Manos 700

Για τη συλλογή πεζών του Γιάννη Η. Παππά «Θαμπές ζωές» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Αράγη

Πεζογραφήματα [1] ὀνομάζει ὁ συγγραφέας τά 33 πεζά πού ἀπαρτίζουν τόν τόμο Θαμπές ζωές. Τά πεζά αὐτά ἔχουν δομή παραδοσιακή, διαρθρωμένη χρονολογικά, τά περισσότερα (25) σέ πρῶτο πρόσωπο καί τά λιγότερα (8) σέ τρίτο, εἴτε μέ ἀφηγητή ἐνδοκειμενικό, εἴτε μέ ἀφηγητή θεατή ἤ καί ἀκροατή. Ὡς πρός τήν ἔκταση ἔχουμε διαφορές, μέ τό μικρότερο («Τά λευκά δόντια») νά εἶναι μιάμιση σελίδα καί τό μεγαλύτερο («Ἡ τελευταία φωτογραφία») δεκαπέντε σελίδες. Γενικά εἶναι κείμενα μικρῆς ἔκτασης. Μερικά διαδραματίζονται στό χωριό ἀπό τό ὁποῖο κατάγεται ὁ πεζογράφος (Χαλκιάδες Ἄρτας), ἀλλά καί σέ ἄλλα μέρη πάντα σχεδόν σέ σχέση μέ τίς μετακινήσεις τοῦ συγγραφέα. Ἱστορίες θά λέγαμε τῆς ἐπαρχίας κατά τό πρότυπο τῆς παλιότερης ἠθογραφίας. Ἀλλά ὄχι. Θά ἐξηγήσω παρακάτω τή διαφορά.

Ἐδῶ καί εἴκοσι, εἰκοσιπέντε, χρόνια, ἡ Ἀθήνα ἔχει χάσει τά πρωτεῖα στή διηγηματογραφία, διατηρώντας τήν ὑπεροχή στό μυθιστόρημα. Πρόκειται γιά τή σημαντικότερη ἐξέλιξη πού πραγματοποιήθηκε τά χρόνια αὐτά στόν τομέα τῆς πεζογραφίας μας. Ἡ ἀλλαγή, κρίνοντας ὑστερόχρονα, θά ἔλεγα πώς προαναγγέλθηκε μέ τά διηγήματα τοῦ Δ. Χατζῆ. Ἀκολούθησαν οἱ διηγηματογράφοι Γ. Ἰωάννου, Ν. Χριστιανόπουλος, Η. Παπαδημητρακόπουλος, Χ. Μηλιώνης, Θ. Βαλτινός. Κι ἔπειτα ἄλλοι νεότεροι, (Π. Σφυρίδης, Τ. Καζαντζής, Μ. Κουγιουμτζῆ, Τ. Καλούτσας, Γ. Σκαμπαρδώνης, Σ. Κοψαχείλης ἀπό τή Θεσσαλονίκη, Β. Τσιαμπούσης ἀπό τή Δράμα, Π. Μάρκογλου, Κ. Χαρπαντίδης ἀπό τήν Καβάλα, Γ. Ἄτζακας ἀπό τή Θάσο, Γ. Καισαρίδης ἀπό τή Βέροια, Η. Παπαμόσχος ἀπό τήν Καστοριά, Α. Βαναργιώτης ἀπό τά Τρίκαλα, Σ. Δημητρίου ἀπό τή Θεσπρωτία, Ε. Κίτσιου ἀπό τήν Κόνιτσα, Δ. Πετσετίδης ἀπό τή Σπάρτη, Κ. Λογαρᾶς ἀπό τήν Πάτρα, Α. Ἀλεβίζος ἀπό τήν Καλαμάτα, Γ. Μανουσάκης ἀπό τά Χανιά, κ.ἄ.). Στή σερά αὐτῆς τῆς διηγηματογραφίας ἀπό τήν ἐπαρχία ἔρχεται τώρα νά πάρει θέση τό βιβλίο τοῦ Γ. Η. Παππᾶ.

Θέλω νά σημειώσω πώς οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας, δέν εἶναι πιά φτωχοί συγγενεῖς τοῦ κέντρου. Ἀντίθετα ἔχουν πολύ καλή παιδεία, γνωρίζουν τίς σύγχρονες τάσεις, καί δέν εἶναι ἀνυποψίαστοι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἀφηγηματικούς τρόπους. Ἐπιπλέον ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι εἶναι συνεχιστές μιᾶς λαμπρῆς διηγηματικῆς παράδοσης, ὅ,τι καλύτερο δηλαδή ἔχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα ὁ νεοελληνικός πεζός λόγος.

