
Για την ποιητική συλλογή της Χαριτίνης Ξύδη «Κουταλάκια» (εκδ. Μετρονόμος). Εικόνα: Πίνακας της Λίζα Λου, "Kitchen" (1999).
Γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα
Το νέο βιβλίο Κουταλάκια της Χαριτίνης Ξύδη (εκδ. Μετρονόμος, 2025) συγκροτεί έναν συγγραφικό χώρο όπου η καθημερινή χειρονομία μετατρέπεται σε πηγή στοχασμού και εσωτερικής παρατήρησης. Μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο, κάπου στα Άνω Πατήσια στην Αθήνα, σε έναν νεροχύτη μπροστά, η συγγραφέας πλένει τα κουταλάκια που έκλεψε από καφετέριες, εστιατόρια και μπαρ. Καθαρίζοντας τα λάφυρα της, η συγγραφέας τακτοποιεί σκέψεις και συναισθήματα, που αποτελούν μικρά στίγματα της καθημερινότητας της και συγκροτούν το παλίμψηστο της ιδιοσυγκρασίας της.
Η θέα στις ταράτσες των πολυκατοικιών, η επαναληπτική κίνηση του πλυσίματος και η συνεχόμενη ροή του νερού, γίνονται αφορμή για μια ροή σκέψεων που απλώνεται σε μνήμη, επιθυμία και υπαρξιακή εγρήγορση ενόσω η πόλη αποκτά σχεδόν μυθική διάσταση και λειτουργεί ως ζωντανός συνομιλητής. Τα υβριδικά αυτά σύντομα κείμενα του βιβλίου, κινούνται ανάμεσα στην ποίηση και το απόφθεγμα, το ποιητικό πεζό και την ημερολογιακή καταγραφή, κάτι σαν προσωπική εξομολόγηση, που όμως προσφέρει στον αναγνώστη και την αναγνώστρια την αίσθηση μιας οικίας όσο και κοινής μνήμης.
Από το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο κιόλας του βιβλίου, από τις φωτογραφίες του Δημήτρη Δερζέκου, ο αναγνώστης/η αναγνώστρια συναντά μια εικόνα βαθιά ριζωμένη στη συλλογική μνήμη: το κουταλάκι φέρει μαζί του ένα ολόκληρο σύμπαν συμβολισμών της παράδοσης, όπου συνδέεται, ως μικρό αντικείμενο οικιακής χρήσης, με τη φιλοξενία, το μοίρασμα, τη φροντίδα, την τελετουργία του καφέ και τη ρυθμική επανάληψη της καθημερινότητας. Είναι ένα αντικείμενο που μετρά, ανακατεύει, προσφέρει· ένα εργαλείο μικρών χειρονομιών μέσα από τις οποίες συγκροτείται η εμπειρία του «μαζί» και του «μοιράσματος».
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το κουταλάκι αποκτά διττή υπόσταση: παραμένει αντικείμενο της λαϊκής κουλτούρας και ταυτόχρονα μετατρέπεται σε ποιητικό όργανο μέτρησης της ύπαρξης.
Η προμετωπίδα του βιβλίου με την φράση του Τ.Σ. Έλιοτ «Μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ» λειτουργεί ως κλειδί ανάγνωσης, μεταφέροντας το οικείο αντικείμενο από τον χώρο της καθημερινής πρακτικής στο πεδίο της υπαρξιακής αποτίμησης. Το κουταλάκι γίνεται μονάδα χρόνου και μνήμης, σύμβολο της αθροιστικής εμπειρίας που συγκροτεί μια ζωή μέσα από επαναλαμβανόμενες πράξεις. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το κουταλάκι αποκτά διττή υπόσταση: παραμένει αντικείμενο της λαϊκής κουλτούρας και ταυτόχρονα μετατρέπεται σε ποιητικό όργανο μέτρησης της ύπαρξης. Η υλικότητα του παραπέμπει στη χειροπιαστή διάσταση της ζωής, ενώ η επανάληψη της χρήσης του υπαινίσσεται τη διάρκεια, τη μνήμη και τη σιωπηλή καταγραφή του χρόνου. Έτσι, το μικρό αυτό αντικείμενο αναδεικνύεται σε φορέα μιας ήσυχης σοφίας που διαπερνά την καθημερινή εμπειρία και τη μετατρέπει σε πεδίο νοήματος.
