
Για την ποιητική συλλογή «Ασωτία» του Παναγιώτη Κερασίδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Στην κεντρική εικόνα, το έργο της Δάφνης Αγγελίδου (Crossings, 2011) που κοσμεί το εξώφυλλο.
Γράφει η Άννα Αφεντουλίδου
Ο Παναγιώτης Κερασίδης έχει μια σταθερή πορεία στα γράμματα εδώ και 40 περίπου χρόνια. Τα βιβλία του, με μικρό σχετικά αριθμό ποιημάτων, και με αρκετή χρονική απόσταση ανάμεσά τους, διαπιστώνουμε ότι είναι επεξεργασμένα με φροντίδα και σχολαστική επιμονήˑ φροντίδα ενός ποιητή που η συγγραφική του φύση τον οδηγεί σε μια τελειοθηρική τάση αφαίρεσης. Και ενώ τα βιβλία του έχουν την αρθρωτική συγκρότηση μιας ενιαίας σύνθεσης, ωστόσο οι στίχοι του, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν σημαντικό βαθμό αυτονομίας και λειτουργούν ως αυτοτελή συστήματα με έναν σχεδόν αποφθεγματικό τρόπο. Το 8ο βιβλίο του εκδόθηκε το 2025 με τίτλο Ασωτία από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Και με άλλη αφορμή (για τις ανάγκες του αφιερώματος στην ποίηση του Κερασίδη που επιμελήθηκα στο περιοδικό Εμβόλιμον) έχω αναφερθεί στους πυρήνες του ποιητικού αυτού έργου, τα σταθερά θέματα που απασχολούν τον ποιητή και τα οποία επανεμφανίζονται κάθε φορά σε μια νέα βαθμίδα, θέματα που, όπως έχω σημειώσει, «ενώ σπαράσσονται από συναισθήματα φλέγοντα, δεν αφήνουν τη συγκίνηση να διαρρήξει την επιφάνεια ενός καλά επεξεργασμένου μορφολογικά συστήματος».
Στο νέο αυτό βιβλίο τα ίδια θέματα, πράγματι, επαναλαμβάνονται: Η αντίθεση σωματικής και νοητικής υπόστασης, η ενατένιση του θανάτου ως ενός ανερμήνευτου θαύματος, η έλλειψη οριστικών και κοινών απαντήσεων στα θεμελιώδη ερωτήματα της ζωής, η σωματική επιθυμία ως ένας αγώνας με οντολογική σχεδόν διάσταση, η ποιητική έκφραση ως ένα ολιστικό βίωμα, όπου το σώμα, η ψυχή και ο νους συμμετέχουν ως ένα αδιάσπαστο ον.
Στη σαραντάχρονη πορεία του ο ποιητής παραμένει παθιασμένα συνεπής στην ίδια επίμονη γραμμή ανάπτυξης.
Ωστόσο τα παραπάνω θέματα μεταλλάσσονται στα ποιήματα αυτά σε ένα άλλο επίπεδο. Ανάμεσα στις έννοιες-κλειδιά -εκτός από τις κυρίαρχες ως τώρα: σώμα, απουσία, ουτοπία, ενηλικίωση- προστίθενται η ασωτία αλλά και ο νόστος, η εξορία αλλά και η θυσία. Στη σαραντάχρονη πορεία του ο ποιητής παραμένει παθιασμένα συνεπής στην ίδια επίμονη γραμμή ανάπτυξης. Εξάλλου, εκείνο που προσφέρει νόημα δεν είναι παρά το σταθερό και αενάως επαναλαμβανόμενο σχήμα της ίδιας περιπέτειας:
Όχι τίποτ’ άλλο
αλλά η επανάληψη ενίοτε δονεί την ακινησία.
