
Για την ποιητική συλλογή του Χρήστου Τζανάκου «Η σφαγή του Αστερίωνα» (εκδ. Ιωλκός). Εικόνα: Πίνακας του Edward Burne-Jones.
Γράφει ο Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου
«Ο Άδης και ο Διόνυσος είναι ένα και το αυτό». -Ηράκλειτος-Απόσπασμα 15
«Δύο είναι οι ψηλότερες κορυφές της καταδρομικής πορείας του βίου μας. Η πείρα του Έρωτα και η πείρα του Θανάτου. Κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι, γεννιέται ένα αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του· και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova». Δημήτρης Λιαντίνης- Γκέμμα
Αληθινή πατρίδα, ιδανικός και αναγκαίος χώρος του ποιητή Χρήστου Τζανάκου, είναι ο Έρωτας: «Έραμαι μέγα την κάθε στιγμή που με έκανες να μη σ’ αγαπώ γιατί τότε συγκέντρωνα όλο το φως μου μέσα σου, φως μου». Έραμαι μέγα! Αυτή η μικρή επιγραφή, που σημαίνει «αγαπώ πολύ, λαχταρώ πολύ, είμαι ερωτευμένος», βρέθηκε χαραγμένη σ’ ένα ταπεινό, χάλκινο δαχτυλίδι στο Καστρί Γρεβενών, στην υψηλότερη ακρόπολη της αρχαιότητας, χρονολογημένη τον 4ο π.Χ αιώνα, σε υψόμετρο 1200 μέτρων·την έστησαν οι Τυμφαίοι Μακεδόνες που ανήκαν στο γένος των Μολοσσών.
Κάθε νέο εγχείρημα του Χρήστου Τζανάκου ανασηκώνει και μια πτυχή της κουβαριασμένης εποχής μας για να μας δείξει ένα ρεαλιστικό όραμα αποκάλυψης. Το κείμενο, φορτωμένο όχι μόνο από τα κλασσικά αρχέτυπα, αλλά κι από εκείνη τη σοφία της εκάστοτε καθημερινότητας, με τη σχεδόν χριστιανική ενατένιση, την ελληνικότατη φαντασία καθώς και την πλατιά εποπτεία της μυθιστορίας, συντελείται με ανεξάντλητες διεισδύσεις μέσα στη γλώσσα και τη λέξη. Οι στίχοι αποκαλύπτουν τις ιδιότητες κάποιων λέξεων να έχουν μια ειδική αποστολή συμβολικών εξαγγελμάτων, δηλαδή μία σχεδόν θρησκευτική αποστολή· με τα αντίθετα ή τα διαφορετικά συστατικά τους, μοιάζει να προσπαθούν να φτερουγίσουν κάτω απ’ έναν ωραίο αλλά αδιάφορο ουρανό.
Οι έννοιες βυθίζονται στο μαύρο αίμα των Ατρειδών, στις τρομαχτικές κραυγές τους. Με θεατρική μορφή περιορίζονται στον τύπο του διαλόγου-μονολόγου, αφού ο «αντιφωνητής» (ο συνομιλητής, δηλαδή), έχοντας ρόλο επαυξημένης ευθύνης, δεν «αντιλαλεί» όσα ακούει, αλλά μέσα στα «αντιφωνούμενα» προβάλλει τον εαυτό του και τον δικό του ανεστραμμένο κόσμο. Το βασικό κύτταρο αυτού του διαλόγου με τις τόσες χρωματικές, ψυχολογικές, γλωσσικές και μουσικές κλιμακώσεις, είναι η ορμέφυτη διάθεση του ποιητή να κατανοήσει την έννοια του θανάτου, μα περισσότερο να υμνήσει την κινητήριο δύναμη της ζωής, τον Έρωτα, εφαρμόζοντας ένα νέο ύφος «πανγλωσσικής» ποίησης.
