
Για το μυθιστόρημα της Νεζ Σινό (Neige Sinno) «Θλιβερός τίγρης» (μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Εστία). Εικόνα: Από το εξώφυλλο της ξενόγλωσσης έκδοσης των SAGA Egmont.
Γράφει η Εύα Στάμου
Η συγγραφέας του βιβλίου Θλιβερός τίγρης, Νεζ Σινό, υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατριό της από τα 7 της έως τα 13 της χρόνια. Το 2000, σε ηλικία 18 ετών, η Σινό έκανε μήνυση στον κακοποιητή της με αποτέλεσμα εκείνος να καταδικαστεί σε εννέα χρόνια φυλάκισης και να εκτίσει τελικά ποινή πέντε ετών. Χρόνια αργότερα, η συγγραφέας αποφασίζει να μιλήσει ανοιχτά για την τραυματική εμπειρία της, γράφοντας ένα πρωτοπόρο και αιχμηρό, υβριδικό κείμενο που κινείται μεταξύ αυτοβιογραφίας, μαρτυρίας και λογοτεχνίας.
Για να ξεπεραστεί ένα τόσο μεγάλο ταμπού, όσο αυτό της ανάδειξης του θέματος της σεξουαλικής κακοποίησης των ανηλίκων, χρειάζεται αποφασιστικότητα, δύναμη και θάρρος, γνωρίσματα που δεν λείπουν από τη Σινό. Έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε με ποιους τρόπους προσεγγίζει ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, επιχειρώντας να το φωτίσει από διαφορετικές σκοπιές.
Πρώτα από όλα, χρησιμοποιεί ως όχημα τη λογοτεχνία, με εκτενείς αναφορές στη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Ναμπόκοφ, την Τόνι Μόρισον, τη Βιρζινί Ντεπάντ, την Κριστίν Ανγκό, την Ανί Ερνό -την οποία θεωρεί κατά κάποιον τρόπο μέντορά της και από το έργο της οποίας δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί-, τον ρομαντικό ποιητή Ουίλιαμ Μπλέικ, από το ποίημα του οποίου «The Tyger» (1794) εμπνεύστηκε τον τίτλο του βιβλίου της, και σε άλλους. Αν και η Σινό γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη γραμματειακή παράδοση, δεν ισχυρίζεται ότι βρήκε τη λύτρωση μέσω της λογοτεχνικής γραφής ή ότι οι πληγές της επουλώθηκαν επειδή συστηματικά διαβάζει πεζογραφία. Απογοητεύοντας ίσως όσους αναζητούν στα λογοτεχνικά κείμενα θεραπεία για τις ψυχολογικές τους δυσκολίες, αλλά και αυτούς που δηλώνουν πως απαλλάχτηκαν από όσα τους βασάνιζαν, απλώς και μόνο γράφοντας ένα βιβλίο, η Σινό εξηγεί ότι η ενασχόλησή της με αξιόλογα λογοτεχνικά έργα δεν ήταν αρκετή για να την βοηθήσει να ξεπεράσει το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης.
Συνομιλώντας με τη Λολίτα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι αναφορές της Σινό στη Λολίτα και στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται συνήθως το αριστούργημα του Ναμπόκοφ: αντί να βλέπουμε ένα δυστυχισμένο κορίτσι που έπεσε θύμα συστηματικού βιασμού και σεξουαλικής εκμετάλλευσης στα χέρια ενός ψυχικά διαταραγμένου παιδεραστή, συχνά καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τη σχέση τους ως μια τολμηρή, έξω από τα συνηθισμένα ερωτική ιστορία, και την πρωταγωνίστρια ως μια γοητευτική, χειριστική πλανεύτρα, που μπλέκει στα δίχτυα της τον σαραντάχρονο συγγραφέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο συλλογικό φαντασιακό, το θύμα μετατρέπεται σε θύτη, σε ένα κορίτσι που λόγω πρόωρης σεξουαλικής ωρίμανσης και ελλιπούς ηθικής ανάπτυξης προκαλεί τους άντρες και τη μοίρα του.
Και όσο δεν τιμωρούνται οι θύτες, δεν είναι δυνατόν να συνειδητοποιήσουμε ως κοινωνία την έκταση του προβλήματος και να νιώσουμε την οδύνη των θυμάτων.