Θέλω νά σημειώσω πώς οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας, δέν εἶναι πιά φτωχοί συγγενεῖς τοῦ κέντρου. Ἀντίθετα ἔχουν πολύ καλή παιδεία, γνωρίζουν τίς σύγχρονες τάσεις, καί δέν εἶναι ἀνυποψίαστοι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἀφηγηματικούς τρόπους. Ἐπιπλέον ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι εἶναι συνεχιστές μιᾶς λαμπρῆς διηγηματικῆς παράδοσης, ὅ,τι καλύτερο δηλαδή ἔχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα ὁ νεοελληνικός πεζός λόγος. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς στό μυθιστόρημα, παρόλη τή σύγχρονη ὑπερπαραγωγή, ποιοτικά ἡ Ἑλλάδα δέν συγκρίνεται μέ ἄλλες δυτικές χῶρες. Ἐνῶ δέν μειονεκτεῖ σέ τέτοια σύγκριση στόν τομέα τῆς διηγηματογραφίας, ὅπως δέν μειονεκτεῖ ἐπίσης στόν τομέα τῆς ποίησης.

Τό ὑλικό τους οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας τό ἀντλοῦν ἀπό πέντε κυρίως πηγές. Ἀπό τόν τόπο τῆς καταγωγῆς τους, ἀπό τόν Ἐμφύλιο πόλεμο, ἀπό τήν μετεμφύλια συνέχεια, ἀπό τήν ἀστική μετατόπιση τοῦ ἐλληνικοῦ χωριοῦ, ἀπό τή μετανάστευση τῆς ὑπαίθρου πρός τά ἀστικά κέντρα τῆς χώρας καί πρός ἄλλες χῶρες (Εὐρώπη, Ἀμερική, Αὐστραλία, Σοβιετική Ἕνωση). Τελευταῖα καί ἀπό τή μετανάστευση ἀλλοεθνῶν πρός τήν Ἑλλάδα. Ἐννοεῖται πώς οἱ παραπάνω διηγηματογράφοι δέν εἶδαν μέ τό ἴδιο μάτι καί δέν ἄντλησαν στό ἴδιο ποσοστό τό ὑλικό τους ἀπό τίς πηγές αὐτές.

Στήν περίπτωση τοῦ πεζογράφου, στόν ὁποῖο ἀναφέρομαι ἐδῶ, ἐκτός ἀπό τόν τόπο τῆς καταγωγῆς του, προέχει ἡ ἀστική μετάπτωση τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ καί ἡ μετανάστευση. Ὁ Ἐμφύλιος καί ἡ συνέχεια, ἔχει μικρή συμμετοχή, ἀλλά ὄχι μικρῆς σημασίας.