Ο Τζανάκος, όπως συνήθιζε ο Παλαμάς με την αναγωγή των ευρημάτων του σε κάποιο ομοειδές σύνολο, δουλεύει τα ποιήματά του σαν αρχαιολόγος: αναμειγνύει τα ιστορικά και μυθικά πρόσωπα μ’ ό,τι πιο υψηλό, πιο υπέροχο και πιο ισχυρόφωνο τον συντάραξε ή τον απασχόλησε στις διάφορες μεταρσιώσεις του, χωρίς αυτό να διασπάει τον καθαρό, λυρικό ειρμό της ποίησης. Βγάζει από την αρχαία τους απομόνωση λέξεις και νοήματα και τα προσδένει σαν όργανα ναυσιπλοϊας στο τρομαχτικό, ξυλάρμενο σκάφος της σύγχρονης κοινωνίας. Αυτής που κατατρώει με απληστία Κύκλωπα Πολύφημου, ολότελα πια τυφλού, την αφθονία των αγαθών της, μα και κατατρώγεται απ’ αυτά λίγο λίγο. Και είναι τόσα τα συμπλέγματα, τα αινίγματα, όσα οι ιστορίες και οι εικόνες της σύγχρονης ζωής: Ο Τόρος (το τρυπάνι που ανιχνεύει το ζωογόνο νεράκι) είναι βυθισμένος στον Πειρασμό. Ο Μόρος (η θεότητα της επικείμενης μοίρας που οδηγεί τους θνητούς στο θανάσιμο πεπρωμένο τους) προσπαθεί να εκ-θεώσει την Αγάπη· με το μανιασμένο, τρομαχτικό ουρλιαχτό του πασχίζει να καταβαραθρώσει τα «σα εκ των σων», να παύσει την καθαγίασή τους, να ματαιώσει δηλαδή την κάθοδο της αγίας Τριάδος, να μην μετουσιωθεί ο άρτος σε ουράνια τροφή και άγιο σώμα, ούτε ο οίνος σε αίμα θεϊκό.
Για να τρέξει πάλι το θεϊκό αίμα στις φλέβες του, επικαλείται τον αρχέγονο της φύσης εαυτό, προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να παραστήσει έναν αναγεννητικό ερωτικό συγκλονισμό
Τώρα αυτός ο αντιφωνητής, ο «μισο-ρομαντικός» και αναγκασμένος από τα πράγματα του καιρού να μιλάει σαν «μισο-ρεαλιστής», γνωρίζει πως ξεστράτισε από τον αρχικό προορισμό του. Για να τρέξει πάλι το θεϊκό αίμα στις φλέβες του, επικαλείται τον αρχέγονο της φύσης εαυτό, προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να παραστήσει έναν αναγεννητικό ερωτικό συγκλονισμό, στοχεύοντας στην επανάκτηση του πολυτιμότερου αγαθού, στο οποίο οφείλεται η γενική εξόρμηση του σύμπαντος, από το μηδέν προς την απόλυτη ύπαρξη. Προαισθάνεται το τραγικό παιχνίδι που του παίζει η Μοίρα μια που ξέρει, λογικά και υπαρξιακά, πως η μεγαλύτερη και η πιο πρόσφορη για την καρποφορία του έρωτα ποσότητα χρόνου που του παραχωρείται έχει καταναλωθεί: «Ω, Ιχώρ!/Τον δίμορφον, κισσόβρυον, ταυρωπόν/εαυτόν κικλήσκω για να ‘ρθεις πίσω».
Μέσα απ’ αυτή την οδυνηρή διαδικασία του διαρκούς πένθους, ο ποιητής χάνει την υπαρκτότητά του, γίνεται «χάλκινος Νους» που προσπαθεί με σπασμωδικές κινήσεις να προλάβει να επαναδράξει, έστω νοητά, τη χαμένη στιγμή, να ξαναζωντανέψει τα νεκρά είδωλα, να καθρεφτίσει στα μάτια του ολοζώντανες παραστάσεις του Ίμερου, να καταφέρει να αισθανθεί πως αυτή η διαδικασία διορθώνει, έστω λίγο, τον αδύναμο σφυγμό του: «Στου ζόφου το άσμα/με πένθος βαδίζει/ αυτό το φιλί,/μα μέσα απ’ τον θάνατο ζέει ζωή...» (Από το ποίημα «Είκοσι Τροία»).