Ανάβει τη σπίθα του βράχου στην ερημιά του. (σ. 13)
Το σώμα φέρει μέσα του το αντίπαλο δέος της ίδιας του της ύπαρξης. Όσο κι αν ο άνθρωπος παρασύρεται από τη ναρκισσιστική πίστη στη δύναμη ή την αυτάρκειά του, η επιθυμία για κάτι πέρα από αυτά δεν του επιτρέπουν να αναπαυθεί. Η απουσία λειτουργεί ως υποκινητής της βούλησης και των επιθυμιών μας, η οποία διεκδικεί το σώμα αλλά και το αντιμάχεται, επιδιώκοντας να το οδηγήσει προς μια μορφή αθανασίας.
Μέσα από μια τέτοια ανάλογη πορεία προχωρά η ποίηση: τρέφεται και αναμασά το σώμα που υπήρξαμε και που εξακολουθούμε να είμαστε, έως ότου αναδυθεί το πνευματικό του ίχνος...
Μ’ αυτόν τον τρόπο η ιδέα της αθανασίας συνδέεται με την έννοια της απουσίας, η οποία προσφέρει στο σώμα δύναμη, ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επομένως, η απουσία φαίνεται να προσδίδει στο σώμα μια πνευματική διάσταση. Μέσα από μια τέτοια ανάλογη πορεία προχωρά η ποίηση: τρέφεται και αναμασά το σώμα που υπήρξαμε και που εξακολουθούμε να είμαστε, έως ότου αναδυθεί το πνευματικό του ίχνος, δηλαδή η ουσία της ποίησης που είναι μια αδιάκοπη απόσταξη εμπειριών και λέξεων. Είναι η προσφορά του ποιητή, μια μορφή «θυσίας» στο όνομα της τέχνης, όπου η σιωπή λειτουργεί ως μια δεύτερη γλώσσα, που γεφυρώνει την υπερβολή των νοημάτων και των συναισθημάτων.
Στην ποίηση, η σιωπή όπως και η ουτοπία δίνουν ζωή στις λέξεις, καθιστώντας το αδύνατο χειροπιαστό. Κι αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή νίκης - μια «ένδοξη ήττα».
Αντιλαλεί το βέλος στην ατέρμονη εκτροχιά του
λέξεις, κραυγές, θραύσματα,
αντίδωρα σιωπής που δίνονται στο σώμα
στη μάχη του με την ένδοξη ήττα,
γιατί ήττα άδοξη δεν υπάρχει,
που να χτυπιόμαστε κάτω
νικητές και ηττημένοι όλη νύχτα. (σ.14)
Ο νόστος εκφράζεται ως επιθυμία επιστροφής από την εξορία ή την ξενιτιά, σε μια κατάσταση όπου η επιθυμία ζει στην ανοιχτή δυνατότητα της ύπαρξης ως αρχέγονης φυσικής κατάστασης, που ταυτίζεται με την ίδια τη φύση της ποίησης, δηλαδή με τον αγώνα υπέρβασης της ύπαρξης και των δεσμεύσεών της.
Παρωδία νόστου
να επιστρέφεις με φουσκωμένα πανιά
χωρίς κατάρτι σάρκας
στον τόπο όπου εξοστρακίζεται
η σφαίρα του πόθου στην αφιλόξενη αγκαλιά της ποίησης (σ. 33)
Εκεί όπου η γλώσσα ζούσε χωρίς την αγωνία του καθορισμού της, στη φυσική κατάσταση του βράχου, του κυπαρισσιού, του ανέμου, του ζώου που ζει χωρίς ίσως την ανάγκη του τοξοβόλου ή του τόξου, για να νικήσει τη σιωπή, γιατί η σιωπή δεν ήταν αγώνας για την αθανασία, εμπεριείχε τη γαλήνη της ανυπαρξίας, δηλαδή μιας απόλυτης απουσίας.
Κι αν φεύγεις επειδή σηκώνεται αέρας
φουσκώνει τα πανιά σου
και παίρνει τα μυαλά σου
στο ταξίδι αυτό που το θέλεις χωρίς επιστροφή –
Κι αν κι αν κι αν
η τύχη σού τάζει γλυκά
και η ξενιτιά σ’ τα τρώει –
Τούτο προσπάθησε μόνο
προσπάθησε πάλι, προσπάθησε κι άλλο.