Μιλώντας γιά τόν τόπο τῆς καταγωγῆς του καί τήν ἀστική μετατόπιση τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ, χρειάζεται νά εἰπωθεῖ πώς τά ἑλληνικά χωριά στήν εἰκοσαετία 1960-1980 παρουσίασαν σημαντική ἀλλαγή. Ἀπό τή στιγμή πού ἔφτασε σ᾿ αὐτά τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, τό νερό μέσα στά σπίτια καί τό αὐτοκίνητο ἀπέξω ἀπό τήν πόρτα, ἀπόκτησαν λουτροκαμπινέ, ψυγεῖο, ἠλεκτρική κουζίνα, θέρμανση, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κ.λπ. Ἀκόμα καί τά νέα σπίτια χτίστηκαν μέ βάση τό τσιμέντο καί ὄχι τήν πέτρα ὅπως παλιά. Μιά ἀλλαγή πού δέν ἄφησε ἀπείραχτη καί τήν πολιτισμική πλευρά τῆς χωριάτικης ζωῆς. Αὐτό τό πέρασμα τοῦ χωριοῦ ἀπό τή μιά κατάσταση στήν ἄλλη μᾶς τό δίνει ὁ Γ. Η. Παππᾶς μέ πολύ ἁδρό τρόπο. Εἶπα νωρίτερα πώς τό βιβλίο του θυμίζει τήν παλιότερη ἠθογραφία, ἀλλά ἡ παλιότερη ἠθογραφία, τοῦ τύπου λ.χ. τοῦ Α. Καρκαβίτσα, παρουσίαζε τή ζωή τοῦ χωριοῦ ὅπως ἦταν, ἀμετακίνητη. Σταθερή, ζηλευτή ἤ ὄχι, πάντως χωρίς νεωτεριστικές ἀλλαγές. Στούς διηγηματογράφους τῆς ἐπαρχίας, ὅπως καί στήν περίπτωση τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, ἔχουμε μιά κοινωνία σέ δυναμική κατάσταση – ὄχι σέ στατική· τήν ἑλληνική ὕπαιθρο σέ μεταβατικό στάδιο. Ἕνα στοιχεῖο πού διαχωρίζει τή νεότερη διηγηματογραφία ἀπό τήν παλιότερη τοῦ Ε. Ροΐδη, τοῦ Δ. Βικέλα, τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ, τοῦ Α. Καρκαβίτσα, τοῦ Α. Παπαδιαμάντη, κ.ἄ. Γιά τήν παλιότερη θά μποροῦσε νά μιλήσει κανείς, ἴσως ὄχι ἀκριβολογώντας, περί ἠθογραφίας. Μέ τή νεότερη ὡστόσο βρισκόμαστε μακριά ἀπό παρόμοιους χαρακτηρισμούς, καθώς ἡ ἀστική μεταβολή τῆς σύγχρονης ὑπαίθρου δέν βασίζεται στά ἐθιμοτυπικά δεδομένα τοῦ χωριοῦ. Στόν τόμο Θαμπές ζωές, ἔχουμε ἀρκετά κείμενα, πού δείχνουν, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, τό πέρασμα τοῦ παραδοσιακοῦ χωριοῦ πρός τήν ἀστική του ἐξέλιξη. Σημειώνω τά ἀκόλουθα. «Ἡ δερμάτινη μπάλα», «Δροσερά καλοκαίρια μιᾶς δροσερῆς ἐποχῆς», «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», «Ὁ ἀφορεσμένος», «Τό ραντεβοῦ πού δέν ἔγινε», «Λεμονιά ἡ... ποιήτρια», «Τά μπλέ παπούτσια», «Οἱ φίλοι μας τά ζῶα». Στό τρισέλιδο «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», λ.χ., ἀφοῦ γίνει λόγος γιά τή στερημένη καί σκληρή ζωή τοῦ χωριοῦ, μαθαίνουμε, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, πώς ὁ κόσμος ἀποπατοῦσε στή φύση. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί τά περισσότερα, ἄν ὄχι ὅλα, τά σπίτια δέν εἶχαν ἀπόπατους. Κάτι ὡστόσο πού ἀπόκτησαν, μέ διαταγή, τόν καιρό τῆς ἀπριλιανῆς δικτατορίας. Ἐνῶ «Τώρα ἔχουν ὅλοι τά ὡραῖα τους μπάνια...». Ὅμως τήν ἀλλαγή τοῦ χωριοῦ θά τή δοῦμε καί στό πεδίο τῆς νοοτροπίας, ἰδίως στήν ἀλλαγή πού συμβαίνει ἀνάμεσα στίς σχέσεις τῶν δύο φύλων – στήν κρίση τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Ἡ μετανάστευση, ἡ ἐσωτερική κυρίως, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική, συνοδεύει τήν πλειονότητα τῶν πεζῶν, καθώς συμμετέχει ὡς διηγηματικός ἱστός σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενα τοῦ τόμου.

Ἡ μετανάστευση, ἡ ἐσωτερική κυρίως, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική, συνοδεύει τήν πλειονότητα τῶν πεζῶν, καθώς συμμετέχει ὡς διηγηματικός ἱστός σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενα τοῦ τόμου. Ταυτόχρονα καί ἡ συνδετική γραμμή χωριοῦ πόλης καί ἀντίστροφα δηλώνεται ἤ ὑποδηλώνεται στήν πλειονότητα τῶν κειμένων. Ἔτσι δέν θά ἐπιμείνω σ᾿ αὐτό τό κοινό ἔδαφος τῆς ἀφήγησης, ἀλλά σέ ὁρισμένες εἰδικότερες πλευρές της, στίς ὁποῖες τό μεταναστευτικό ἔδαφος δέν παύει νά ᾿ναι λίγο πολύ παρόν.

Ἕνας ἀριθμός πεζογραφημάτων ἀνήκει στήν κατηγορία πού θά τήν ἔλεγα σκίτσα προσωπογραφιῶν. Σ᾿ αὐτά, μέσα σέ λίγες σελίδες, ὁ συγγραφέας μᾶς δίνει τά βασικά χαρακτηριστικά ὁρισμένων ἀτόμων. Ὁρισμένων μέ τήν ἔννοια τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ καθένα, χωρίς νά ἔχουν κοινές ἐπιδιώξεις ἤ κοινούς προσανατολισμούς. Ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀκολουθοῦν τό μοναχικό ἄστρο τους μέ δυσανάλογη σχέση ἀνάμεσα στίς ἐπιθυμίες τους καί στά ἀποτελέσματα. Πρόκειται γιά ἄτομα τῆς κοινωνικῆς περιφέρειας, μέλη ὡστόσο τοῦ κόσμου μας, μέ κοινωνικές προεκτάσεις, πού προκαλοῦν τό συγγραφικό ἐνδιαφέρον. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν τά κομμάτια πού ἐπιγράφονται, «Ἡ Βασίλω», «Ἡ Νίτσα μέ τ᾿ ὄνομα», «Ὁ “Γερμανός”», «Ὁ “Κορεάτης”», «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», «Μιά νύχτα μ᾿ ἕναν τραμποῦκο», «Ὁ “Δεκατριάρης”», «Ὁ τραβεστί μέ τό σκυλί», «Ὁ Μῆτσος ὁ χασικλής», «Ὁ δόκιμος καί ἡ “θείτσα”», «Τά λευκά δόντια», «Ὁ σερβιτόρος».

