
Για την ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου «Επειδή έτσι γίνεται» (εκδ. Νεφέλη). Εικόνα: Από την ταινία «Μπέλφαστ» (2021).
Γράφει η Μάρθα Βασιλειάδη
Όσοι από μας έχουμε μια κάποια εξοικείωση με την ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου και είναι δύσκολο για κάποιον της δικής μας γενιάς να μην έχει κάποια στιγμή διασταυρωθεί μαζί του ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, να μην έχει αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του στη στοχαστική του γλώσσα, σε όλη τη μακρά πορεία που υπηρετεί την ποίηση, η καινούρια συλλογή με την ήρεμη κατάφαση Επειδή έτσι γίνεται στον τίτλο δεν μας ξαφνιάζει. Απάντηση στην υποθετική ερώτηση «πώς γίνεται;» ή «πώς είναι δυνατόν να γίνεται;», η τελευταία αυτή συλλογή αρθρωμένη σε 20 και μία παραλλαγές μάς ξεναγεί σε ένα γνώριμο τοπίο: μέσα από μια σκηνοθετημένη άλλοτε μονοφωνία και άλλοτε πολυφωνία αντηχεί αντιφατικά η τάξη της αταξίας, η ειρηνευμένη απέναντι στην εξεγερμένη συνείδηση.
Στήνοντας φανταστικές στιχομυθίες πότε εις εαυτόν, πότε φανταστικούς διαλόγους με άλλους ποιητές συνοδοιπόρους, ο Ζαφειρίου ποιητής-φιλόσοφος και φιλόσοφος-ποιητής και σε αυτή του τη συλλογή με το σκοτεινό βάθος και τον κουβεντιαστό τόνο ξεσκεπάζει θεμελιώδη ερωτήματα μετακινώντας διαρκώς τα πιόνια και τα αγαπημένα πρόσωπα σε μια αόρατη σκακιέρα. Αν θα έπρεπε οπωσδήποτε να ορίσουμε τα όρια αυτής της σκακιέρας (πώς μπορεί άραγε να χωρέσει στις τρεις σελίδες μιας φιλολογικής παρουσίασης η γεωγραφία μιας ποίησης που αλλάζει θέσεις;), θα διακρίναμε τρεις βασικές οδοποιούς αρτηρίες: το πραγματικό στη θραυσματική του μορφή της ανάμνησης ή ο παιδικός εαυτός απέναντι στον καινούριο ενήλικα, το μη πραγματικό στο παρόν ή η σχέση με τον χρόνο και το ίδιο το σώμα του χρόνου, και τέλος, ανάμεσα σε αυτά τα ταξίδια οι ποικίλες πυξίδες της αναγνωστικής εμπειρίας.
Αυτός ο αυτοβιογραφικός τόπος που διαρκώς αναμετράται με το παρόν και το παρελθόν ζωντανεύει με όρους νεορεαλισμού κλείνοντας κύκλους και συμπληρώνοντας τα κενά μιας συνολικής ενατένισης. Έτσι, σε κάθε αναμέτρηση με τον χρόνο και το καινούριο πρόσωπό του στον καθρέφτη, η ανάμνηση ξεπροβάλλει ή μάλλον επιβάλλεται σαν φυσική εικόνα συμφιλίωσης και αποδοχής:
Για θυμήσου το βράδυ, λίγο μετά που είχε πέσει ο ήλιος·
καθισμένοι με τα πόδια να κρέμονται στο ακαγκέλωτο ακόμη μπαλκόνι
του πλαϊνού γιαπιού,
πόσο σπουδαίο ήταν που στο τζαμπαντάν χαζεύαμε τους Γενναίους του
Μπράνκαλεόνε
στο θερινό Άλεξ της γειτονιάς […]
Κι αν γυρέψαμε περισσότερα παραμύθια απ’ όσα μπορούσαμε να πιστέψουμε,
είναι που ο χωματόδρομος της Στρατηγού Μακρυγιάννη στρώθηκε με άσφαλτο
κι η υδροφόρα του Δήμου δεν κατάβρεχε πια
και το παλιό διώροφο του Σωτήρη δόθηκε αντιπαροχή·
[…] κι ενώ η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα-ένα τα παλιά της φαντάσματα,
για να γραφτεί απ’ τα καινούρια φαντάσματα ξανά […]