Άσ’ το να φύγει σαν πεπρωμένο.
Να σε κυνηγάει σαν κάτι άλλο. (σ.21)
Σ’ αυτό το βιβλίο η ερωτική διάσταση υποχωρεί και η σωματική ύπαρξη υπογραμμίζεται μέσα από τις βασικές λειτουργίες της πείνας και της δίψας, της σιωπής και του λόγου, του ταξιδιού που μας επιστρέφει πίσω στην κατάσταση της αρχικής αθωότητας ή στην ιδεατή κατάσταση της απόλυτης ύπαρξης, κάτι που μπορεί να μην υπήρξε ρεαλιστικά ποτέ, αλλά το θεωρούμε πως είναι η αρχέγονη κοίτη μας, η ασωτία ως μία άλλη χαμένη Εδέμ, που με όλα μας τα ένστικτα και με όλα μας τα πάθη αναζητούμε για να χαθούμε εντός της ή για να υπάρξουμε.
Μέχρι τότε ασκείσαι στον έλεγχο της αναπνοής σου
στα δρομάκια της ποίησης πριν γίνει τέχνη,
μήπως μπορέσεις να ανακαλέσεις
τη σωματική σου ανάγκη για ξόδεμα,
μήπως μπορέσεις να εκδώσεις
την άδεια της φυγής σου
να συνθέσεις τη φούγκα της ασωτίας σου
με πολυφωνικές ριπές νόστου. (σ. 31)
Κάτι σαν την Πολιτεία του Πλάτωνα στην οποία, ως ποιητές, θέλουμε διαρκώς να επιστρέψουμε, παρόλο που γνωρίζουμε ότι ποτέ δεν υπήρξε, αναζητώντας εκεί τη γαλήνη. Και γι’ αυτό ίσως καλύτερα που κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, μια που εκείνη η ακινησία θα γινόταν το οριστικό μας τέλος. Γιατί το σημείο μηδέν όπου θα έχουμε αγγίξει την τελειότητα δεν θα μας κάνει αθάνατους, αλλά σαν μια μαύρη τρύπα θα μας απορροφήσει.
Ταΐζοντας μέρα και νύχτα την ασωτία
που συνεχίζει να σε τρέφει
και δυναμώνει την ανάγκη του νόστου για νέα πατρίδα
χωρίς συντρόφους, χωρίς έρωτες να σε συγκρατούν
στα ανθισμένα βράχια των Κυκλάδων, της Μάνης, της Ηπείρου.
Περαστικός που ξέμεινες γυμνός
να ποτίζεις αγριολούλουδα.
Να τα ποτίζεις με το αίμα σου.
Με τους χυμούς της γλώσσας
να στάζει τους όρκους της.
Να στάζει τους πόνους της
ανυπόμονο ζώο που θυμάται.
Ζώο άσωτο που περιφέρεται γύρω από τον εαυτό του
μέχρι να βρει την ευθεία του.
Να το συνθλίψει η αθανασία του. (σ. 46)
Ο Παναγιώτης Κερασίδης κατορθώνει να κάνει κάτι που σήμερα λίγοι ποιητές -για πολλούς λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε- κατορθώνουν: να συνθέσει μια υπαρξιακή στοχαστική-φιλοσοφική ποίηση που δεν απογυμνώνεται από τη συγκινησιακή της υγρασία, που δεν παραιτείται από τον ρυθμικό βηματισμό της. Μια ποίηση δηλαδή με έντονη σωματικότητα που δεν αφίσταται από τη θερμή αναπνοή «του δαμασμένου πάθους», η οποία στοιχειώνει διαχρονικά τον γνήσιο ποιητικό λόγο ως βαθιά επιθυμία και ως τελικός σκοπός.
* Η Άννα Αφεντουλίδου είναι κριτικός λογοτεχνίας και ποιήτρια.





