Εκκινώντας από το προσωπικό και παραθέτοντας λεπτομέρειες για την επί σειρά ετών σεξουαλική της κακοποίηση, εξετάζοντας κατόπιν την αιμομιξία και την παιδική κακοποίηση ως ένα συλλογικό πρόβλημα με πολιτικές διαστάσεις, ένα φαινόμενο που μας αφορά όλους, καθώς επηρεάζει άμεσα τη δημόσια τάξη και τη δημόσια υγεία, η Σινό θέτει τις βάσεις για μια μεγάλη συζήτηση που εκκρεμεί.
Η συγγραφέας επισημαίνει ότι ζούμε σε μία κοινωνία που δεν επιτυγχάνει να ορίσει ορθά την κακοποίηση και συνακόλουθα, αδυνατεί να την κατανοήσει. Όσο θα αρνούμαστε όμως να μιλήσουμε για αυτό το θέμα, τόσο θα διαιωνίζεται η κατάσταση, τα νεαρά κορίτσια και αγόρια θα συνεχίσουν να υποφέρουν και οι παιδεραστές θα παραμένουν ατιμώρητοι. Και όσο δεν τιμωρούνται οι θύτες, δεν είναι δυνατόν να συνειδητοποιήσουμε ως κοινωνία την έκταση του προβλήματος και να νιώσουμε την οδύνη των θυμάτων.
Μια επώδυνη συζήτηση
Το βιβλίο γίνεται αφορμή για να ανοίξει μια δύσκολη, επώδυνη συζήτηση για ένα θέμα που ελάχιστοι τολμούν να θίξουν. Η Σινό θέτει τον κακοποιητή της κάτω από το μικροσκόπιο, περιγράφοντας τη συμπεριφορά του, επιχειρώντας να αναλύσει τον χαρακτήρα και τα κίνητρά του, επιλέγοντας να φωτίσει ανθρώπους που συνήθως παραμένουν άγνωστοι, ένα αίνιγμα θα λέγαμε, για τους μη ειδικούς: τους αιμομίκτες που κακοποιούν παιδιά. Οι μαρτυρίες των θυμάτων μπορεί να έχουν φτάσει στους περισσότερους από εμάς με διάφορους τρόπους: τις εφημερίδες, κάποια τηλεοπτική εκπομπή, κάποιο βιβλίο, ένα άτομο του περιβάλλοντός μας που μας εκμυστηρεύτηκε μια φρικτή ιστορία φυσικής ή σεξουαλικής βίας που είχε ζήσει σε νεαρή ηλικία. Σπάνια έχουμε όμως την ευκαιρία να εισέλθουμε στο μυαλό του θύτη, που αρκετές φορές είχε υπάρξει και θύμα, όταν ήταν παιδί.
Γιατί αυτό ακριβώς είναι η παιδοφιλία, ψυχική διαταραχή, και όχι σεξουαλικός προσανατολισμός, όπως ισχυρίζονται κατά καιρούς ορισμένοι.
Αυτή είναι η αιτία που συχνά παρατηρούμε στον δημόσιο διάλογο μια σειρά από παρανοήσεις που νομίζω ότι οφείλονται στην ελλιπή ενημέρωση του κοινού όσον αφορά τις ψυχικές διαταραχές. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η παιδοφιλία, ψυχική διαταραχή, και όχι σεξουαλικός προσανατολισμός, όπως ισχυρίζονται κατά καιρούς ορισμένοι. Ο παιδόφιλος θα μπορούσε απλά να οριστεί ως κάποιος που νιώθει την επιθυμία να συνευρεθεί ερωτικά με παιδιά κάτω των 13 ετών. Πρόκειται δηλαδή για παραφιλική διαταραχή (μη κανονική σεξουαλική πρακτική) που χαρακτηρίζεται από έντονες, επαναληπτικές ορμές, ερωτικές φαντασιώσεις και συμπεριφορές που συνήθως κατευθύνονται προς άτομα που λόγω του νεαρού της ηλικίας τους αδυνατούν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι μπορεί να ζει κανείς χρόνια με την διαταραχή της παιδοφιλίας χωρίς να έχει ποτέ προκαλέσει βλάβη σε κάποιον. Με άλλα λόγια, δεν είναι όλοι οι παιδόφιλοι απαραίτητα και παιδεραστές. Ωστόσο, στη συνείδηση των περισσότερων πολιτών δύσκολα διακρίνεται το ένα από το άλλο, λόγω της παραπληροφόρησης που προέρχεται συνήθως από τον Τύπο, καθώς οι δημοσιογράφοι δεν κάνουν πάντα τη διάκριση παιδοφιλίας/παιδεραστίας. Εξαιτίας αυτής της ελλιπούς ενημέρωσης δεν συνειδητοποιούμε πόσο μπορεί να υποφέρει ο ίδιος ο παιδόφιλος από την επιθυμία του που αρνείται να αποδεχθεί. Είναι συνηθισμένο να βασανίζεται από ντροπή, υπερβολικό άγχος και ενοχές που τον ακολουθούν σε ολόκληρη τη ζωή του. Δεν συνειδητοποιούμε επίσης ότι ένας παιδόφιλος μπορεί να νιώθει σεξουαλική έλξη εξίσου για παιδιά και ενήλικες, προχωρώντας έτσι σε μακροχρόνιες σχέσεις με συνομήλικους ή συνομήλικές του, ενώ ταυτόχρονα επιθυμεί να συνευρεθεί με παιδιά – ορισμένοι προχωρούν στη σεξουαλική πράξη με ανήλικους, μα οι περισσότεροι δεν το τολμούν ποτέ.
Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι και ο παιδόφιλος που δεν έχει ποτέ του αγγίξει παιδί, αλλά αναζητά συστηματικά πορνογραφικό υλικό, φέρει σοβαρές ευθύνες...
Δυστυχώς δεν είναι σπάνιο ένας παιδόφιλος να φροντίζει να έρχεται σε συχνή επαφή με παιδιά χωρίς να κινεί υποψίες κι έτσι δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι συχνά η εργασία του συνδέεται με το πάθος του. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ένας παιδόφιλος να εργάζεται σε παιδικό σταθμό, σχολείο, γυμναστήριο ή άλλο χώρο, όπου έχει καθημερινά πρόσβαση σε παιδιά κάτω των 13 ετών. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι και ο παιδόφιλος που δεν έχει ποτέ του αγγίξει παιδί αλλά αναζητά συστηματικά πορνογραφικό υλικό, φέρει σοβαρές ευθύνες, αφού ο εθισμός του στην πορνογραφία γίνεται ο μοχλός που κινεί τη μηχανή συστηματικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανήλικων αγοριών και κοριτσιών.
Μια ερώτηση που εμφανίζεται συχνά στα social media το τελευταίο διάστημα είναι: πώς γίνεται κάποιος παιδόφιλος; Σύμφωνα με το DSM-5, το αναθεωρημένο επίσημο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, κάποιες από τις πιο συνηθισμένες αιτίες που συνδέονται με την παιδοφιλία είναι οι ορμονικές διαταραχές, οι εγκεφαλικές ανωμαλίες, προβλήματα στη διανοητική ή ψυχολογική ανάπτυξη, η διαταραγμένη ανάπτυξη της σεξουαλικότητας, οι δυσάρεστες εμπειρίες από την παιδική ηλικία, η σεξουαλική κακοποίηση που οι ίδιοι οι παιδόφιλοι μπορεί να έχουν υποστεί ως παιδιά. Επίσης, για κάποιον ενήλικα με διαταραχή αντικοινωνικής συμπεριφοράς είναι πολύ πιο εύκολο να έρχεται σε επαφή με παιδιά, αφού δεν μοιάζουν απειλητικά όπως οι ενήλικες, με τους οποίους σπάνια βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο συναισθηματικής ωρίμανσης. Στη συντροφιά των παιδιών μπορεί να νιώθει αποδεκτός, δυνατός, σημαντικός και φυσικά να έχει τον έλεγχο της κατάστασης.
Η σύνδεση με το Ολοκαύτωμα και τα βασανιστήρια στη Χιλή
Ορισμένες από τις επισημάνσεις της Σινό, όπως παραδέχεται και η ίδια, είναι αμφιλεγόμενες. Αναφέρομαι κυρίως στην επιλογή της να εξετάσει το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης αντιπαραβάλλοντάς το με το Ολοκαύτωμα και με τα βασανιστήρια στη Χιλή υπό τις εντολές του δικτάτορα Πινοσέτ. Καταλαβαίνω ότι αυτές οι αναλογίες κάποιους μπορεί να τους ξενίσουν, ακόμα και να τους σοκάρουν, αφού εκ πρώτης όψεως μοιάζει οι καταστάσεις να είναι ασύμμετρες, τόσο λόγω της διαφορετικής ευρύτητας, όσο και εξαιτίας των διαφορετικών αιτίων και μηχανισμών που υποκίνησαν τις πράξεις των θυτών.