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ποιητής επιστρέφει στην παιδική του γειτονιά και στα δρομάκια πίσω από την Καμάρα. Κλεισμένοι στα ηρωικά τους τοπωνύμια οι δρόμοι με τα περήφανα ερείπια τους, απομεινάρια μιας ανθεκτικής αστυγραφίας ενεργοποιούν αντανακλαστικά στην ποίηση του Ζαφειρίου τη σχέση με το χώρο: μια σχέση ζωτική που ταυτίζεται με το βίωμα, με τις αρχετυπικές μορφές της μάνας ή του πατέρα. Ο ποιητής, μια παράξενη κατηγορία flâneur, επιστρέφει πεισματικά στα οικεία μονοπάτια στήνοντας διαρκώς σκηνές αποχαιρετισμών. Τα καινούρια φαντάσματα συνομιλούν με τα παλιά, οι παλιοί λογαριασμοί κλείνουν «επειδή έτσι γίνεται» και οι φίλοι μάς συντροφεύουν για πάντα, όπως μας συντροφεύουν και μας στοιχειώνουν απότομα και ακαριαία εικόνες αποχωρισμού (είναι σπαρακτική η εικόνα της μάνας, «μπερδεμένη στο κρεβάτι του αξονικού με την καινούρια νυχτικιά και το νου να χάνεται λίγο-λίγο στις λευκές φυλλωσιές του»).
Ο Ζαφειρίου μιμείται το ακαριαίο μιας εσωτερικής όρασης που τον συμφιλιώνει με τα πράγματα, με τον Χρόνο, τη φθορά, αλλά και όλα αυτά που, όταν παραμένουν ανομολόγητα, καταδυναστεύουν το σώμα και την ψυχή.
Η ανάμνηση δεν λειτουργεί εδώ ως νοσταλγική φυγή ή ως παθητική υποχώρηση στο παρελθόν, αλλά ως ενεργητική δύναμη επούλωσης: επιστρέφει για να ολοκληρώσει εκείνο που ο χρόνος άφησε μισοτελειωμένο, για να δώσει μορφή σε ό,τι η ζωή άφησε ακατέργαστο. Είναι αυτή που μετατρέπει τη ρήξη σε συνέχεια, που κάνει το παρελθόν όχι βάρος αλλά θεμέλιο — ένα θεμέλιο πάνω στο οποίο το ώριμο εγώ μπορεί επιτέλους να σταθεί χωρίς να χάσει τον παιδικό εαυτό του. Γιατί η συμφιλίωση με το παρελθόν δεν είναι στον Ζαφειρίου συναισθηματικό κατόρθωμα ή λυτρωτική χειρονομία, αλλά σχεδόν οντολογική αναγκαιότητα: δεν υπάρχει παρόν χωρίς να έχει κανείς κοιτάξει κατάματα αυτό που τον καθόρισε ως παρελθόν.
Διαδρομή στα μέσα σύνορα
Κοιτάζοντας κατάματα αυτό που πέρασε, σε μια εναγώνια συστροφή, ο ποιητής χαράζει τη διαδρομή στα μέσα σύνορα, οριοθετώντας τα όρια της φθαρτότητας και του πόνου. Ό,τι χωρίζει το σώμα από την ψυχή, ό,τι χαράζει την ψυχή και εγγράφεται διαγνωστικά στο σώμα σε μια μυστική συνεννόηση γίνεται για τον Ζαφειρίου ένα είδος νοητικού χάρτη:
είναι που όταν σ’ επισκέπτεται ο φόβος
και αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,
δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου
μα εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό·
Επειδή έτσι γίνεται κι ό,τι σου κρύβει η ψυχή απ’ το σώμα σου
είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει,
κι ό,τι σου φανερώνει, το δοσμένο από εκείνο που σ’ έχει κυριεύσει,
σου το κλέβει αυτό που σου μένει αφανέρωτο,
αυτό το αφανέρωτο, που σ’ έχει κυριεύσει πιο πολύ. […]
Με τους όρους μιας σκληρής διαύγειας, ο ποιητής συμμαχεί με τα φαντάσματα του παρελθόντος για να αναμετρηθεί με το πιο ανίκητο από όλα, το φάντασμα της τρωτότητας και της φθοράς. Εδώ, ανατρέποντας τους κανόνες της εξομολογητικής παράδοσης, ο Ζαφειρίου μιμείται το ακαριαίο μιας εσωτερικής όρασης που τον συμφιλιώνει με τα πράγματα, με τον Χρόνο, τη φθορά, αλλά και όλα αυτά που, όταν παραμένουν ανομολόγητα, καταδυναστεύουν το σώμα και την ψυχή. Με τη δυναμική του «έτσι γίνεται» ο ποιητής συμφιλιώνεται με τον θόρυβο γύρω του, με την αλήθεια και τα χίλια της πρόσωπα, με «το τέρας που δοξάζει τη λύπη του έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει, είναι αυτό που μπορεί να συμβεί». Χτίζοντας εικόνες μέσα από τα αντίθετά τους, με μια τεχνική που δεν αφήνει κανένα σχήμα να σταθεί ακίνητο -το μεγεθύνει ή το συρρικνώνει, αλλάζει τις συντεταγμένες του, το φορτίζει με νέα αισθητηριακά δεδομένα- ο ποιητής απαντά στην παθητικότητα απέναντι στον χρόνο και το μη αναστρέψιμο με ένα μάθημα αισιοδοξίας.