Ἄλλα δυό σημεῖα τοῦ βιβλίου πού τραβοῦν τήν προσοχή εἶναι τά ἑπόμενα.

Τό πρῶτο ἀφορᾶ τίς σχέσεις ἀνάμεσα στά δύο φύλα στό πλαίσιο τοῦ γάμου. Κάνει ἐντύπωση ἡ δυσαρμονία αὐτῶν τῶν σχέσων καί ἡ κατάληξή τους. Πρόκειται συνήθως γιά σχέσεις ἀνάγκης καί συνεπῶς ἀρκετά συμβατικές. Μιλώντας ἔτσι, ἔχω κατά νοῦ τά πεζά, «Ἡ Βασίλω», «Ἡ Νίτσα μέ τ᾿ ὄνομα», «Ὄχι μπροστά στό παιδί», «Γιά χάρη τῶν παιδιῶν». Μία ἀπό τίς συζητήσιμες πλευρές αὐτῶν τῶν κειμένων ἀφορᾶ τίς ἐξωσυζυγικές ἐρωτικές σχέσεις τῶν γυναικῶν, ἰδίως ὅταν μεταναστεύουν στήν πόλη. Κάτι πού δέν ὀφείλεται, καθώς πιστεύω, σέ κακῶς ἐννοούμενες φεμινιστικές ἰδέες, ἀλλά σέ ἀντίδραση στά καταπιεστικά ἤθη καί στή στερημένη ζωή τῆς ὑπαίθρου. Οἱ ἄντρες τους, πιστοί στά κεκτημένα δικαιώματά τους, μένουν σχετικά ἀμήχανοι, τελικά ὅμως ὁ συντηρητισμός τους τούς ὠθεῖ κάποτε μέχρι τή βία καί τό ἔγκλημα. Ὁ συγγραφέας δέν δίνει ἐξηγήσεις, δέν συζητάει τά γεγονότα, μόνο τά ἐκθέτει. Πράγμα θετικό γιά τήν ποιότητα τῶν κειμένων.

Τό δεύτερο σημεῖο ἀφορᾶ πάλι ὁρισμένα πεζά τοῦ τόμου. Σ᾿ αὐτά αἰωρεῖται ἕνα ἐρωτηματικό, σάν νά περιμένει ὁ ἀναγνώστης κάποια ἐξήγηση πού δέν δίνεται. Ἐννοῶ, πρῶτα, τά κείμενα πού ἐπιγράφονται, «Ἡ τελευταία συνάντηση», «Τό ραντεβοῦ πού δέν ἔγινε», «Τά μπλέ παπούτσια» καί «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», στά ὁποῖα μένει ἀναπάντητη ἡ τελική στιγμή. Ἡ ἀπάντηση βέβαια λανθάνει, ἀλλά ὁ συγγραφέας μένει κι ἐδῶ στά γεγονότα. Στό πρῶτο κείμενο, δυό νέοι πού σπουδάζουν ἀγαπιῶνται μέ πάθος. Στό τέλος τῶν σπουδῶν τους, λόγω τῶν συνθηκῶν, χωρίζουν παρά τή θέλησή τους. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο συναντιῶνται στίς διακοπές τους, κάνουν παθιασμένο κρεβάτι γιά κάμποσες μέρες καί μετά χωρίζουν γιά πάντα. Στό δεύτερο, ἕνας καθηγητής νεοδιορισμένος σέ χωριό, πού ὑπῆρχε γυμνάσιο καί λύκειο, εἰδοποιήθηκε ἀπό τούς συνάδελφούς του νά μή μπλέξει μέ μαθήτριες, γιατί αὐτό θά σήμαινε ὑποχρεωτικό γάμο. Ἔτσι πέρασε ἕνας χρόνος, ἄν καί μιά ὄμορφη, λυγερόκορμη, μαθήτριά του πολύ τήν λιγουρευόταν. Ἀλλά κι αὐτή τό ἴδιο. Τόν ἑπόμενο χρόνο ἡ κοπέλα ἀποφοίτησε. Τότε, μέ τή βοήθεια μιᾶς φίλης της, κατάφεραν νά βρεθοῦν κρυφά γιά λίγο. Ὅμως ἤθελαν νά συναντηθοῦν πιό ἄνετα καί συμφώνησαν νά πάνε στήν πόλη σέ ξενοδοχεῖο. Ὁ καθηγητής πῆγε καί περίμενε, ἀλλά ἡ κοπέλα δέν ἐμφανίστηκε κι ἔκτοτε στό χωριό ἀπόφευγε τόν καθηγητή. Στό τρίτο ἕνα πολύ φτωχό παιδί τῆς Β΄ γυμνασίου, ἀρκετά μοναχικό καί κάπως διαφορετικό, τράβηξε τήν προσοχή τῶν καθηγητῶν του. Μέ τήν ὑπόδειξη τῶν γονιῶν του οἱ καθηγητές τοῦ ἀγόρασαν κάτι πού ἐπιθυμοῦσε, ἕνα ζευγάρι μπλέ ἀθλητικά παπούτσια. Καί τά ᾿δωσαν στούς γονεῖς του, ὥστε νά μήν καταλάβει τό παιδί πώς ἦταν δῶρο. Τή μέρα πού τά φόρεσε ὁ Ἀπόστολος πῆγε στό σχολεῖο του «σκεπτικός καί συννεφιασμένος» καί κάποια στιγμή τόν βρῆκαν νά χτυπάει τήν πόρτα τῆς αἴθουσας μέ τά καινούρια παπούτσια καί μετά νά κλαίει. Στό τέταρτο, ἕνας παιδικός φίλος τοῦ ἀφηγητῆ παινευόταν γιά γυναικάκιας, ὅμως τά γεγονότα ἄλλα ἔδειχναν. Μετά ἀπό πολλά χρόνια ἕνας ταξιτζής στήν Ἀθήνα τοῦ παινεύεται ὡς γυναικάς. Στόν ἀφηγητή θυμίζει τό κόψιμο τοῦ παιδικοῦ φίλου του. Κι ὅταν κατεβαίνει ἀπό τό ταξί φωνάζει στόν ταξιτζή, πού ἤδη ἀπομακρύνεται: «Ἄ, ρέ Πασχάλη καυλιάρη». Ἦταν αὐτός; Ἐκτός ἀπό αὐτά τά τέσσερα κείμενα θά πρόσθετα ἄλλα δύο. Τά: «Ἡ οὐρά τῆς ἀλεποῦς» καί «“Δύο ἀπ᾿ ὅλα”», κάπως διφορετικῆς ἐρωτηματικῆς ὑφῆς.