Το μικρό και οικείο ως φορέας φιλοσοφικής βαρύτητας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοσοφίας της Ξύδη οι παρακάτω στίχοι: «Κουταλάκια/ ακριβείς και άριστοι δοσομετρητές/ της πίκρας και της λαγνείας» (σ. 11) ή «Το μέτρο και τον διαχειρισμό/ των πιο βάρβαρων καταστάσεων/ μου τον δίδαξαν τα κουταλάκια του καφέ/ τα δημοτικά τραγούδια και η πόκα» (σ. 84), απ’ όπου αναδύεται μια καθαρά υπαρξιακή ποιητική της μικρής πράξης, και όπου το καθημερινό αντικείμενο μετατρέπεται σε όργανο αυτογνωσίας και μέτρησης της ανθρώπινης εμπειρίας.
Μέσα από αυτές τις συνθέσεις, η Ξύδη διαμορφώνει μια ποιητική της επιβίωσης όπου το νόημα γεννιέται από τη συνεχή διαπραγμάτευση με την πραγματικότητα.
Το κουταλάκι, ως στοιχειώδης μονάδα μέτρου, αποκτά συμβολική λειτουργία: γίνεται το εργαλείο με το οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να υπολογίσει την ένταση της πίκρας και της επιθυμίας, να ορίσει δηλαδή τα όρια της συναισθηματικής του έκθεσης μέσα στον κόσμο. Η έννοια του μέτρου λειτουργεί εδώ ως υπαρξιακή αρχή. Η εμπειρία δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη ένταση αλλά ως κάτι που απαιτεί διαχείριση, επίγνωση και εσωτερική πειθαρχία. Η αναφορά στις «βάρβαρες καταστάσεις» εισάγει το πεδίο της οριακής εμπειρίας, εκεί όπου το υποκείμενο καλείται να συγκροτήσει νόημα μέσα σε συνθήκες αστάθειας. Η γνώση αυτή δεν προέρχεται από θεωρητικά σχήματα αλλά από πρακτικές της καθημερινής ζωής: το τελετουργικό του καφέ, τη συλλογική μνήμη των δημοτικών τραγουδιών, τη στρατηγική και το ρίσκο της πόκας.
Μέσα από αυτές τις συνθέσεις, η Ξύδη διαμορφώνει μια ποιητική της επιβίωσης όπου το νόημα γεννιέται από τη συνεχή διαπραγμάτευση με την πραγματικότητα. Το μικρό και οικείο γίνεται φορέας φιλοσοφικής βαρύτητας, ενώ η γλώσσα, λιτή και αποφθεγματική, καταγράφει την προσπάθεια του υποκειμένου να κατοικήσει τον κόσμο με επίγνωση των ορίων και των παθών του. Έτσι, υπό μια φαινομενολογική προοπτική, το κουταλάκι λειτουργεί ως αντικείμενο πρόθεσης που αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η συνείδηση συγκροτεί νόημα μέσα από τη χρήση και την επανάληψη, κάτι που θα μπορούσε να βρίσκεται και σε διάλογο με τη σκέψη του Γερμανού φιλοσόφου Edmund Husserl όπου το βίωμα θεμελιώνεται στη σωματική εμπλοκή με τον κόσμο.