Έτσι, ο ποιητής καταλήγει στο πιο ζωτικό από όλα τα ερωτήματα: αναδιπλώνοντας την αόρατη σκακιέρα στον εαυτό της, ο ποιητής δεν κινεί πια τα πιόνια: γίνεται και πιόνι και σκακιστής και οδός και οδοιπόρος σε μια χειρονομία που δεν λύνει το αίνιγμα της ταυτότητας αλλά το κάνει να αντηχεί.
Γιατί το μη αναστρέψιμο, αυτό που δεν γυρίζει πίσω, αυτό που δεν διορθώνεται είναι ο πραγματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο οργανώνεται η ποιητική του Ζαφειρίου. Δεν πρόκειται για παραίτηση ούτε για στωική αποδοχή: πρόκειται για κάτι πιο δύσκολο και πιο βαθύ, για τη συνειδητή επιλογή να ζυμωθεί κανείς μέσα στην απώλεια χωρίς να την αρνηθεί, να αφήσει το πένθος του χρόνου να διαρρεύσει στη γλώσσα χωρίς να το εξουδετερώσει με το νόημα. Η συμφιλίωση δεν έρχεται ως λύση αλλά ως στάση: η συνείδηση που λέει «έτσι γίνεται» δεν κλείνει απλώς έναν λογαριασμό, μαθαίνει να κρατά ανοιχτό εκείνο που δεν μπορεί πλέον να αλλάξει, και εκεί ακριβώς, σε αυτή την ανοιχτή πληγή, βρίσκει την ισορροπία της.
Βασικό εργαλείο γι αυτή την ισορροπία είναι η ποίηση, η λογοτεχνία και το Μέγα Δάσος της, αυτός ο μαγικός τόπος που συναντά κανείς τους ήρωές του, αυτός που έντυσαν στιγμές αυτοσυνειδησίας και λειτούργησαν αποκαλυπτικά για τη μοίρα του ανθρώπου: ο κάπταιν Έιχαμπ από τον Μόμπι Ντικ, ο Ακάκιος Ακακίεβιτς από το Παλτό του Γκογκόλ ή ο άδολος πρίγκιπας Λέοντας Νικολάγεβιτς από τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Τα ονόματά τους ηχούν σχεδόν λατρευτικά μέσα στο ποίημα δημιουργώντας μια ιερή πινακοθήκη όπου σέρνοντας ο καθένας το ιδιαίτερο πεπρωμένο του φανερώνουν το παλίμψηστο της λογοτεχνικής μνήμης.
Πιόνι και σκακιστής, οδός και οδοιπόρος
Ανάμεσά τους, σπαράγματα από την ορθόδοξη λατρεία παίζουν με την εσωτερικότητα μιας ιδιωτικής προσευχής: στους κώδικες μιας ειρηνευμένης συνείδησης, στην ποίηση της συμφιλίωσης και της αποδοχής ο Ζαφειρίου αντιστρέφει τις βεβαιότητες επιστρέφοντας στα σύμβολα που του είναι οικεία και επανέρχονται σταθερά στον ποιητικό του λόγο: από τα δασωμένα τοπία της Βάλια Κάλντα έως τις πεδιάδες των Φιλίππων και τα ηλιοτρόπια της Δράμας, ο ποιητής θέτει διαρκώς το ερώτημα «κι ούτε που ξέρω τι σημαίνει είμαι εκείνος εγώ, / πλάνητας ξένος ή έγχωρος· κι ούτε που ξέρω/ αν είμαι εγώ ο καθ’ οδόν/ ή εγώ η οδός όπου πλανιέται ο ξένος».