Ἡ ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖνα τά χρόνια εἶναι μεγάλη, κάπου ἑβδομήντα χρόνια. Θά περίμενε γι᾿ αὐτό κανείς ἕναν πιό συγκρατημένο ἀφηγηματικό τόνο. Μέ μιά μεγαλύτερη ἐπιμονή στά περιστατικά, χωρίς φίλαυτες ἐξάρσεις, θά κέρδιζε πιστεύω περισσότερο τό κείμενο.

Μέ τόν Ἐμφύλιο σχετίζονται δύο πεζά τοῦ βιβλίου. Τό «Λίγο πρίν ἀπ᾿ τήν αὐγή» καί τό ἐκτενέστερο «Τό χιτώνιο ἤ “Ποιός θά μοῦ δώσει πίσω τά παιδικά μου χρόνια”». Καί τά δύο εἶναι δοσμένα ἀπό ἀριστερούς, ἐνδοκειμενικούς, ἀφηγητές. Ἀπό πρόσωπα πού μιλοῦν γιά τήν περιπέτειά τους. Στό πρῶτο μιά κοπέλα 21 χρονῶν βρίσκεται στή φυλακή γιά τά φρονήματά της καί τήν αὐγή πρόκειται νά ἐκτελεστεῖ. Δέν τήν πιάνει ὕπνος, αἰσθάνεται πώς ἔχει δικαστεῖ ἄδικα, ἀφοῦ τό μόνο πού ἔκανε ἦταν νά πολεμήσει τόν κατακτητή. Ἡ ἀφήγηση κλιμακώνεται, ὅσο περνάει ἡ ὥρα, μέ τίς στερνές σκέψεις καί τά αἰσθήματα τῆς κοπέλας. Νομίζω πώς ὁ συγγραφέας ἰσορρόπησε τό κείμενο ἐκφραστικά, χωρίς νά πέσει σέ μελοδραματικούς τόνους. Κάτι πού ἡ περίσταση τό εὐνοοῦσε. Τό πεζό αὐτό παραπέμπει ὁλοφάνερα στό διήγημα τοῦ Δ. Χατζῆ «Μαργαρίτα Περδικάρη». Τό δεύτερο κείμενο «Τό χιτώνιο...» ἀφορᾶ τήν ἱστορία μιᾶς γυναίκας, τῆς Ἀρετῆς Σκεύη-Μπακιρτζῆ πού, κοριτσάκι καί ἔκτοτε, ἔζησε τήν περιπέτεια τῶν παιδιῶν πού ἔφυγαν ἀπό τήν Ἑλλάδα μέ τό Παιδομάζωμα. Τά παιδιά αὐτά πέρασαν τά σύνορα, μπῆκαν στήν Ἀλβανία κι ἀπό κεῖ, μέσα ἀπό τή Γιουγκοσλαβία, πέρασαν στή Ρουμανία καί φιλοξενήθηκαν στήν Οὐγγαρία. Ἡ ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖνα τά χρόνια εἶναι μεγάλη, κάπου ἑβδομήντα χρόνια. Θά περίμενε γι᾿ αὐτό κανείς ἕναν πιό συγκρατημένο ἀφηγηματικό τόνο. Μέ μιά μεγαλύτερη ἐπιμονή στά περιστατικά, χωρίς φίλαυτες ἐξάρσεις, θά κέρδιζε πιστεύω περισσότερο τό κείμενο.