Με όλα τα γνωρίσματα της αυτοσυνείδησης που ακολουθεί τα προστάγματα του υποσυνείδητου, το κάλεσμα της πολυπλόκαμης Μνήμης μεταφέρει την ένοχη σκέψη και τη λύπη, τη συνυφασμένη με την ατμόσφαιρα της φθινοπωρινής φθίσης. «Όταν ο άνθρωπος δεν έχει τόλμη, η μνήμη τον καθοδηγεί», λέει ο ποιητής. Η όψιμη αυτή σοφία με το αλγεινό συμπέρασμα, ατενίζει τη ρόδινη χλωμάδα της Βεατρίκης να παίρνει το χρώμα των πτωμάτων: «Ω, Λόγε ανήκουστε! Ω, Αγάπη έλωρ! /Όσο οικτρά η νιότη από το γήρας χάνεται,/τόσο έξαφνα από μπροστά μου/έσβησες τη μορφή σου:/τη στιγμή που η σιγή στο αίμα μου κρυστάλλωνε/ τον θρήνο...» (Από το ποίημα «Χελυος αυδή»).
Ο ποιητής, σαν κορυφαίος του χορού, μάχεται μέσα στα εφιαλτικά όνειρα να ξεφύγει απ’ αυτό το αγκάλιασμα του νέου, πολυπαθούς κόσμου που όλο κι απλώνεται μέσα στον παλιό, διώχνοντάς τον προς τη μεθόριο του μύθου
«Η πιο σύντομη φόρμουλα του κόσμου», λέει ο Βάλτερ Πούχνερ, «δεν είναι Μαθηματική, το πιο πολύτροπο όργανο του οργανισμού/είναι η γλώσσα/μέσα στο στόμα/ και έξω απ’ αυτό/ο ηχητικός παφλασμός/με τις λέξεις να τρίβονται στην πτήση» Ο Χρήστος Τζανάκος αναφέρεται στα Λόγια που ο Έρωτας αρθρώνει, τα «Ανήκουστα, τα Τιμημένα», που μέσα απ’ το κυρτό στέρνο σαν αλέκτωρ διαλαλούν το νόημα της ζωής. «Τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη» λέει ο Σεφέρης στον δικό του «Ερωτικό Λόγο». Ο αόριστος ή ο νοσταλγικός παρατατικός, η οπτική δηλαδή στάση της ρέμβης που μεταχειρίζεται ο Σεφέρης, χρησιμοποιείται φευγαλέα από τον Τζανάκο· προτιμά τον ενεστώτα ή τον υποτακτικό αορίστου, έτσι ώστε ένας κόσμος χαμένος αλλά και υπάρχοντας μέσα σ’ αυτό το φως, να μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’αναδυθεί: «Αυτές οι λέξεις τυλιγμένες/στον ίσκιο τους/σιωπούν·/μα σαν τολμήσουν/μπορεί να βρούμε το όνομά τους/και μπορεί να το φωνάξουμε:/ Σ’ ΑΓΑΠΆΩ» (Από το ποίημα «Αυτές οι λέξεις»).
Ο ποιητής, σαν κορυφαίος του χορού, μάχεται μέσα στα εφιαλτικά όνειρα να ξεφύγει απ’ αυτό το αγκάλιασμα του νέου, πολυπαθούς κόσμου που όλο κι απλώνεται μέσα στον παλιό, διώχνοντάς τον προς τη μεθόριο του μύθου, στις πηγές του «πύρινου ύδατος»: «Μ’ ένα δαμάλι στους ώμους προχωρώ/μέχρι της θυμέλης/ την Πύλη να διαβώ/στην ξεφτιμένη άνοιξη/θυσία να προσφέρω·/μα σαν η ψυχή/τη σιγαλιά/σε ζεύγος δένει/το θέρος στο ύδωρ/το άσβεστο εμφυσώ/ίσκιος ονείρου άνθρωπος...» (Από το ποίημα «Χελυος αυδή»).