Έτσι, ο ποιητής καταλήγει στο πιο ζωτικό από όλα τα ερωτήματα: αναδιπλώνοντας την αόρατη σκακιέρα στον εαυτό της, ο ποιητής δεν κινεί πια τα πιόνια: γίνεται και πιόνι και σκακιστής και οδός και οδοιπόρος σε μια χειρονομία που δεν λύνει το αίνιγμα της ταυτότητας αλλά το κάνει να αντηχεί.
Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει σε αυτή τη συλλογή να μένει όχι η κατάληξη αλλά η χειρονομία, το τυχαίο νεύμα της Ζωής στο τραπεζάκι με το άγαλμα του Πεσσόα: η ποίηση δεν εξηγεί τον κόσμο, τον επιστρέφει στον αναγνώστη της λίγο πιο ανεκτό, λίγο πιο κατοικήσιμο.
Και όταν στη Λισαβώνα το 2004 στο καφέ A Brasileira συναντά ο ποιητής-οδός και ποιητής-οδοιπόρος τον Φερνάντο Πεσσόα στα πολλαπλά του είδωλα καθρεφτίζονται οι κατακερματισμένοι εαυτοί και τότε αναρωτιέται ξανά και ξανά πώς γεμίζει η ποίηση «εαυτούς και ονόματα» και μέσα σε αυτό τον καταιγισμό μόνον η φωνή της Ζωής «λίγο ψηλότερα το χέρι σου» μας επιστρέφει στη μαγική χημεία της πραγματικής ζωής.
Το Επειδή έτσι γίνεται είναι, τελικά, μια συλλογή που έχει κερδίσει το δικαίωμα της ωριμότητας, όχι γιατί έχει βρει απαντήσεις, αλλά γιατί έχει μάθει να κατοικεί μέσα στα ερωτήματα χωρίς να τα βιάζει. Με τους όρους που ο Jankélévitch περιέγραψε ως conscience apaisée [ειρηνευμένη συνείδηση]1 ο Ζαφειρίου δεν αποσιωπά τον πόνο, τη φθορά, το μη αναστρέψιμο: τα αφήνει να καρποφορήσουν στη γλώσσα του χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα, χωρίς να απαιτήσει λύτρωση. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει σε αυτή τη συλλογή να μένει όχι η κατάληξη αλλά η χειρονομία, το τυχαίο νεύμα της Ζωής στο τραπεζάκι με το άγαλμα του Πεσσόα: η ποίηση δεν εξηγεί τον κόσμο, τον επιστρέφει στον αναγνώστη της λίγο πιο ανεκτό, λίγο πιο κατοικήσιμο. Επειδή έτσι γίνεται. Αν έτσι νομίζετε.
* Η ΜΑΡΘΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ είναι φιλόλογος και συγγραφέας.
1 Vladimir Jankélevitch, Ηθική φιλοσοφία. Το βάρος της συνείδησης, μτφρ. Θανάσης Παπαδόπουλος, πρόλ. Στέφανος Ροζάνης, Αθήνα, Ψυχογιός, 2003.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Σταύρος Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δεκαεπτά ποιητικά βιβλία του, με πιο πρόσφατο το Επειδή έτσι γίνεται (2026). Δημοσιεύει επίσης κριτικά κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες καὶ στὰ ἀραβικά. Στη Γαλλία κυκλοφορούν τα βιβλία του: Προς τα πού – Μια πολεμική ιστορία (Vers Où – Une histoire de guerre), Δύσκολο (Difficile) και Τα φυσικά πράγματα (La Physique), ενώ στην Ιταλία έχουν εκδοθεί οι ανθολογίες ποιημάτων του: Giusto per non dementicar la lingua και Quanto il rumore della vita teme la propria eco και το ποιητικό βιβλίο του Προς τα πού – Μια πολεμική ιστορία.

To 2023 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι. Τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού Ο Αναγνώστης για το βιβλίο του Προς τα πού – Μια πολεμική ιστορία.
