Ἕνα πεζό μέ τίτλο, «Πίσω θά μᾶς πᾶνε καρφωμένους, ὅταν κλείσουμε τά μάτια», μᾶς δίνει τόν μονόλογο, μιᾶς Ἀλβανίδας πού ζεῖ στήν Ἑλλάδα. Στόν μονόλογό της διεκτραγωδεῖ τή μεταναστευτική ὁδύσσεια τῶν Ἀλβανῶν πρός τή χώρα μας μετά τό καθεστώς τοῦ Ε. Χότζα. Τό τελευταῖο καί ἐκτενέστερο γραφτό τοῦ τόμου ἐξιστορεῖ τή ληστρική δράση καί τό τέλος τοῦ Θωμᾶ Καντάρα στήν περιοχή τῆς Ἐλασσόνας.

alt
Ο Γιάννης Η. Παππάς

Τά πεζογραφήματα τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, παρουσιάζουν ποικιλία ὡς πρός τά θέματά τους, τούς προσανατολισμούς καί τούς προβληματισμούς τους. Ποικιλία ἐπίσης στόν ἀνθρωπογεωγραφικό τομέα.

Ἐλπίζω νά φάνηκε ἀπό τά παραπάνω πώς τά πεζογραφήματα τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, παρουσιάζουν ποικιλία ὡς πρός τά θέματά τους, τούς προσανατολισμούς καί τούς προβληματισμούς τους. Ποικιλία ἐπίσης στόν ἀνθρωπογεωγραφικό τομέα. Ἔτσι που εἶναι δύσκολο νά ἐξεταστοῦν τά κείμενα αὐτά μέσα ἀπό μιά κοινή ὀπτική γωνία, ἐκτός ἀπό αὐτή μέ τήν ὁποία ἐπιγράφεται ὁ τόμος: Θαμπές ζωές. Χαρακτηρισμός πού μοῦ θυμίζει τό κλίμα πού ὑποβάλλει τό ποίημα τοῦ Γ. Σεφέρη «Ἀργοναῦτες», ἀπό τό Μυθιστόρημα, ὅπου ὁ τελευταῖος στίχος εἶναι: «Κανείς δέν τούς θυμᾶται. Δικαιοσύνη». Ἐντούτοις, πέρα ἀπό αὐτή τήν ἐκδοχή, ἔχουμε, σέ ἄλλο ἐπίπεδο, ἕναν ἄλλο κοινό παρονομαστή πού ἀφορᾶ ὅλα τά περιεχόμενα τοῦ βιβλίου. Τέτοιον κοινό παρονομαστή, ἰδιαίτερης μάλιστα σημασίας, συνιστᾶ ὁ λόγος τῶν κειμένων.

Τό πρῶτο πού βλέπουμε, σ᾿ αὐτά τά γραφτά τοῦ Γ. Η. Παππᾶ, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Θέλω νά πῶ ὅτι ἡ γλώσσα πού χρησιμοποιεῖ ὁ πεζογράφος, ἀνταποκρίνεται στήν ἑκάστοτε ὀνομασία τοῦ ἀντικείμενού της. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει τό ἀντικείμενο ὑπάρχει καί ἡ ἀνομασία του. Ἔτσι πού ἡ ὀνομασία νά δικαιώνεται ἀπό τήν ὕπαρξη τοῦ ἀντικείμενού της. Ἐννοῶ ὀνομασία χωρίς προσχηματικό κάλυμμα, χωρίς περιφράσεις, χωρίς ὑποκριτικές ὑπεκφυγές, χωρίς ἔμμεσους ὑπαινιγμούς. Ἡ ἐλευθερία στήν περίπτωση αὐτή βρίσκεται στό γεγονός ὅτι δέν ὑπακούει στίς κοινωνικές συμβάσεις περί σεμνότητας καί καθωσπρεπισμοῦ. Τό νά μιλᾶς δηλαδή κρυμμένος πίσω ἀπό τό δάχτυλό σου. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν ἔχουμε προκλητικό λόγο, ὅπως συμβαίνει σέ γραφτά πορνό καί σέ γραφτά ἔντονης αἰσθηματολογίας. Ἐκεῖ ὑπάρχει σκόπιμη κατάχρηση τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία δέν ὑπηρετεῖ καλλιτεχνικούς σκοπούς, ἀλλά ἀλλότριους στόχους. Στή συλλογή Θαμπές ζωές ὁ λόγος γίνεται πειστικός μέ τόν ἀπροσποίητο τόνο του καί τήν εὐθύτητα τῆς ἀναφορᾶς του. Σημειώνω ἐνδεικτικά μερικές φράσεις ἀπό τά περιεχόμενα τῆς συλλογῆς.