Το «άσβεστο Ύδωρ» γίνεται «πύρινο» στο ποίημα «Η Γονή στο Υ»: «...μα ξάφνου, καθώς το Ύδωρ πνέει πυρ/κάπου εκεί κοντά/η Γονή στο Υ γεννά ζωή». Όπως ο νεκροφανής σπόρος, που του αρκεί λίγο υγρό βαμβάκι για να βγάλει ρίζες και βλαστό! «Χάμω στο αμπάρι, η λειψυδρία τους αργοναύτες αποστεώνει» λέει ο ποιητής και λίγο πιο κάτω: «Χάνομαι στο ύδωρ που ρέει χωρίς πνοή», ενώ ο Ιησούς λέει στη Σαμαρείτισσα: «όποιος πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει ποτέ». Του Αγίου Πνεύματος τη χάρη η Αγία Γραφή άλλοτε πυρ κι άλλοτε νερό την ονομάζει, για να μας δείξει ότι αυτά τα ονόματα δεν αποτελούν παράδειγμα της Θείας ουσίας αλλά της Θείας ενέργειας. Διότι το Άγιο Πνεύμα δεν συνίσταται από διαφορετικές ουσίες, επειδή είναι αόρατο και μονοειδές.
Η ικεσία του ποιητή
Η σκιά του δράματος είναι το απαύγασμα της ποιητικής σύλληψης, μια μονωδία μέσα στη οποία έμμεσα, απόμακρα κι αποσπασματικά ακούγεται σαν ακαθόριστος αντίλαλος, κομματιασμένη η ικεσία του ποιητή. Εν τω μέσω κοσμογονικών αλλαγών, η ανάκληση της χαμένης θαλπωρής της πατρικής εστίας και της Αγάπης που την τροφοδοτούσε, εξελίσσεται σε εξομολογητική, παρακλητική απεύθυνση προς την «αιώνια» Μητέρα της Αναγέννησης, του γάμου, της γονιμότητας και της μητρότητας, τη σταχυοτρόφο θεά Δήμητρα· μια έκκληση που αρμολογείται από φράση σε φράση μ΄ ένα επαναλαμβανόμενο «μείνε ακόμα λίγο, μη φεύγεις» ή «πού πας μητέρα; πού πας γυναίκα;» με το κεράκι της προσδοκίας να τρέμει αλλά να μην σβήνει: «Ο σωρός από θερισμένα σπαρτά στα χέρια της/παραμένει ακόμα στο παλιό κονάκι του πατέρα·/κι όταν μια μέρα ξακουστή/ανθίσει η θεά τη Γη/ξανά θα της τα δώσει./Σαν η δροσιά φέρει ζωή/γέννημα θάλπει τη σιωπή,/την πτώση».
Στην αέναη ανα-ζήτηση της ένωσης της σάρκας και του Νου, τον πυρίδρομο Έρωτα καλεί ο ποιητής
Όλα περιπλέκονται με λαμπρές, αποσταγμένες εικόνες και υπαινιγμούς σε έννοιες κείμενες πέρα από τα αισθητά. Αυτές οι απελπισμένες φράσεις, εκτός απ’ το ψυχολογικό τους νόημα έχουν σκοπό να συγκρατούν και να δένουν τις πυριφλεγείς εικόνες σ’ ένα ρυθμό χορικού, μέχρι αυτή η «ψαύση» απολήξει πάλι σε κάτι φωτεινό. Μια μεταθανάτια λαμπρότητα που, αν και τραγική στην υπαρξιακή της ουσία, αποκορυφώνεται με μια έλπιση δημιουργίας.