Η τεχνική της παραφθοράς
Στη συλλογή της Κουταλάκια η Χαριτίνη Ξύδη αξιοποιεί τη τεχνική της παραφθοράς ως μια μορφή διακειμενικού διαλόγου, μετατοπίζοντας γνωστές φράσεις σε ένα νέο υπαρξιακό και ποιητικό πλαίσιο. Οι αναφορές λειτουργούν ως ίχνη μνήμης που ενεργοποιούν ένα ήδη φορτισμένο σημασιολογικό πεδίο, το οποίο η Ξύδη επαναπροσδιορίζει μέσα από τη δική της θεματική οικονομία. Η παραλλαγή, για παράδειγμα, φράσης του Ανδρέα Εμπειρίκου σε «Είμεθα όλοι εκτός του μέλλοντος μας», μετακινεί το αρχικό υπερρεαλιστικό άνοιγμα προς μια πιο υπαρξιακή αίσθηση αποστέρησης προοπτικής. Η διατύπωση υποδηλώνει μια εμπειρία χρονικής αποσύνδεσης, όπου το υποκείμενο βιώνει το μέλλον ως χώρο μη προσβάσιμο, εντείνοντας το αίσθημα ιστορικής και προσωπικής αβεβαιότητας. Ή σε διάλογο με την ποιητική της Κικής Δημουλά η φράση «Πολλή Ομόνοια για έναν άνθρωπο», ενεργοποιεί το γνώριμο «δημουλικό» μοτίβο της αστικής μοναξιάς. Η λέξη λειτουργεί ταυτόχρονα ως τοπωνύμιο και ως έννοια, δημιουργώντας ένα ειρωνικό φορτίο που σχολιάζει τη δυσανάλογη σχέση ανάμεσα στο άτομο και τον δημόσιο χώρο. Η παραφθορά ενισχύει την αίσθηση της υπαρξιακής υπερέκθεσης μέσα στο πλήθος.
Η εικόνα του «σφηνωμένου» σώματος παράγει μια εμπειρία εγκλωβισμού, όπου ο λόγος και η αναπνοή συναντούν τα όρια της έκφρασης.
Ενώ στην τρίτη παραφθορά, αυτήν τη φορά σε στίχους του Εδουάρδο Γκαλεάνο, «Δεν καταφέρνω να κοιμηθώ/ Έχω έναν άντρα σφηνωμένο στα βλέφαρα/ Αν μπορούσα θα του έλεγα να φύγει/ Μα έχω έναν άντρα σφηνωμένο στο λαιμό» η συγγραφέας μεταφέρει το σωματικό και συναισθηματικό βάρος της παρουσίας του «Άλλου» σε μια σχεδόν σωματοποιημένη γλώσσα. Η εικόνα του «σφηνωμένου» σώματος παράγει μια εμπειρία εγκλωβισμού, όπου ο λόγος και η αναπνοή συναντούν τα όρια της έκφρασης. Η Ξύδη αξιοποιεί την ένταση της αρχικής εικόνας για να αναδείξει την αδυναμία αποκοπής από το τραύμα της σχέσης. Συνολικά, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι οι παραφθορές εδώ, λειτουργούν ως μηχανισμός επανανοηματοδότησης που εντάσσει την ατομική φωνή της Ξύδη σε μια ευρύτερη ποιητική παράδοση, αναδεικνύοντας τη μνήμη της γλώσσας ως ενεργό πεδίο δημιουργίας.
Μεταμορφώνοντας το καθημερινό
Στο πλαίσιο της ποιητικής του καθημερινού, τα Κουταλάκια εγγράφονται σε μια πρακτική μικρο-εμπειρίας όπου το οικείο αντικείμενο αποκτά ποιητική ένταση μέσα από τη χρήση του. Μέσα από αυτή την οπτική, η επαναληπτική χειρονομία μετατρέπεται σε ποιητικό συμβάν που αποκαλύπτει τη λεπτή υφή της εμπειρίας και τη δυνατότητα νοήματος μέσα στην απλή καθημερινή πράξη. Ως καταληκτική χειρονομία, η συλλογή Κουταλάκια της Χαριτίνη Ξύδη αφήνει την αίσθηση μιας ποιητικής εμπειρίας που συνεχίζει να πάλλεται πέρα από την τελευταία σελίδα. Η πρωτοτυπία της γραφής της έγκειται στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο στοχαστικό βάθος και την απλότητα της καθημερινής εικόνας, σε μια γλώσσα που μετατρέπει το ελάχιστο σε φορέα νοήματος.
Η επιλογή να παραμένουν τα κείμενα χωρίς τίτλους ενισχύει αυτή την αίσθηση συνέχειας, δημιουργώντας μια ροή όπου ο αναγνώστης/η αναγνώστρια κινείται χωρίς σαφή όρια, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη μνήμη.