«...Πρώτη ἔπαιρνα τά νεογέννητα καί τά πέρναγα ἀπό τούς συγγενεῖς. Μπαμπάδες, παπποῦδες, θείους, θεῖες. Καί αὐτοί μέ χαρτζιλικώνανε. Ἔβγαζα καλά λεφτά. Χεσμένοι ὅπως ἤτανε ἀπό τή χαρά τους, εἶχα τά τυχερά μου...» (σ. 21).

«...Τόν θυμᾶμαι πού περιπολοῦσε μ᾿ ἕνα φακό φωνάζοντας κάθε τόσο: “Νά βλέπω τά χέρια ἔξω ἀπό τίς τζέπες”. Πάνω στίς ὁρμές μας, καυλώναμε ἀπό αὐτά πού βλέπαμε. Καί δέν ἦταν λίγοι ἐκεῖνοι πού τήν παίζανε μέσα στό σκοτάδι. Εἰδικά ὅσοι βρίσκονταν στόν ἐξώστη...» (σ. 27).

«...“Σιγά μήν πήγαινα ἐγώ”, μοῦ λέει [ὁ ταξιτζής], “μ᾿ αὐτή τήν πατσούρα. Ἐγώ, φίλε μου, ἔχω γυρίσει ὅλο τόν κόσμο κι ἔχω γνωρίσει μουνιά καί μουνιά. Δέν τόν χαραμίζω πλέον τόν ποῦτσο μου”...» (σ. 74).

Οἱ φράσεις αὐτές δέν γράφτηκαν γιά νά προκαλέσουν τόν ἀναγνώστη, ἀλλά γιά τήν ἀνταπόκριση τῆς ἔκφρασης στό ἀντικείμενό της πού εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς στιγμῆς. Γιά τήν ἴδια αἰτία ὁ Α. Παπαδιαμάντης, στά σκιαθίτικα διηγήματά του, ἔγραψε τούς διάλογους στό σκιαθίτικο ἰδίωμα. Ἄν οἱ παραπάνω φράσεις δέν γράφονταν ἔτσι, ἄν γράφονταν μέ σεμνότυφο τρόπο, ἔμμεσα, θά χανόταν ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου.

Ὁ συγγραφέας δέν ξεμακραίνει ἀπό τόν κορμό τοῦ κάθε θέματος. Κάτι περισσότερο: πραγματώνει τήν ἀναπαράστασή του μέ τόν συντομότερο δυνατό τρόπο. Ἀποφεύγει τίς παρεκβάσεις, τίς περιστροφές καί τίς καθυστερήσεις. Ἡ γραφή του εἶναι γραφή τῶν λίγων λόγων ἤ, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, γραφή τῆς ξηρολιθιᾶς.

Ἕνα δεύτερο γνώρισμα πού βλέπουμε στίς Θαμπές ζωές εἶναι ἡ προφορικότητά τῆς γραφῆς. Βέβαια δέν ἔχουμε ἀκριβῶς προφορικό λόγο, ἀφοῦ ἔχουμε μπροστά μας γραφτά κείμενα. Μολαταῦτα, ὅταν τά διαβάζεις, αἰσθάνεσαι πώς ἔχεις νά κάνεις μέ κάποιον πού στήνει κουβέντα. Κι αὐτό σημαίνει πώς ἡ συγκεκριμένη γραφή παίρνει γραμμή ἀπό τήν προφορική γλώσσα τῆς καθημερινότητας ἤ, ἀλλιῶς, ἀπό τήν καθομιλούμενη (τήν ἀστική καθομιλούμενη καί ὄχι τή δημοτική τῶν δημοτικιστῶν).Ἐδῶ καί δυό αἰῶνες, παρόλο τό παράδειγμα τοῦ Δ. Σολωμοῦ, τήν ψάχνουμε αὐτή τή γλώσσα. Βέβαια δέν μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστη. Ἀφοῦ, στήν πεζογραφία π.χ. εἴχαμε τήν παρουσία τοῦ Γ. Ξενόπουλου, τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ, τοῦ Γ. Μπεράτη, τοῦ Γ. Ἰωάννου, τοῦ Κ. Ταχτσῆ, τοῦ Μ. Χάκκα, τοῦ Χ. Μηλιώνη, κ.ἄ. Ὅμως σήμερα βλέπω μιά ἀπόκλιση πρός μιά γλώσσα κυριλέ, σάν αὐτή τῆς τηλεόρασης, τῶν δημοσιογράφων καί τῶν πολιτικῶν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔχει, νομίζω, κάποια σημασία τό γεγονός ὅτι οἱ Θαμπές ζωές μᾶς ξαναθυμίζουν τήν ἀφηγηματική ζωντάνια τοῦ προφορικοῦ λόγου. 