Στην αέναη ανα-ζήτηση της ένωσης της σάρκας και του Νου, τον πυρίδρομο Έρωτα καλεί ο ποιητής· τον ιερό κρίκο, αυτόν που όλα τα κλειδιά κρατάει, αυτόν που στα γηρατειά υποκύπτει αλλά, μέσα σε κάθε ρωγμή της ανθρώπινης υπόστασης κοιμάται, αυτόν που ορίζει και καταργεί το ανήθικο. Εκλιπαρεί να συγκρατήσει την αναπόφευκτη φυγή του. Η μαγική, φευγαλέα στιγμή μένει πέρα από την σάρκα κι εκείνος δένεται μαζί της αναζητώντας την από κοινού συν-αίσθηση: «Μη φεύγεις.../Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του/δεν εννοεί να πεθάνει./Η θέση σου στο χώμα μένει ζεστή/και το σχήμα της στάσης σου αχνίζει ακόμη/στον δροσερό αέρα./Κάπου εκεί σ’ ένα μοναχικό παράθυρο/ κρεμασμένο ψηλά στη νύχτα, εγώ,/πίσω από μια κροκόπεπλον σονάτα,/ περιμένω να μου χαμογελάσεις. [...] Μη φεύγεις.../Ζει η απουσία μαζί μου χάνοντας χρώματα [...] Μη φεύγεις.../ακόμα,/μη./Κοίτα τι όμορφα που ξημερώνει...» (Από το ποίημα «Μη φεύγεις»).
Ο Μινώταυρος και η Αγάπη
«Τι στενή η Πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν...» (Κατά Ματθαίον 7:14). Η Στενή Πύλη, λέει ο Χ.Τ., εμπνευσμένος και απ’ το ομώνυμο βιβλίο του Αντρέ Ζιντ, παραμένει απροσπέλαστη λόγω της ανθρώπινης παράνοιας και σκληρότητας. «Γέμισε η Κόλαση ρομαντικούς», αναφέρει με ειρωνική αυτογνωσία ο ποιητής στο εισαγωγικό του μότο· αισθάνεται τον θεό Έρωτα να τον απαρνιέται, όπως ο Αντώνιος τον Αύγουστο του 30 π.Χ. ένιωσε τον Διόνυσο να τον εγκαταλείπει. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο το τελευταίο βράδυ πριν την είσοδο του Οκτάβιου στην Αλεξάνδρεια, κάτω απ’ το παράθυρο του Αντώνιου ακούστηκε ο θόρυβος ενός αόρατου θιάσου. Δόθηκε η ερμηνεία πως ήταν ο προστάτης του Αντώνιου, ο θεός Διόνυσος που τον εγκατέλειπε: «...και έτσι ο κοιμώμενος Αδάμ ξυπνά/με μια λέξη στη διάνοιά του: Μινώταυρε,/ ω της πανσπερμίας άσπερμο βλέμμα/ω, Ηλί του γλεύκους γλυκύ μου δείλι/... απομακρύνσου σταθερά από το σπήλαιο,/κι άκουσε... όχι με των δειλών τα παρακάλια.../ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,/μέχρι ο βρυχηθμός το άρρητο στο Τώρα να εκχύσει,/κι αποχαιρέτα τον, τον Έρωτα που χάνεις». (Aπό το ποίημα «Η σφαγή του Αστερίωνα»).
Ο ποιητής παροτρύνει τον εαυτό του που παραμένει δεσμώτης στο σπήλαιο των σκιών του Πλάτωνα, να ελευθερώσει την ψυχή του και να κοιτάξει κατάματα τον ήλιο της Αλήθειας. Ο διάστικτος Μινώταυρος γονατίζει στη λόγχη της Αγάπης, λέει ο Τζανάκος· της Αγάπης που γλίστησε από τα χέρια του και χάθηκε. Ξύλινος ίππος η απουσία της· η ψυχή, μένει κολλημένη στο μέλι των αισθήσεων, ο διαβαίνων χρόνος πολλαπλασιάζει τη δύναμη της παραίτησης. Όλα συντελούνται με αδιάκοπες μεταπηδήσεις από τα παλιά προς τα θολά νεοφανή και με δραπετεύσεις των νεοφανών προς τα παλιά, ένας διαρκής ίλιγγος, πολύ συχνά ηδύτατος αλλά οδυνηρός ταυτόχρονα λόγω του εκμηδενιστικού του χαρακτήρα.
