στον θεατή
Έτσι, η απότομη πτώση έχει αποσοβηθεί και η απορία για την κατάληξη λύνεται με την προσθήκη της τελικής μη-αναμενόμενης δισημίας στον τίτλο του έργου, όπου η αναστολή δεν θα αναφέρεται πια μόνο στις ηθικές αναστολές των χαρακτήρων, αλλά και στην αναστολή της όποιας ποινής θα τους αναλογούσε για όσα τόλμησαν να πράξουν. Ή που θα τους αναλογεί μελλοντικά, αφού το συγκεκριμένο έργο δεν μας κλείνει με ένα τέλος, αλλά με ένα «και εάν δεν τους σταματήσει κανείς, ακόμα εκεί θα είναι», και θα συνεχίζουν, χωρίς αναστολές την προσπάθεια, εκεί που τους αφήνει το τελευταίο σκοτάδι της σκηνής, πριν το χειροκρότημα.
Προσθέτει έτσι και την τελευταία πολιτική, σατιρική πινελιά, σχόλιο για τον τρόπο λειτουργίας, ή καλύτερα δυσλειτουργίας, της εν Ελλάδι Δικαιοσύνης, κλείνοντας το μάτι στον θεατή που καταλαβαίνει ότι τα παράπλευρα σχόλια και η κριτική ματιά που μεταφέρουν, μάλλον ήταν και ένας των κύριων στόχων της συγγραφής. Όπως άλλωστε σε κάθε καλή κωμωδία.
*Ο Κ. ΑΛΕΞΗΣ ΑΛΑΤΣΗΣ είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και μεταφραστής. Τελευταίο βιβλίο του, «Το όνειρο της Οφηλίας» (εκδ. Άπαρσις).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Μαυρικάκη γεννήθηκε το 1964 στο Περιστέρι. Έχει εργαστεί στον τομέα προστασίας περιβάλλοντος και βιώσιμης ανάπτυξης, στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στη διοίκηση μονάδων υγείας. Κείμενά της δημοσιεύονται στην Athens Voice, στο BookPress, στα αθηΝΕΑ και στο προσωπικό της ιστολόγιο exartatai.blogspot.com.

Έχει συγγράψει με τον Γιάννη Μπουτάρη την αυτοβιογραφία του Εξήντα χρόνια τρύγος (εκδ. Πατάκη, 2020). Άλλα έργα της: Περαστικά (εκδ. Αίολος) και Εξαρτάται, μια ιστορία ζωής δίπλα στην εξάρτηση (εκδ. Πατάκη, 2021). Το 2021 της απονεμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Σεναριογράφων το 1ο Βραβείο στον διαγωνισμό συγγραφής Σεναρίου Μικρού Μήκους εκ Διασκευής. Το έργο «Εξαρτάται», διασκευασμένο από την ίδια σε θεατρικό σενάριο, ανέβηκε από τη Θεατρική Σκηνή Αντωνίου το 2023. Η σύγχρονη κωμωδία της Χωρίς αναστολή (εκδ. Πατάκη, 2025) παίζεται για δεύτερη σεζόν στη Θεατρική Σκηνή του Αντώνη Αντωνίου.
