Ἕνα τρίτο γνώρισμα, πού διακρίνει τά πεζά τῆς συλλογῆς πού ἀναφέρομαι, εἶναι ἡ λιτότητα τῆς ἀφήγησης. Ὁ συγγραφέας δέν ξεμακραίνει ἀπό τόν κορμό τοῦ κάθε θέματος. Κάτι περισσότερο: πραγματώνει τήν ἀναπαράστασή του μέ τόν συντομότερο δυνατό τρόπο. Ἀποφεύγει τίς παρεκβάσεις, τίς περιστροφές καί τίς καθυστερήσεις. Ἡ γραφή του εἶναι γραφή τῶν λίγων λόγων ἤ, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, γραφή τῆς ξηρολιθιᾶς. Δέν εἶναι πολύ συνηθισμένο τό νά ἀφηγεῖται κανείς χωρίς νά φλυαρεῖ.

Κάτι ἄλλο πού παρατηροῦμε στά συγκεκριμένα πεζογραφήματα, εἶναι ὅτι ὑποδηλώνουν μιά διακριτική φωνή. Πράγματι, ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές τῶν κειμένων, αἰσθανόμαστε νά βγαίνει μιά κάποια φωνή. Ἀπό ὅλα τά πεζογραφήματα τοῦ τόμου ἡ ἴδια χαρακτηριστική ἠχητική παρουσία. Εἶναι ἡ φωνή τοῦ ὑποκείμενου πού μᾶς μιλάει κάθε φορά μέ ἕναν καί μοναδικό χρωματισμό φωνῆς. Μέ εἰδικότερα διακριτικά της τήν καθαρότητά της, τόν χαμηλόφωνο τόνο της, τήν χωρίς ἐξάρσεις μέση ἔντασή της, τήν εὐθύτητά της. Ἵσως αὐτή ἡ τελευταία ἰδιότητά της νά χαρίζει στά γραφόμενα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο στοιχεῖο, τήν εἰλικρίνεια πού τά διέπει.

Τελειώνοντας, θέλω νά πῶ πώς τά κείμενα τοῦ τόμου δέν ἔχουν ὅλα τήν ἴδια ποιότητα. Ὁρισμένα ὑπερέχουν. Ὅπως εἶναι, «Ἡ Λεμονιά ἡ ποιήτρια» (κορυφαῖο τοῦ τόμου), «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», «Ἡ τελευταία συνάντηση», «Τά μπλέ παπούτσια», «Ὁ δόκιμος καί ἡ “θείτσα”», «Ὁ τραβεστί μέ τό σκυλί», κ.ἄ.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ είναι κριτικός λογοτεχνίας.

[1] Ὀνομασία πού παραπέμπει σέ ὅμοιο τίτλο τοῦ Γιώργου Ἰωάννου.

 Στην κεντρική εικόνα: Φωτογραφία © Κωνσταντίνος Μάνος.


altΘαμπές ζωές
Γιάννης Η. Παππάς
Καστανιώτης 2018
Σελ. 100, τιμή εκδότη €13,36

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Η. ΠΑΠΠΑ

 

  

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Άλογα» του Ορέστη Φιωτάκη (κριτική) – Ρεμπώ και μηχανές

«Άλογα» του Ορέστη Φιωτάκη (κριτική) – Ρεμπώ και μηχανές

Για το μυθιστόρημα του Ορέστη Φιωτάκη «Άλογα» (εκδ. Πατάκη). Κεντρική εικόνα από την ταινία Pillion, του Χάρι Λάιτον.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης 

Το μυθιστόρημα ξεκινά αμήχανα με μια γλώσσα που δεν προοιωνίζει θετικές προοπτικές. Κι είναι λογικό ...

«Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη» του Κώστα Χατζηαντωνίου (κριτική) – Στους καμβάδες μιας εποχής που σβήνει

«Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη» του Κώστα Χατζηαντωνίου (κριτική) – Στους καμβάδες μιας εποχής που σβήνει

Για το μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου «Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη» (εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Η Μαρία Σπάρταλη ως Βεατρίκη. 

Γράφει η Μαρία Μοίρα

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου στο νέο του μυθιστόρημα ...

«Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά (κριτική) – Σάτιρα του χώρου των Γραμμάτων που σπάει κόκκαλα, από το ογδόντα μέχρι σήμερα

«Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά (κριτική) – Σάτιρα του χώρου των Γραμμάτων που σπάει κόκκαλα, από το ογδόντα μέχρι σήμερα

Για το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Κοτζιά «Φανταστική περιπέτεια» (εκδ. Πατάκη). Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς με τον Στρατή Τσίρκα το 1975. © Αρχείο οικογενείας Κοτζιά

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Η επανέκδοση της ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