Ο Έρωτας δεν είναι παρά η αρχή και το τέλος μιας φωτερής κι οδυνηρής συνθήκης, μιας φράσης φυματικής που ανθίζει και μαραίνει αστραπιαία τον ανθό.
Είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο για τον καθένα, μέσα από την συνεχή θέαση των ερειπίων που εκφράζουν εν σμικρώ και πυκνώ τα σύνολα, να γυρίσουν οι τροχαλίες στο ανάποδο, ν’ αναδυθεί απ’ τα σκοτάδια των βυθών, να δοκιμάσει στις άκρες των δαχτύλων τις πρώτες ηλιαχτίδες και, αψιμαχώντας με το φως, ν’ αφεθεί, πάλι στις δίνες του. Ο Έρωτας δεν είναι παρά η αρχή και το τέλος μιας φωτερής κι οδυνηρής συνθήκης, μιας φράσης φυματικής που ανθίζει και μαραίνει αστραπιαία τον ανθό. Ένα άραχλο, εραλδικό σύμβολο που εξακολουθεί να αργοσαλεύει τα όργανα κάτω από τα πλευρά, είναι ό,τι περίσσεψε απ’ το άδειο κορμί που «του στέρησαν το θάμα». Είναι όμως και ο πομπός μιας χαμηλής μουσικής που μετριάζει τον αβάσταχτο πόνο, τον γλυκαίνει, είναι η νότα π’ αναζητούν οι μύστες των blues στην Ορλεάνη, παίζοντας τον ρυθμό: «Εν τω παν το ευ, εν τω παν το ευ»...
Χαλκόκροτος Κουρήτις ο ποιητής, σαν τους δαίμονες της μυθολογίας που κάλυπταν με τις ένοπλες ορχήσεις τους τους κλαυθμούς του Δία για να μην τους ακούσει ο Κρόνος· παρηκμασμένος τώρα στην καταστροφόκαινη εποχή, δέσμιος μιας ανήλιαγης συνθήκης, θρηνεί «πάνω απ’ το τομάρι της Αγάπης: Ησυχία μη φωνάζεις...μη μιλάς...μη σκέφτεσαι...μην αντιστέκεσαι... Ησυχία». Στη σιγαλιά διαλογίζεται ο νους, η Ψυχή τακτοποιεί τα ανεμοδαρμένα πέπλα της. Έτσι ίσως βρει το κουράγιο να κόψει τον ομφάλιο λώρο με το καταδικασμένο συναίσθημα, να το γκρεμίσει από το βάθρο του, για να το ξανατοποθετήσει λαμπρότερο και ψηλότερο· «Τέθλαδι δη κραδίη», βάστα καρδιά μου, λέει ο ποιητής, βρες τη δύναμη «κι αποχαιρέτα τον, τον Έρωτα που χάνεις». Το μουχρό ποίημα του Καβάφη με τους γαντζωμένους στην άχαρη και μίζερη ζωή τους γέροντες, στο δεύτερο ποίημα της συλλογής, ακολουθεί σαν bitter end (άδοξο, πικρό τέλος) τη λησμονημένη, αγνοημένη προτροπή για το άδραγμα της χαράς, από το μότο του Ουίλιαμ Σαρογιάν.
Ισχυρά ρυθμικά στοιχεία εκτοξεύουν τον δραματικό χαρακτήρα των στίχων: «...Τα χώματα κλείνουν τις ψυχές/τα σκέπη ψάλλουν τις ορμές/χωρίς μιας στάλας αγκαλιά,/χωρίς να δω τα μάτια της που αρνήθηκαν τον βίο./ Μονάχα η σκέψη απόμεινε ένας βραχύς ρυθμός/σαν γνώση που παράπεσε απ’ τον μικρό θεό./Μείνε ακόμα λίγο». (Από το ποίημα «Η Γονή στο Υ»).