Η Σινό επιχειρεί να αναλύσει την ανθρώπινη σκληρότητα, τον σαδισμό και την απανθρωποποίηση των θυμάτων από τους θύτες τους
Δεν είναι λοιπόν περίεργο κάποιος να αναρωτηθεί τι σχέση μπορεί να έχει η κακοποίηση των ανηλίκων που πηγάζει από την ψυχική διαταραχή του δυνάστη τους με την οργανωμένη πολιτική προπαγάνδα που οδηγεί στην εδραίωση μιας στυγνής δικτατορίας ή την πλύση εγκεφάλου ενός λαού, που κατέληξε στην απεχθή προσπάθεια εξόντωσης τόσων ανθρώπων στη βάση της θρησκείας ή της καταγωγής τους. Μπορεί συνεπώς με την πρώτη ανάγνωση να δίνεται η εντύπωση ότι η Σινό συγχέει ή συσκοτίζει διαφορετικά κοινωνικά φαινόμενα, αλλά παρατηρώντας πιο προσεκτικά, αντιλαμβανόμαστε ότι στην πραγματικότητα τα φωτίζει.
Η Σινό επιχειρεί να αναλύσει την ανθρώπινη σκληρότητα, τον σαδισμό και την απανθρωποποίηση των θυμάτων από τους θύτες τους, καθώς και το γεγονός ότι συχνά οι ένοχοι αποτρόπαιων εγκλημάτων μπορεί να λειτουργούν καλοσυνάτα και τρυφερά, με ευαισθησία και αλληλεγγύη σε άλλες περιστάσεις. Το βλέπουμε στις περιγραφές του πατριού της από τη συγγραφέα, ενός ανθρώπου που για πολλούς αποτελούσε στήριγμα της κοινότητας, βοηθώντας όσους το είχαν ανάγκη, το γνωρίζουμε όμως και από τις μαρτυρίες για τη δράση ανελέητων δολοφόνων και βασανιστών, όπως ο Άντολφ Άιχμαν.
Η σύγκριση λοιπόν μπορεί αρχικά να φαίνεται προβληματική ή να θεωρηθεί ότι η συγγραφέας τη χρησιμοποιεί προκειμένου να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη, ωστόσο μια πιο προσεκτική ματιά μάς βοηθά να καταλάβουμε ότι η ανάλυση αναδεικνύει κάποια κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στους δολοφόνους του Ολοκαυτώματος και τους συστηματικούς κακοποιητές μικρών παιδιών, όπως η επιλογή να απανθρωποποιούν το θύμα τους, αλλά και η τάση να ερμηνεύουν τη σιωπή του περιβάλλοντος ως επιδοκιμασία.
Είναι η συγγραφέας που επιχειρεί να διεισδύσει στο μυαλό του θύτη, φτάνοντας ακόμα και να ταυτιστεί μαζί του, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της.
Η Σινό προσπαθεί να κατανοήσει και να περιγράψει για χάρη του αναγνώστη· πρώτον, τον ίδιο της τον εαυτό, τις αντιδράσεις, τα συναισθήματα, τις σκέψεις της· δεύτερον, τη συμπεριφορά του κακοποιητή· τρίτον, τους τρόπους που αντέδρασαν οι συντοπίτες και οι γνωστοί της μόλις πληροφορήθηκαν ότι μήνυσε τον πατριό της για σεξουαλική κακοποίηση.
Η δική μου εντύπωση είναι ότι η Νεζ Σινό συμπεριφέρεται ως να είναι η μόνη ενήλικη σε αυτή την ιστορία αφού ο πατριός και βιαστής της την εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά, ο βιολογικός πατέρας της ήταν σχεδόν πάντα απών, οι άνθρωποι του περιβάλλοντός της δυσκολεύτηκαν να αποδεχθούν την πραγματικότητα και να σταθούν δίπλα της υποστηρικτικά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της συγγραφέως, μπορεί η μητέρα της να μην κατάφερε να την προστατεύσει όταν ήταν παιδί, αλλά όταν έμαθε την αλήθεια για τον σύντροφό της, επέλεξε να σταθεί δίπλα στην κόρη της, κάνοντας και η ίδια μήνυση στον βιαστή. Ωστόσο, είναι η συγγραφέας που αγωνιά για την τύχη των τριών νεότερων αδερφών της. Είναι η συγγραφέας που αναλαμβάνει να αναλύσει και να εξηγήσει τη φρικτή κακοποίηση που υπέστη επί σειρά ετών. Είναι η συγγραφέας που επιχειρεί να διεισδύσει στο μυαλό του θύτη, φτάνοντας ακόμα και να ταυτιστεί μαζί του, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της.
Όλη η ντροπή ανήκει τον κακοποιητή και όχι στο θύμα του, όλη η ντροπή ανήκει στον «θλιβερό τίγρη» της ιστορίας μας.