Η Ξύδη δεν επιδιώκει τη γραμμική αφήγηση αλλά μια διάχυτη εμπειρία ανάγνωσης, όπου κάθε απόσπασμα λειτουργεί ως αυτόνομος παλμός μέσα σε ένα ευρύτερο συναισθηματικό και νοηματικό σώμα. Η υβριδικότητα των κειμένων συγκροτεί ένα ανοιχτό πεδίο μορφών που αντανακλά τη ρευστότητα της εμπειρίας. Η επιλογή να παραμένουν τα κείμενα χωρίς τίτλους ενισχύει αυτή την αίσθηση συνέχειας, δημιουργώντας μια ροή όπου ο αναγνώστης/η αναγνώστρια κινείται χωρίς σαφή όρια, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη μνήμη. Η απουσία τιτλοφόρησης λειτουργεί ως πρόσκληση για μια πιο εσωτερική και διαισθητική ανάγνωση, απαλλαγμένη από προκαθορισμένες ερμηνευτικές κατευθύνσεις. Καθοριστική είναι και η διακειμενική υφή του βιβλίου. Οι σελίδες φιλοξενούν ηχώ από τη φωνή του Paul Celan, το τραγούδι της Τζένη Βάνου, τη ζωγραφική του Γιάννη Τσαρούχη και την ονειρική ευαισθησία του Marc Chagall, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό πολιτισμικό τοπίο, όπου διαφορετικές τέχνες και εποχές συνομιλούν δημιουργικά.
Τελικά, το βιβλίο ολοκληρώνεται ως μια ήσυχη αλλά επίμονη πρόταση για το πώς η ποίηση, ή καλύτερα να πούμε η γραφή, μπορεί να κατοικήσει το καθημερινό και να το μεταμορφώσει. Η ανάγνωση αφήνει μια αίσθηση εγρήγορσης και τρυφερότητας, μια αίσθηση φροντίδας, συγκίνησης και πνευματικής αντοχής. Η ρουτίνα μιας κίνησης, όπως είναι το πλύσιμο στον νεροχύτη ή το κλέψιμο από κουταλάκια (;), μετατρέπεται σ’ έναν πυρήνα γραφής που τροφοδοτεί την ευρύτερη αφήγηση.
Μετατρέπεται σε μια μικρή πράξη προσοχής απέναντι στον χρόνο και στις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, μετατρέπεται σε μια εμπειρία, ή καλύτερα σε μια ανθρώπινη πράξη, που πολλές φορές είναι ακατανόητη και αξεδιάλυτη. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει και ο ψυχαναλυτής της συγγραφέα, «κάποιες πράξεις» (όπως το να κλέβεις κουταλάκια, για παράδειγμα) «ασκούν ακατανίκητη και αρχαϊκή έλξη» πάνω μας και για αυτό πρέπει να παραμένουν ανεξήγητες και ανερμήνευτες, σαν ένα «χαρμόλυπο βέλος μιας κατακούταλης (sic) σφαλιάρας» («Σημείωση», σελ. 141).
* Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ είναι φιλόλογος, ποιήτρια και μεταφράστρια.
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Χαριτίνη Ξύδη γεννήθηκε στον Βόλο και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία. Κατά το παρελθόν έλαβε μέρος σε αποστολές ανασκαφών, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 15 βιβλία (ποιητικά, πρόζα και πεζά). Αρθρογραφεί, κατά καιρούς, σε έγκριτα λογοτεχνικά και μουσικά περιοδικά. Ποιήματα και κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Για εννέα χρόνια (2012-2021) ήταν μουσική παραγωγός, παρουσιάζοντας τη ζωντανή εκπομπή Fish & Mr Hiroshima, στο ραδιόφωνο του Αμάγκι, με αφιερώματα στο λαϊκό τραγούδι και στους δημιουργούς του. Σήμερα εργάζεται στο Πρωτοδικείο Αθηνών και ως επιμελήτρια κειμένων. Έχει συμμετάσχει στις ποιητικές ανθολογίες των εκδόσεων Μετρονόμος Σκοτεινός θάλαμος, 36 ποιητικές φωνές στα καρέ της Πένυ Δέλτα (2024) και στην ποιητική ανθολογία Είναι έρωτας (2025).