Η μυστική σοφία των Πυθαγορείων έδινε στους αριθμούς φιλοσοφικούς συμβολισμούς, καθώς είναι ένα μέσο προσδιορισμού ακριβέστατων σχέσων ανάμεσα στις ποσότητες και ιδιότητες του σύμπαντος.
Ορόσημο μιας μεγάλης παύσης για τον ποιητή φαίνεται να είναι ο αριθμός Είκοσι Τροία. Το Τροία, γραμμένο με οι, όπως η αρχαία πόλη, συμβολίζει την Πτώση, το δραματικό Τέλος. Το αποχαιρετιστήριο γράμμα που φαίνεται να στέλνει αδιάκοπα στον εαυτό του, έχει παραλήπτη το Τώρα που βουλιάζει, διεύθυνση ένα παγκάκι στο ναό του Απόλλωνα Ζωστήρα (στη Βουλιαγμένη) και για αριθμό μία χρονική περίοδο [23.07.21-23.05.24], που ίσως σηματοδοτεί την έναρξη και τη λήξη μιας λαμπρής εποχής. Η μυστική σοφία των Πυθαγορείων έδινε στους αριθμούς φιλοσοφικούς συμβολισμούς, καθώς είναι ένα μέσο προσδιορισμού ακριβέστατων σχέσων ανάμεσα στις ποσότητες και ιδιότητες του σύμπαντος. Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων, ο Ιούλιος Καίσαρας φέρεται να μαχαιρώθηκε 23 φορές. Υπάρχει η λαϊκή πεποίθηση, γνωστή ως αίνιγμα του «23», ότι όλα τα γεγονότα, είτε έμμεσα, είτε άμεσα, συνδέονται μ’ αυτόν τον αριθμό.
Στο επιλογικό ποίημα «Your eyes kissed me» ο ποιητής αναζητά απελπισμένα «κάποιον που να αξίζει να πεθάνει γι’ αυτόν», να βρεθεί κάποιος ή κάτι άξιο απόλυτης αφοσίωσης, ένας λόγος ύπαρξης, εξυπονοώντας τη λαχτάρα για μια συνουσία πρώτα απ’ όλα πνευματική, απ’ αυτές που αναγεννούν τις ψυχές. Η πρωτοβουλία των εικόνων κατορθώνει άμεσα να μας υποβάλλει μια ολόκληρη κατάσταση, στην πλήρη ψυχολογική της φόρτιση. Όλα αυτά που διαδοχικά διασταυρώνονται μέσα στο είναι του ποιητή, η εσωτερική ατμόσφαιρα, μεταφέρονται στον αναγνώστη με μια ονειρική χλωμάδα που διαχέεται με τον συνδυασμό των λέξεων και των εικόνων, των ήχων και των γλωσσικών αποχρώσεων, μια βαθύτατη μελαγχολική ανησυχία που αναζητά την φωτεινή διαύγεια ενός τρυφερού βλέμματος: «Σ’ έναν πνιγμένο κόσμο ρώτησα την ψυχή μου,/υπάρχει κάποιος να πεθάνω γι’ αυτόν;/Σ’ ένα κενό δωμάτιο η καρδιά μου/χάθηκε./Έτσι, με μια κλεφτή ματιά βρέθηκα/στο σκοτάδι·/τόσο όμορφα τα μάτια σου με φίλησαν» (Από το ποίημα «Your eyes kissed me»).