Άλλωστε, στη μετά-MeToo εποχή τίποτα δεν μένει κρυφό. Η Σινό τολμά να πει τα πράγματα με το όνομά τους, αποφασίζει να περιγράψει στο κείμενό της ακόμα και τα γεννητικά όργανα του βιαστή της, όχι για λόγους πρόκλησης ή ηδονοθηρίας, αλλά προκειμένου να βοηθήσει τους αναγνώστες να κατανοήσουν ότι το θύμα της κακοποίησης δεν πρέπει να νιώθει ντροπή για τίποτα από όσα έχει, χωρίς τη θέλησή του, βιώσει. Το θύμα πρέπει αντίθετα να μιλά ελεύθερα για ό,τι του έχει συμβεί, διευκολύνοντάς μας να καταλάβουμε με ποιους τρόπους η κακοποίηση έχει επηρεάσει τον ψυχισμό του, την προσωπικότητά του, τις επιλογές και τις αποφάσεις ζωής, καθώς και τη φυσική του υγεία. Όλη η ντροπή ανήκει στον κακοποιητή και όχι στο θύμα του, όλη η ντροπή ανήκει στον «θλιβερό τίγρη» της ιστορίας μας.
Η τίγρης είναι ένα ον που κυνηγά και επιτίθεται, ένα άγριο ζώο που επιβάλλεται με την ταχύτητα και τη δύναμή του. Ο τίγρης του βιβλίου μας, όμως, όπως υπονοεί και ο τίτλος, έχει απολέσει μέρος της ορμής και τη ρώμης του, μέσω της κοινωνικοποίησης, χωρίς να έχει πραγματικά εξημερωθεί. Έχει μετατραπεί σε ένα ζώο δίχως υπερηφάνεια, θλιβερό και αξιολύπητο, αφού τα άγρια ένστικτά του έχουν καταπιεστεί χωρίς να έχουν εξαφανιστεί.
Σε μια πατριαρχική κοινωνία, για αρκετούς η επιθετικότητα και οι βίαιες πράξεις θεωρούνται κάτι φυσικό και αναμενόμενο, αλληλένδετο, υποτίθεται, με τη φύση του άντρα. Συνεπώς, το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί όταν ανοίγει μια συζήτηση για τη φυσική ή την σεξουαλική κακοποίηση, δεν έχει να κάνει με τη φύση της βίας, γενικώς και αορίστως, αλλά με το γεγονός ότι κάποιος επιθυμεί να αναλύσει τη βία ως ζέον κοινωνικό φαινόμενο, ή το να μιλήσει ανοικτά για τις προσωπικές εμπειρίες του.
Αν και οι περισσότεροι απορρίπτουν και καταδικάζουν τη βία, ελάχιστοι μιλούν για αυτήν. Η σιωπή όμως αποτελεί μέρος του μηχανισμού εδραίωσης της βίας και οι μόνοι που βγαίνουν κερδισμένοι από τη σιωπή είναι όσοι για οποιονδήποτε λόγο τάσσονται υπέρ της διαιώνισής της.
* Η ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ είναι συγγραφέας, Δρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπεύτρια. Τελευταίο της βιβλίο, το μυθιστόρημα «Σωματογραφία» (εκδ. Αρμός).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Neige Sinno είναι Γαλλίδα μυθιστοριογράφος. Αφού ολοκλήρωσε τη διατριβή της στην αμερικανική λογοτεχνία, αφοσιώθηκε στη συγγραφή και τη μετάφραση.
Δημοσίευσε αρχικά μια συλλογή διηγημάτων, La vie des rats, και ένα δοκίμιο για τις μορφές της ανάγνωσης, Lectores entre líneas: Roberto Bolaño, Ricardo Piglia y Sergio Pitol, το οποίο κέρδισε το βραβείο Lya Kostakowsky. Το Le camion (2018) ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα.

Κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας στις Hautes-Alpes, βιάστηκε επανειλημμένα από τον πατριό της. Κατέθεσε μήνυση το 2000 και εκείνος καταδικάστηκε σε εννέα χρόνια φυλάκισης. Αυτό αποτέλεσε την έμπνευση για το τελευταίο της βιβλίο, Triste tigre, μια αναφορά στο ποίημα του William Blake «The Tyger». Το βιβλίο έχει λάβει τα λογοτεχνικά βραβεία Prix littéraire Le Monde και Prix Femina 2023.
Η Σινό σήμερα ζει με την οικογένειά της στο Μεξικό.
