Επίλογος
Ο Χρήστος Τζανάκος με το νέο του πόνημα γίνεται ένας πομπός πνευματικού και ψυχικού φωτός, κίτρινου, μελαγχολικού, απελπισμένου, γιατί δεν δύναται να στραφεί σαν προβολέας ανίχνευσης προς το μέλλον, αλλά μόνο στο πριν, σ’ ένα παρελθόν που ήταν «γέννεση ζωής». Κι αυτός ο αναδρομικός λογισμός, αυτή η εσωτερικά αντίθετη πορεία της συνείδησης και της μνήμης, αυτή η τυραννική ανάμνηση μιας ευτυχισμένης αίσθησης, μεταμορφωμένης σε πικρή ρέμβη, είναι που προσπορίζει τις νέες πηγές και δυνάμεις για δημιουργία. Το νόημα, ο μύθος, το συναίσθημα, η κεντρική άποψη, ο άνθρωπος, η φύση· όλα ακολουθούν την ποίηση, σαν από κάποιο βάθος, με διακριτικότητα, με αλλοιωμένα και αμφίβολα χαρακτηριστικά, σχεδόν καθόλου σαν αντικείμενα κυρίαρχα και πολύ περισσότερο σαν επιβοηθητικά προσχήματα και στηρίγματα, της προπορευόμενης και κυρίαρχης παρουσίας της.
Ο ποιητής εκφράζει παθητικά αλλά και παλμικά, την ανάγκη της επανένωσης με το ερωτικό συναίσθημα γιατί ξέρει, μόνο πάνω σε μια τέτοια ένωση είναι δυνατόν να ιδρυθούν τα όνειρα, αυτά που καταργούν την ατομική μοναξιά, τον αταίριαστο ήχο και ανοίγουν τις Πύλες της αρμονίας· της απόλυτης αρμονίας που πραγματώνει το σύμπλεγμα του Αδάμ και της Εύας. Έστω και για όσο διάστημα χρειαστεί για να τους πάρει είδηση ο θεός και να τους διώξει απ’ τον παράδεισο, σκίζοντάς τους στα δυό.
Σημείωση: Αστερίωνας ήταν και ο παππούς του Μινώταυρου, βασιλιάς της Κρήτης, θετός πατέρας του Μίνωα (ο πραγματικός ήταν ο Δίας), γιος του Τέκταμου, εγγονός του Δώρου, γεννεάρχη των Δωριέων και μιας ανώνυμης κόρης του Κρηθέως. Ο Κρηθέας, γιος του Αιόλου, αδελφός του Σισύφου, ήταν ο ιδρυτής και ο πρώτος βασιλιάς της Ιωλκού. Γαία παμμήτειρα η Ιωλκός!
*Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ είναι ποιητής. Τελευταίο έργο του, η συλλογή «Εφεδρείες» (εκδ. Ιωλκός).
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Χρήστος Τζανάκος, γεννημένος στην Αθήνα, έχει καταγωγή από τη Μάνη Λακωνίας. Οι σπουδές του περιλαμβάνουν μεταπτυχιακό ΜΒΑ και συμμετοχή στο διδακτορικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης. Το 2018 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ίε Παι (εκδόσεις Ιωλκός).

Έλαβε πολύ καλές κριτικές και παρουσιάστηκε σε ελληνικά και γερμανικά περιοδικά. Συμπεριλήφθηκε μέσα στα 10 πρώτα σε πωλήσεις βιβλία ποίησης στα Public και ήταν υποψήφιο για καλύτερο βιβλίο ποίησης το 2019 στην Ελλάδα. Μεταφράστηκε στα αγγλικά, γερμανικά και ουκρανικά.
Το 2022 ακολούθησαν Τα Προμηθή (εκδόσεις Ιωλκός), που επίσης διακρίθηκαν στα 10 πρώτα σε πωλήσεις βιβλία ποίησης στα Public και ήταν υποψήφια για καλύτερο βιβλίο ποίησης το 2023 στην Ελλάδα. Έχουν ήδη μεταφραστεί σε δύο ξένες γλώσσες. Το ἀείζωον είναι η τρίτη ποιητική του συλλογή.
























